Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Κατηγορητήριο: Απαιτείται ακριβής περιγραφή του ιστορικού (πραγματικού) συμβάντος, που συγκροτεί την αξιόποινη πράξη, με λεπτομερή και σαφή αναφορά των πραγματικών περιστατικών, έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να είναι σε θέση να προετοιμάσει αποτελεσματικά την υπεράσπισή του

Σύμφωνα με το άρθ. 100 παρ. 1 του ΚΠΔ, ορίζεται ότι: «Ο ανακριτής, μόλις μετά την κλήτευσή του εμφανισθεί ή οδηγηθεί σε αυτόν ο κατηγορούμενος για να απολογηθεί, του ανακοινώνει το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου και των εγγράφων της ανάκρισης. Επιτρέπεται επίσης στον κατηγορούμενο να μελετήσει ο ίδιος ή ο συνήγορός του το κατηγορητήριο και τα έγγραφα της ανάκρισης. Με γραπτή αίτηση του κατηγορουμένου και με δαπάνη του χορηγούνται σε αυτόν αντίγραφα του κατηγορητηρίου και των εγγράφων της ανάκρισης», ενώ κατά το άρθ. 248 παρ. 3 του ΚΠΔ, ως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με το άρθ. 13 παρ. 4 του Ν. 4637/2019 και ισχύει σήμερα: «Το κατηγορητήριο, το οποίο συντάσσει ο ανακριτής, περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται στα άρθρα 100 και 273 παρ. 2». Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 273 ΚΠΔ: «Αφού εξακριβωθεί η ταυτότητα του κατηγορουμένου και του εξηγηθούν τα δικαιώματά του, εκείνος που ενεργεί την εξέτασή του εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη για την οποία κατηγορείται και τον προσκαλεί να απολογηθεί και να υποδείξει τα μέσα της υπεράσπισής του […]».

Με το σύνολο των ανωτέρω διατάξεων, κατοχυρώνεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου που καλείται σε απολογία, να λαμβάνει πλήρη γνώση όχι μόνον των άλλων εγγράφων της ανάκρισης, αλλά και του κατηγορητηρίου. Μάλιστα, στην Έκθεση της Διευθύνσεως Επιστημονικών Μελετών της Βουλής, η οποία συνόδευσε το Σχέδιο του Ν. 2408/1996, με την παρ. 2 του οποίου αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθ. 101 ΚΠΔ (νυν άρθρο 100 ΚΠΔ), κρίθηκε επιδοκιμαστέα η εν λόγω διάταξη, με την οποία διευκρινίστηκε ότι ο Ανακριτής ανακοινώνει στον κατηγορούμενο, εκτός των εγγράφων της ανάκρισης και το κατηγορητήριο, καθώς με τον τρόπο αυτόν τέθηκε ένα τέλος στη διαδεδομένη έως τότε πρακτική, ιδίως επί προανακρίσεως, ο κατηγορούμενος να καλείται να απολογηθεί χωρίς να έχει υπ’ όψιν του διατυπωμένο κατηγορητήριο, πράγμα αντίθετο τόσο στις διατάξεις της ποινικής δικονομίας όσο και στην Ε.Σ.Δ.Α..

Πράγματι, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθ. 273 παρ. 2 εδάφ. α΄ ΚΠΔ, κατά την οποία «[…] εκείνος που ενεργεί την εξέταση (ενν. του κατηγορουμένου) του εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη για την οποία κατηγορείται […]», καθίσταται σαφές ότι η πρώτη εξεταστική ενέργεια του ανακρίνοντος – μετά την εξακρίβωση των στοιχείων της ταυτότητας του κατηγορουμένου και της επεξήγησης σε αυτόν των δικαιωμάτων του – είναι η σαφής, ήρεμη και πλήρης έκθεση της πράξεως για την οποία κατηγορείται[1]. Η ανακοίνωση της πράξης αναφέρεται στην υπό ποινική δικονομική έννοια αξιόποινη πράξη, δηλαδή το εισαγόμενο στο δικαστήριο ιστορικό συμβάν που αποτελεί, κατά τις κοινωνικές αντιλήψεις, μία ενότητα. Είναι, δε, προφανές ότι ως«πράξη» νοούνται πρωτίστως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατηγορία και όχι μόνον ο απλός νομικός χαρακτηρισμός της. Και τούτο, διότι αν δεν τεθούν υπ’ όψιν του κατηγορουμένου τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που στοιχειοθετούν, κατά τη γνώμη του ανακρίνοντος, την αξιόποινη πράξη, ο κατηγορούμενος δεν θα είναι σε θέση να γνωρίζει ποια από τα άπειρα γεγονότα που θα μπορούσαν να υπαχθούν στην υπό κρίσιν διάταξη είναι εκείνα που εν συνεχεία θα αποτελέσουν τελικά το περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού, με περαιτέρω επακόλουθο να μην μπορεί να προστατευθεί από αιφνιδιασμούς (καθώς και από ενδεχόμενη διαμόρφωση των πραγματικών περιστατικών εκ των υστέρων), να μη γνωρίζει ποια γεγονότα θα πρέπει να αντικρούσει ως προς το νόμω και ουσία βάσιμο, και τελικώς να μη μπορεί πρακτικά να απολογηθεί, φαλκιδευμένου ούτως του δικαιώματός του να προετοιμάσει αποτελεσματικά την υπεράσπιση του. Ως άλλωστε ορθώς επισημαίνεται, το άρθρο 273 ΚΠΔ υποχρεώνει αφενός, μεν, τον ανακρίνοντα να εκθέτει στον κατηγορούμενο σαφώς και πλήρως την πράξη στην οποία αφορά η κατηγορία, αφετέρου, δε, παρέχει στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ενημερώνεται σαφώς για την πράξη αυτή[2], δικαίωμα που αποτελεί ειδικότερη έκφανση του θεμελιώδους δικαιώματος ακροάσεως κι ως εκ τούτου η παραβίασή του θεμελιώνει απόλυτη ακυρότητα.

Η υποχρέωση αναλυτικής και εξειδικευμένης διατύπωσης των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη, στην οποία αφορά η κατηγορία, βαρύνει κατά μείζονα λόγο τον ανακρίνοντα, ενόψει του ότι κατ’ άρθ. 246 παρ. 1 ΚΠΔ, ήδη ο εισαγγελέας στη γραπτή παραγγελία του προς δίωξη, οφείλει να «καθορίζει και εξειδικεύει την αξιόποινη πράξη», ώστε η υποχρέωση αυτή βαρύνει εξίσου τόσο τον Εισαγγελέα, όσο και τους προανακριτικούς υπαλλήλους και τον ανακριτή, μολονότι στην πράξη τηρείται μόνον από τον τελευταίο, όταν δηλαδή διενεργείται τακτική ανάκριση. Η υποχρέωση του ανακρίνοντος να γνωστοποιήσει επακριβώς και με τη δέουσα σαφήνεια στον κατηγορούμενο την πράξη για την οποία κατηγορείται, διατυπώνεται ρητά και στο άρθ. 6 παρ. 3 εδ. α΄ της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε και στη χώρα μας (ν.δ. 53/1974), κατά το οποίο: «[…] πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α) όπως πληροφορηθή, εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας […]». Η διατύπωση της μόλις ρηθείσας διάταξης, που κατ’ άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος έχει υπερνομοθετική τυπική ισχύ, είναι χαρακτηριστική, διότι δεν αρκείται μόνο να απαιτήσει τη γνωστοποίηση της κατηγορίας προς τον κατηγορούμενο, αλλά υπογραμμίζει ότι αυτή πρέπει να γίνει «εν λεπτομερεία».

Υπό άλλη διατύπωση, δηλαδή, η ανάγκη διασφάλισης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου επιβάλλει όπως η γνωστοποίηση της κατηγορίας σε αυτόν γίνει κατά τέτοιον τρόπο, ήτοι επιβάλλεται να είναι τόσο επαρκής, ώστε αυτός να μπορεί να υπερασπίσει αποτελεσματικά τον εαυτό του. Σε διαφορετική περίπτωση, παραβιάζονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου σχετικά με την υπεράσπισή του και ιδρύεται λόγος απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 171 παρ. 1 εδάφ. δ΄ ΚΠΔ). Απαραίτητη προϋπόθεση, δε, της πιο πάνω δυνατότητας του κατηγορουμένου είναι η γνώση με τρόπο λεπτομερειακό και ορισμένο των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την κατηγορία και όχι μόνο του νομικού χαρακτηρισμού τους, αφού τα γεγονότα είναι απαραίτητο εννοιολογικό στοιχείο τόσο της κατηγορίας όσο και της νομικής υπαγωγής και καταδίκης.

Το εν λόγω δικαίωμα του κατηγορουμένου κατοχυρώνεται ως προαναφέρθηκε και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αφού η γνωστοποίηση της κατηγορίας προς τον κατηγορούμενο αποσκοπεί στο να του επιτρέψει να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Η ενάσκηση επομένως, του δικαιώματος γνώσης της κατηγορίας αποτελεί νομική και λογική προϋπόθεση, για να καταστεί δυνατή και η ενάσκηση του θεμελιώδους δικαιώματος του εδ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 6 Ε.Σ.Δ.Α., σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος δικαιούται να έχει επαρκή χρόνο αλλά και ευχέρεια για την προετοιμασία της υπεράσπισής του. Κατά συνέπεια, η παράλειψη του ανακρίνοντος να προβεί σε εξειδίκευση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη, παραβιάζει τα δικαιώματα του κατηγορουμένου που κατοχυρώνονται με το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α΄ και β΄ Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμα ακροάσεως, με αποτέλεσμα να ιδρύεται απόλυτη ακυρότητα[3].

Στο σημείο αυτό, προσήκει να επισημανθεί ότι από το άρθ. 241 ΚΠΔ, με το οποίο καθιερώνεται η αρχή του εγγράφου στην ανάκριση («Η ανάκριση γίνεται πάντοτε εγγράφως […] Για κάθε ανακριτική πράξη συντάσσεται έκθεση […]»), συνάγεται ότι οτιδήποτε διαμείβεται στα πλαίσια της ανάκρισης και επομένως και η προφορικώς διατυπωθείσα κατηγορία πρέπει να καταχωρείται στη σχετική έκθεση, ενώ περαιτέρω και από την επισκόπηση της διατύπωσης του άρθ. 100 ΚΠΔ («[…] Επιτρέπεται επίσης στον κατηγορούμενο να μελετήσει ο ίδιος ή ο συνήγορός του το κατηγορητήριο και τα έγγραφα της ανάκρισης. Με γραπτή αίτηση του κατηγορουμένου […] χορηγούνται σε αυτόν αντίγραφα του κατηγορητηρίου και των εγγράφων της ανάκρισης») αλλά και από την αναζήτηση της αληθούς έννοιας του άρθρου αυτού περί κατηγορητηρίου, αναγνωρίζεται ότι και το κατηγορητήριο είναι έγγραφο και τούτο διότι τόσο η μελέτη όσο και η λήψη αντιγράφου προφορικού κατηγορητηρίου, τα οποία αμφότερα προβλέπει το άρθρο 100 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν νοείται[4]. Άλλωστε, αν η ανακοίνωση της κατηγορίας δεν γινόταν εγγράφως, δεν θα ήταν εκ των πραγμάτων εφικτός ο έλεγχος κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, ήτοι η γνώση της κατηγορίας και συνακόλουθα η μη παρακώλυσή του στην προετοιμασία της υπεράσπισής του που με αυξημένη νομική ισχύ κατοχυρώνεται από την Ε.Σ.Δ.Α.. Εκ των ανωτέρω, συνέπεται αναμφίλεκτα ότι το κατηγορητήριο δέον όπως είναι γραπτό, πρέπει, δηλαδή, να διατυπωθεί σε έγγραφο.[5]

Εξ όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, προκύπτει προδήλως ότι η ανακοίνωση της κατηγορίας, ως αυτή περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, πρέπει να είναι λεπτομερής, δηλαδή να περιλαμβάνει όχι μόνο την ουσιαστική ποινική διάταξη, που αναφέρει στην ασκηθείσα ποινική δίωξη του ο Εισαγγελικός Λειτουργός, αλλά και ακριβή περιγραφή του ιστορικού (πραγματικού) συμβάντος, που συγκροτεί την αξιόποινη πράξη με λεπτομερή και σαφή αναφορά των πραγματικών περιστατικών, έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να είναι σε θέση να απολογηθεί ως έδει, ήτοι με σαφήνεια και πληρότητα[6].

Ευγενία Α. Φωτοπούλου, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

[1] βλ. Ζησιάδη, Β΄ γ΄ εκδ. 1977, σελ. 232, Καρρά, Μαθήματα Ποινικού Δικονομικού Δικαίου, Δεύτερο Τεύχος, 3η εκδ. 1990, σελ. 217

[2] βλ. Καρρά, Μαθήματα Ποινικού Δικονομικού Δικαίου, τ. Β΄ 3Π εκδ. σελ. 114 επ.

[3] βλ. ΠλημΑθ 2846/2014 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[4] βλ. Αθανάσιο Κονταξή, Υπάρχει υποχρέωση γραπτού κατηγορητηρίου ΠοινΧρ ΝΔ/2004.476 επ.

[5] σχετ. και η Εγκύκλιος του ΕισΑΠ 2718/1999 – ΠοινΛογ 2001, σελ. 657 (κατόπιν των τροποποιήσεων που επήλθαν στην Ποινική Δικονομία με το Ν. 2408/1996), με την οποία συστήθηκε σε όλους τους προανακριτικούς υπαλλήλους να αναγράφουν στην έκθεση εξέτασης του κατηγορούμενου με σαφήνεια ολόκληρο το περιεχόμενο της κατηγορίας επί της οποίας καλείται ο κατηγορούμενος να απολογηθεί

[6] βλ. Α. Καρρά, Η υποχρέωση έγγραφης και λεπτομερούς ανακοίνωσης της κατηγορίας στον κατηγορούμενο, ΠοινΧρ Ν/2000, σελ. 673 επ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί