Υποχρέωση επίδοσης στον εγγυητή και το συνοφειλέτη της αίτησης υπαγωγής στο νόμο περί υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων (Ν. 3869/2010)
Ο αιτών βάσει του άρθρου 4 του ν. 3869/2010, θα πρέπει να αναφέρει αναλυτικά την κατάσταση των πιστωτών και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους, έξοδα και οποιαδήποτε ουσιώδης ασάφεια ως προς την αναφορά των παραπάνω στοιχείων, εφόσον προκαλεί αοριστία, οδηγεί σε απόρριψη της αιτήσεως ως αόριστης.
Επομένως, αν το χρέος του αιτούντος οφειλέτη προέρχεται από σύμβαση εγγυήσεως πρέπει ως απαραίτητο στοιχείο του ορισμένου, να αναφέρεται στην αίτηση ο χρόνος κατά τον οποίο ο πρωτοφειλέτης έπαψε να εξυπηρετεί το χρέος, όπως και το αν ο πιστωτής όχλησε ή όχι τον αιτούντα εγγυητή. Αν το χρέος του οφειλέτη προέρχεται από σύμβαση εγγυήσεως πρέπει ν’ αναφέρεται το πρόσωπο του πρωτοφειλέτη. Επίσης, αν ο αιτών δε συμπεριλάβει εκ των προτέρων ως παθητικό την οφειλή εξ εγγυήσεως, τότε λόγω της άπαξ απαλλαγής δε θα μπορεί αλλιώς να προστατευτεί (βλ. ΕιρΑθ 71/φ. 112/2011 αδημ. και πιο αναλυτικά Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, Εκδόσεις Αθήνα 2012, σελ. 106).
Έπειτα ο εγγυητής που επιδιώκει την προστασία του πρέπει αυτοτελώς να κινηθεί δικαστικώς και να ενταχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010, χωρίς να μπορεί να επαφίεται στην ενδεχόμενη υπαγωγή του πρωτοφειλέτη στις διατάξεις του νόμου αυτού για τη ρύθμιση των οφειλών του. Η επίδοση της αίτησης στον εγγυητή καθιστά αυτόν διάδικο, για να εκθέσει τις απόψεις του (π.χ. περί της εμπορικής ή μη ιδιότητας του οφειλέτη) και να λάβει γνώση της υπαγωγής του πρωτοφειλέτη στο ν. 3869/2010. Άλλη συνέπεια δεν επέρχεται για τον εγγυητή και πρέπει ο εν λόγω εγγυητής αυτόνομα να ζητήσει την προσωπική του υπαγωγή στο ν. 3869/2010, αν πληροί ο ίδιος τις υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις. Η παραπάνω δυνατότητα υπαγωγής του εγγυητή αυτόνομα στο νόμο αποτελεί δικαστική προστασία που εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 69 περ. ε του ΚΠολΔ (προληπτική προστασία του εγγυητή).
Η ένταξη και της εγγύησης ως χρέους στη διαδικασία είναι απαραίτητη τόσο για την προστασία των πιστωτών όσο και του οφειλέτη στα πλαίσια της συλλογικής διευθέτησης της κατάστασης του οφειλέτη. Αν ο οφειλέτης δεν εντάξει και την εγγύηση, ο δανειστής θα μπορεί να κινηθεί κατά της περιουσίας του οφειλέτη και να διαταράξει τη διαδικασία της ρύθμισης σε βάρος των πιστωτών που έχον ενταχθεί. Και ο οφειλέτης προστατεύεται από την ένταξη της εγγύησης, ανεξαρτήτως αν ο πρωτοφειλέτης καταβάλλει, καθώς το άρθρο 1 παρ. 3 ν. 3869/2010 αναφέρεται σε άπαξ απαλλαγή. Αν ο οφειλέτης-εγγυητής δεν εντάξει και αυτήν την απαίτηση στη διαδικασία και ο πρωτοφειλέτης κάποια στιγμή σταματήσει την ικανοποίηση του πιστωτή, ο τελευταίος θα κινήσει τη διαδικασία ικανοποίησής του κατά του εγγυητή, χωρίς ο τελευταίος να μπορεί να εντάξει πια την εγγύηση σε κάποια διαδικασία.
Επίσης η εγγύηση είναι εμπορική πράξη αλλά ο εγγυητής δεν αντιμετωπίζεται αυτοδικαίως ως έμπορος ακόμα και αν εγγυάται για εμπορικό χρέος και κατά την πάγια νομολογία ο εγγυητής είναι έμπορος μόνο όταν εγγύηση περέχεται από αυτόν κατά εκμετάλλευση της πίστης που παρέχει το όνομά του και η οικονομική του επιφάνεια με την είσπραξη απ’ αυτόν αμοιβής ή άλλης χρηματικής ωφέλειας ή με οποιοδήποτε άλλο άμεσο ή έμμεσο οικονομικό όφελος που αρύεται από την πράξη για την οποία δόθηκε η εγγύηση. Η εγγύηση δεν απαιτείται να είναι ληξιπρόθεσμη, καθώς ο οφειλέτης που έχει άλλα χρέη μπορεί και πρέπει ενόψει του άρθρου 1 παρ. 3 ν.3869/2010 να εντάξει και την εγγύηση στη διαδικασία.
Το άρθρο 5 παρ. 1 του ν.3869/2010 επιβάλλει μετά την τροποποίηση του με το ν.4161/2013 την επίδοση της αίτησης και στον εγγυητή, κάτι το οποίο αναλογικά θα πρέπει να επιβάλλεται και για το συνοφειλέτη ή συνεγγυητή (βλ. Βενιέρη-Κατσά, Η εφαρμογή του ν.3869/2010, σελ. 562).
Συγκεκριμένα στην περίπτωση του συνοφειλέτη, υπάρχει απόκλιση από το άρθρο 481 ΑΚ σύμφωνα με το άρθρο 12 ν. 3869/2010. Πρέπει ο συνοφειλέτης αυτοτελώς να ακολουθήσει τη διαδικασία του ν. 3869/2010, προκειμένου να μην κινηθούν εναντίον του οι πιστωτές ακόμη και αν έχει ήδη κινήσει τη διαδικασία ο συνοφειλέτης του. Συνεπώς πρέπει αυτοτελώς να πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου για να προστατευτεί. Κατ’ αποτέλεσμα, στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι υπάρχει συνοφειλέτης για κάποια εκ των απαιτήσεων που περιγράφει ο οφειλέτης, πρέπει να διαταχθεί κατά το άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ η επίδοση σε αυτόν αντιγράφου της αίτησης. Προστατεύονται με τον τρόπο αυτό τα συμφέροντά του και του δίνεται η ευκαιρία να ασκήσει αίτηση στο όνομά του και για λογαριασμό του, αν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου. Ορθότερη επιλογή είναι να εφαρμοστεί αναλογικά το άρθρο 5 παρ. 1 και για το συνοφειλέτη, καθώς όπως ορθά επισημαίνεται δεν υπάρχει αντικειμενικός λόγος διαφορετικής αντιμετώπισης του συνοφειλέτη από τον εγγυητή (βλ. Βενιέρη-Κατσά, Η εφαρμογή του ν.3869/2010, σελ. 196).
Κατόπιν, ας μην ξεχνάμε πως ο οφειλέτης-αιτών την υπαγωγή στο νόμο περί υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, μπορεί αλλά δεν υποχρεούται να επιδώσει την αίτηση ο οφειλέτης προς τα λοιπά πρόσωπα που δεν εμπίπτουν στα παραπάνω. Έχει τη δυνατότητα με άλλα λόγια αλλά όχι την υποχρέωση ο οφειλέτης να κοινοποιήσει την αίτηση ακόμη και α) στους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις δε δύνανται να ενταχθούν (π.χ. δικαιούχος απαίτησης από αδικοπραξία), β) σε πρόσωπο που δεν είναι πιστωτής αλλά πρόσωπο με άλλη ιδιότητα (π.χ. προστατευόμενο μέλος οικογένειας οφειλέτη), 3) στους εγγυητές πριν το ν. 4161/2013 αλλά και στους συνοφειλέτες (βλ. αναλυτικά. Ι. Βενιέρη- Θ. Κατσά, Η εφαρμογή του ν. 3869/2010, σελ. 196-197).
Λυδία Ζωγοπούλου, δικηγόρος