Κατάσχεση εις χείρας τρίτου – Ευθύνη του τρίτου για αποζημίωση σε περίπτωση παράλειψης ή ανακριβούς δήλωσης του
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 985 ΚΠολΔ «Μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και εάν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση και συνάμα να αναφέρει ποιος την επέβαλλε και για ποιο ποσό (παρ. 1). Η παράλειψη της δήλωσης εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση. Αν η δήλωση παραλειφθεί ή είναι ανακριβής, ο τρίτος ευθύνεται να ζημιώσει αυτόν που επέβαλλε την κατάσχεση (παρ.3)».
Κατά την διάταξη της παρ. 3 σε περίπτωση παράλειψης υποβολής δήλωσης ή υποβολής αρνητικής αλλά ανακριβούς δήλωσης δημιουργείται ευθύνη του τρίτου για αποζημίωση του κατασχόντος για οποιαδήποτε συνακόλουθη ζημιά του. Ο από τον νόμο σύνδεσμος της σιωπηρής ή ρητής αρνητικής αλλά ανακριβούς δήλωσης με ευθύνη του τρίτου για αποζημίωση του κατασχόντος προκύπτει από την λεκτική διατύπωση της υπόψη διάταξης αλλά και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ΚΠολΔ, κατά τις οποίες η μεν Συντακτική Επιτροπή περιέλαβε στα πρακτικά της ότι «ο τρίτος ευθύνεται εκ μόνου του λόγου της παραλείψεως ή της ανακρίβειας, χωρίς να απαιτείται απόδειξη υπαιτιότητας και ανεξαρτήτως της υπάρξεως οφειλής του παραλιπόντος την δήλωσιν» (βλέπε ΣχεδΠολΔ VIII/191), η δε Αναθεωρητική Επιτροπή προέβη στην διευκρίνιση ότι «η καθιερούμενη υποχρέωσις αποζημιώσεως υφίσταται, εφόσον, εννοείται, συντρέχουν αι κατά το ουσιαστικό δίκαιον προϋποθέσεις προς αποζημίωσιν» (βλέπε ΠρακτΑναθΕπιτρ 661). Κατ’ ακολουθίαν αυτών δικαιοπαραγωγικός λόγος της ευθύνης του τρίτου, δηλαδή ζημιογόνο γεγονός είναι η σιωπηρή ή η ρητή αρνητική, αλλά ανακριβής, δήλωση του τρίτου, ενώ περαιτέρω, προϋποθέσεις της ευθύνης του τρίτου είναι η ζημιά του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράλειψης ή της δήλωσης και της ζημιάς, που θα κριθούν κατά το ουσιαστικό δίκαιο. Δεν απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας του τρίτου και κατ’ ακολουθίαν πρόκειται για αντικειμενική ευθύνη υπό την έννοια ότι στον τρίτο απόκειται η επίκληση και απόδειξη του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του κατασχόντος.
Η προς αποζημίωση υποχρέωση είναι κατ’ αρχήν ανεξάρτητη της, ως προς την ύπαρξη της οφειλής, ανακρίβειας της προς αρνητική δήλωση εξομοιούμενης παράλειψης. Ακόμα και σε περίπτωση ικανοποίησης του κατασχόντος, δεν αποκλείεται η επιδίωξη της τυχόν ζημιάς από τον κατασχόντα, την οποία υπέστη από την παραπλανητική συμπεριφορά του τρίτου, όπως π.χ. των άσκοπων δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε. Η αποζημίωση εκτείνεται σε οποιαδήποτε ζημιά, η οποία είναι απότοκος της συμπεριφοράς του τρίτου, ακόμη και σε ολόκληρο το ποσό της απαίτησής του (βλ. 5/2016 ΕιρΛαρ).
Ο κατασχών μπορεί να αναζητήσει ολόκληρη την απαίτηση του, προς ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, όταν επικαλείται και αποδεικνύει ότι συνεπεία της μη εμπρόθεσμης ή της ανειλικρινούς εκ μέρους του καθ’ ου η ανακοπή δηλώσεως δεν μπόρεσε να λάβει τα κατάλληλα για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του μέτρα ή ότι ο οφειλέτης κατέστη αναξιόχρεος μεταγενέστερα, και έτσι επήλθε αδυναμία ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του ή όταν από την παραπλανητική δήλωση ή την παράλειψη του τρίτου απώλεσε τη δυνατότητα κατασχέσεως του ίδιου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη από το οποίο θα ικανοποιείτο πλήρως, άλλως το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο (βλ. 104/2019 ΕφΠειρ).
Η αποζημίωση επιδιώκεται από τον κατασχόντα κατ’ αρχήν µέσω αγωγής, που ασκείται µε βάση τις κοινές δικονομικές διατάξεις και δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία. (βλ. 2810/2005 ΕφΑθ.) Η σχετική αγωγή αποζημιώσεως, η οποία δεν ανοίγει δίκη περί την εκτέλεση, καθόσον δεν βάλλει κατά πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας, πρέπει, κατά διαδεδομένη, ιδίως, στην αρεοπαγιτική νοµολογία άποψη, να ασκηθεί εντός της 30ήµερης προθεσμίας του άρθρου 986 ΚΠολΔ (βλ. 5/2016 ΕιρΛαρ.) Στο πλαίσιο αυτής υποστηρίχθηκε, ειδικότερα, ότι, εάν παρέλθει άπρακτη η ως άνω προθεσμία, επέρχεται έκπτωση από το δικαίωμα άσκησης της κατ΄ άρθρο 986 ΚΠολΔ ανακοπής, µε συνέπεια την αδυναμία του κατασχόντος δανειστή να αμφισβητήσει την ανειλικρίνεια της δήλωσης του τρίτου ή τις συνέπειες που επάγεται η παράλειψη της δήλωσης και να ζητήσει να καταβληθεί σε αυτόν ή το ποσό που κατασχέθηκε ή η αποζημίωση του άρθρου 985 παρ. 3 εδ. β΄ ΚΠολΔ. Προβάλλεται δε ως πρόσθετο επιχείρημά ότι η υιοθέτηση της αντίθετης ερμηνευτικής εκδοχής, σύμφωνα µε την οποία η προηγούμενη και εκπρόθεσμή άσκηση της κατ΄άρθρο 986 ΚΠολΔ ανακοπής δεν αποτελεί όρο του παραδεκτού της ασκούμενης κατά το άρθρο 985 παρ. 3 εδ. β΄ ΚΠολΔ αγωγής αποζημιώσεως, καθιστά τη διάταξη του άρθρου 986 ΚΠολΔ και την εκεί προβλεπόμενη προθεσμία ανενεργή, καθώς, αφού µε την παρέλευση άπρακτης της 30ήµερης προθεσμίας, παύει και η κατάσχεση , δεν μπορεί να ασκηθεί η κατ΄ άρθρο 985 παρ. 3 ΚΠολΔ αγωγή, η οποία επίσης προϋποθέτει παράλειψη ή ανακρίβεια της υποβληθείσας δήλωσης. Σταθμίζοντας, ωστόσο, και άλλες ουσιώδεις παραμέτρους της προβληματικής, η κρατούσα και ορθότερη άποψη υποστηρίζει ότι η έκπτωση του κατασχόντος δανειστή από το δικαίωμα άσκησης της κατ’ άρθρο 986 ΚΠολΔ ανακοπής δεν έχει ως συνέπεια την έκπτωση αυτού και από το δικαίωμα της κατ΄ άρθρο 985 παρ. 3 εδ. β΄ ΚΠολΔ αγωγής προς αποζημίωση, ενόψει, ιδίως, του διαφορετικού αντικειμένου των ένδικων αυτών βοηθηµάτων. Κατά συνέπεια, η αποζηµιωτική αγωγή του της παρ. 3 εδ. β΄ του παρόντος άρθρου ασκείται παραδεκτά είτε πριν, είτε και µετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής κατά της δηλώσεως του τρίτου (βλ. Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Χαρούλα Απαλαγάκη σελ. 2680, ΑΠ 448/2016).
Αγγελική Λιγοψυχάκη, ασκ. δικηγόρος
info@efotopoulou.gr