Καθ’ ύλην αρμοδιότητα επί μισθωτικών διαφορών, όταν το μίσθωμα δεν έχει ορισθεί μηνιαίο
Κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 14 παρ. 1 περ. β΄ ΚΠολΔ «Στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων υπάγονται… β) όλες οι διαφορές, κύριες ή παρεπόμενες, από σύμβαση μίσθωσης, καθώς και οι διαφορές του άρθρου 601 του Αστικού Κώδικα, εφόσον σε όλες τις περιπτώσεις αυτές το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα δεν υπερβαίνει τα εξακόσια (600) ευρώ», κατά δε το άρθρο 16 περ. 1 ΚΠολΔ «Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται, ακόμη και αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ: 1) οι διαφορές από μίσθωση πράγματος ή άλλου προσοδοφόρου αντικειμένου ή από επίμορτη αγροληψία που δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων».
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι αποκλειστικό κριτήριο για την κρίση περί υπαγωγής μισθωτικής διαφοράς στην υλική αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου ή του Μονομελούς Πρωτοδικείου είναι το ύψος του συμφωνημένου μηνιαίου μισθώματος.
Αν, ωστόσο, το μίσθωμα δεν έχει οριστεί μηνιαίο, αλλά σε μεγαλύτερα ή μικρότερα χρονικά διαστήματα, αποτελεί κοινή παραδοχή θεωρίας[1] και νομολογίας[2] ότι, στις περιπτώσεις αυτές, θα πρέπει να διενεργηθεί η σχετική υπολογιστική πράξη, ώστε να εξευρεθεί το μηνιαίο μίσθωμα. Για παράδειγμα, πρόσφατα κρίθηκε νομολογιακά[3] ότι μισθωτική διαφορά απορρέουσα από μίσθωση κινητού για 27 ημέρες, αντί συνολικού συμφωνηθέντος μισθώματος ποσού 5.865,00 ευρώ, αναρμοδίως καθ’ ύλην εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον Ειρηνοδικείου, δεδομένου ότι, κατόπιν των προσηκουσών αριθμητικών πράξεων, προκύπτει ότι το συμφωνηθέν μεταξύ των διαδίκων ημερήσιο μίσθωμα ανερχόταν στο ποσό των (5.865,00 ευρώ δια 27 ημέρες =) 217,22 ευρώ και το μηνιαίο καταβαλλόμενο μίσθωμα στο ποσό των (217,22 Χ 30 ημέρες =) 6.516,60 ευρώ, επομένως το συμφωνηθέν μίσθωμα υπερέβαινε το ποσό των 600,00 ευρώ μηνιαίως, μέχρι το οποίο θεμελιώνεται υλική αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου για την επίλυση των μισθωτικών διαφορών.
Επίσης, δέον όπως επισημανθεί ότι ως «συμφωνημένο μίσθωμα» νοείται το ποσό που ανταποκρίνεται στην αξία της χρήσης που παραχωρείται με τη μισθωτική σύμβαση, και όχι άλλες παρεπόμενες παροχές που λογίζονται μεν ως μίσθωμα, κατ’ ακριβολογίαν όμως δεν έχουν το χαρακτήρα της αντιπαροχής αυτής, επομένως δε συνυπολογίζονται για την εκτίμηση του ύψους του μισθώματος τα τέλη χαρτοσήμου, ο φόρος προστιθέμενης αξίας, οι τόκοι του μισθώματος, οι δαπάνες κοινοχρήστων, κατανάλωσης νερού ή ηλεκτρικού ρεύματος κ.λπ. που θεωρούνται μεν μίσθωμα και η καθυστέρηση πληρωμής τους θεμελιώνει λόγο απόδοσης του μισθίου (66 ΕισΝΚΠολΔ, 597 Α.Κ.), δεν μπορούν όμως να θεωρηθούν και από άποψη αρμοδιότητας ως μίσθωμα, καθότι έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα[4]. Η άποψη αυτή ερείδεται επί της διάταξης του άρθρου 9 ΚΠολΔ, η οποία προβλέπει ότι για την εκτίμηση του αντικειμένου της διαφοράς δε λαμβάνονται υπόψη οι παρεπόμενες αιτήσεις για καρπούς, τόκους και έξοδα. Έτσι, ειδικά για τους τόκους, αν και αποτελούν μίσθωμα, ρητά εξαιρούνται από τον υπολογισμό του αντικειμένου της αγωγής ως προς την αρμοδιότητα, διότι βούληση του νομοθέτη ήταν να μην επηρεάζεται η υλική αρμοδιότητα από εξαρτημένες και περιθωριακά ή αξιολογικά δευτερεύουσες απαιτήσεις.
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. Χ. Δ. Παπαδάκη, Αγωγές Απόδοσης Μισθίου, Τόμος Πρώτος, 3η έκδοση, 2006, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 351 επ., Β. Α. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’ άρθρο), Τόμος Α΄, Άρθρα 1-220, Αθήνα 1996, σελ. 154 (υπό άρθρο 14).
[2] Βλ. ΕιρΡοδ 19/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσσ 168/2012, ΕΠολΔ 2012, σελ. 371, ΕφΝαυπλ 262/1988, ΑρχΝ 1989, σελ. 443, ΕφΑθ 10600/1986, ΑρχΝ 38, σελ. 94, ΜΠρΝαυπλ 58/1989, ΕλλΔνη 1990, σελ. 1627, ΕιρΑθ 608/2002, Δίκη 2009, σελ. 993, ΕιρΑθ 2578/2002, Δίκη 2009, σελ. 994, ΕιρΑθ 607/2002, Δίκη 2009, σελ. 992, ΕιρΑθ 4940/1990, ΕλλΔνη 1990, σελ. 1626.
[3] Βλ. ΕιρΡοδ 19/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[4] Βλ. Χ. Δ. Παπαδάκη, όπ.π. (υποσημ. 1), σελ. 352-353, Β. Α. Βαθρακοκοίλη, όπ.π. (υποσημ. 1), σελ. 154 (υπό άρθρο 14).