Υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με τον προσδιορισμό του ύψους της επιδικαστέας εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης; –– Η έννοια του «ευλόγου» της σχετικής δικαστικής κρίσης
Η θεμελιούμενη στο άρθρο ΑΚ 932 αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δεν προϋποθέτει -κατά την ορθότερη άποψη- την παράλληλη ύπαρξη και της περιουσιακής ζημίας, εφόσον -εξυπακούεται- συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτησή της (τέλεση αδικοπραξίας, πρόκληση ηθικής βλάβης)· είναι, επομένως, αυτοτελής και ανεξάρτητη από την αξίωση προς αποζημίωση λόγω περιουσιακής ζημίας, οπότε ο παθών μπορεί να ζητήσει είτε μόνο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, είτε μόνο αποζημίωση, είτε και τα δύο. Τούτο δε διότι η ηθική βλάβη ως ερειδόμενη σε ιδιαίτερες προϋποθέσεις, δε συγκροτεί νομική ενότητα με τις αξιώσεις αποκατάστασης της ζημίας (βλ. ΕΦΘΡ 465/1972 ΑρχΝ 23/874, ΕΙΡΑΘ 5254/1969 ΑρχΝ 22/244. Βλ. επίσης: Απ. Γεωργιάδη σε ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, άρθρο 932 αρ. 4, Δεληγιάννη – Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο ΙΙΙ, 1992, σελ. 291, Π. Φίλιου, Ενοχικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, 1974, σελ. 687, Κ. Τριανταφυλλόπουλο, Η ικανοποίηση δι’ ηθικήν βλάβην κατά τον ΑΚ, Ν.Δ. 1950, σελ. 5, Ζέπο, Ενοχικό Δίκαιο Β’, σελ. 758 σημ. 3).
Προσέτι, η διάταξη του ΑΚ 932 αναθέτει τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης στην εύλογη κρίση του δικαστηρίου, χωρίς να κάνει καμία αναφορά περί αντικειμενικής αντιστοιχίας μεταξύ του είδους της προσβολής και του ψυχικού αντίκτυπου. Η σκόπιμα αφηρημένη διατύπωση αυτή του νόμου οφείλεται στην επιθυμία του νομοθέτη να μη διαμορφώσει εκ των προτέρων μια δογματικά «κλειστή» έννοια της μη περιουσιακής ζημίας, επί τη βάσει ενός προδιατυπωμένου ή στερεότυπου καταλόγου αντικειμενικών κριτηρίων επιμέτρησης, αλλά να αφήσει ευρέα περιθώρια στο δικαστή να λαμβάνει κάθε φορά υπόψη του και να συνεκτιμά -σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής- όποια και όσα -κατά την κρίση του- πραγματικά στοιχεία, από αυτά που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της έκτασης της προκληθείσας ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης κι εντεύθεν για τον υπολογισμό του ύψους / ποσού της χρηματικής ικανοποίησης που θεωρεί εύλογο, στοιχεία τα οποία μπορούν να αντλούνται είτε από την πλευρά του δικαιούχου, είτε από την πλευρά του υποχρέου αυτής. Τέτοια κριτήρια προσδιορισμού του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης μπορεί να είναι π.χ. ο βαθμός πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας και πρόκλησης της ηθικής βλάβης, η έκταση και η ένταση του άλγους του παθόντος, η ηλικία του, το φύλο του, η οικονομική, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των διαδίκων μερών κλπ. (Για τα κριτήρια αυτά βλ. ΟλΑΠ 9/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 440/1975 ΝοΒ 23/1228, ΑΠ 355/1966 ΝοΒ 14/228, ΑΠ 303/1971 ΝοΒ 19/883, ΑΠ 332/1969 ΝοΒ 17/1178, ΑΠ 1823/1981 ΝοΒ 30/1076, ΑΠ 155/1960 ΑρχΝ 1960/420, ΑΠ 1823/1981 ΕΕΔ 41/326, ΑΠ 1336/767 ΝοΒ 25/935, ΑΠ 856/1976 ΝοΒ 25/935, ΕΦΑΘ 8973/1986 Αρμ. 41/1033, ΕΦΑΘ 4420/1985 Δνη 26/960, ΕΦΑΘ 2558/1985 ΝοΒ 33/1203, ΕΦΑΘ 8200/1984 Αρμ 39/215. Βλ. επίσης Απ. Γεωργιάδη στον ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, άρθρο 932 αρ. 22, Δεληγιάννη – Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο ΙΙΙ, 1992, σελ. 296, Αθ. Κρητικό, Αποζημίωση από τροχαία ατυχήματα, 1992, σελ. 317). Έτσι, αντίθετα από την επιδίκαση της αποζημίωσης λόγω περιουσιακής ζημίας, όπου το δικαστήριο προσδιορίζει το ύψος της αποζημίωσης με μοναδικό γνώμονα την αποκατάσταση ολόκληρης της γενόμενης ζημίας, χωρίς να μπορεί να λάβει υπόψη του άλλα κριτήρια, όπως π.χ. την περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, στην επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και δεδομένου ότι ο νόμος δεν προβαίνει στην a priori υπόδειξη αντικειμενικών κριτηρίων επιμέτρησης, ο δικαστής έχει την εξουσία να κρίνει σε κάθε συγκεκριμένη διαφορά αν επήλθε ή όχι ηθική βλάβη στον αδικηθέντα και να προσδιορίζει το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης που θεωρεί εύλογο, κατά την ελεύθερη εκτίμησή του, πλην όμως όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά ωσάν νομοθέτης, ήτοι κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού, γενικού και καθολικεύσιμου μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην εκάστοτε ατομική περίπτωση (βλ. ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 80/2018 ΤΝΠ Νόμος), ο οποίος (κανών) θα μπορούσε να αποτελέσει κανονιστικής ισχύος υπόδειγμα επίλυσης για όλες τις μελλοντικές παρεμφερείς υποθέσεις. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από το δικαιολογητικό λόγο θέσπισης του άρθρου ΑΚ 932, και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, του Αστικού Κώδικα.
Εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού / ύψους της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται επί τη βάσει των πραγματικών -αμιγώς- ισχυρισμών και αποδεικτικών στοιχείων που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το “εύλογο” του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (ευθέως ή εκ πλαγίου, βλ. άρθρο 559 ΚΠολΔ αρ. 1 ή 19, αναλόγως), ήτοι της διάταξης του άρθρου ΑΚ 932, οπότε -για το λόγο αυτό- η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης είναι -κατ’ αρχήν- αναιρετικώς ανέλεγκτη, δεν υπόκειται, δηλαδή, στον αναιρετικό έλεγχο του Αρείου Πάγου (βλ. την πλειοψηφούσα άποψη της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου στην υπ’ αρ. 9/2015 απόφαση, ΤΝΠ Νόμος, καθώς και ΑΠ 256/2004 ΕΕμπΔ 2004/673, ΑΠ 1053/2004 ΕΕΝ 2005/1971, ΑΠ 1527/2001 Δνη 214/1561, ΑΠ 485/2001 ΝοΒ 501/521, ΑΠ 208/1995 Δνη 37/320, ΑΠ 197/1994 ΕΕΔ 54/726).
Υπάρχει, ωστόσο, και η αντίθετη άποψη κατά την οποία η εύλογη χρηματική ικανοποίηση συνιστά αόριστη νομική έννοια, κατά την εξειδίκευση της οποίας -με κριτήρια αντικειμενικά αντλούμενα από το σκοπό του κανόνα δικαίου που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου ΑΚ 932- τυγχάνει έμμεσης εφαρμογής και η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 § 1 εδ. δ’ του Συντάγματος), κι επομένως η περί ου λόγος διάταξη (ΑΚ 932) υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση (βλ. τη μειοψηφούσα άποψη εννέα μελών της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην υπ’ αριθμ. 9/2015 απόφαση, ΤΝΠ Νόμος). Κατά την άποψη αυτή, σε κάθε περίπτωση καθορισμού του επιδικαζόμενου χρηματικού ποσού η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται διά της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας [1], ως γενικής και αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 § 1 και 25 του Συντάγματος) [2] νομικής αρχής, με την έννοια ότι η σχετική εύλογη κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και το κοινό περί δικαίου αίσθημα σε ορισμένο τόπο και χρόνο. Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται είτε ένα ευτελές είτε ένα υπέρμετρα μεγάλο ποσό -ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου- προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, στην μεν πρώτη περίπτωση ευτελίζει -όσον αφορά τον παθόντα- το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, στη δε δεύτερη το δικαίωμα της περιουσίας του υποχρέου. Αυτό δε διότι σκοπός της διάταξης του άρθρου ΑΚ 932 είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς -από το άλλο μέρος- να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Ενόψει όλων των ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι το δικαστήριο, οσάκις επιλαμβάνεται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, πρέπει σε κάθε περίπτωση να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων αμφοτέρων των μερών (βλ. ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 80/2018 ΤΝΠ Νόμος). Ακολούθως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του εύλογου ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, ως προς το αν διαπιστώνεται παραβίαση -ευθέως ή εκ πλαγίου- της γενικής νομικής αρχής της αναλογικότητας, του άρθρου 25 § 1 εδ. δ’ του Συντάγματος, καθώς και αν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων λογικών ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (βλ. ΟλΑΠ 9/2015, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1216/2014, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 285/2012 ΤΝΠ Νόμος). Υπό τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχεται επίσης και το κατά πόσο -στο πλαίσιο του προσδιορισμού της χρηματικής ικανοποίησης- το δικαστήριο έλαβε υπόψη γεγονότα, που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμήσει για την κρίση του αυτή, γιατί δεν δύνανται να επηρεάσουν το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης (βλ. Βασίλη Αντ. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, Τόμος Γ’, Ημίτομος Γ’, Ειδικό Ενοχικό, Άρθρα 741-946, 2006, σελ. 1091 και τις εκεί πλούσιες παραπομπές σε Νομολογία).
Μπενάκη Βικεντία – Άννα
Δικηγόρος Αθηνών
Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών
info@efotopoulou.gr
[1] Σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του «ευλόγου» και συνακόλουθα το «εύλογο» εμπεριέχεται αναγκαίως στο «ανάλογο» (βλ. ΑΠ 80/2018 ΤΝΠ Νόμος).
[2] Βλ. και την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.