Κληρονομικές σχέσεις μοναχών της εκκλησίας της Ελλάδος – Η μονή της εγκαταβιώσεως γίνεται καθολική διάδοχος της περιουσίας του κατά την κούρα του
Στο δίκαιο που ισχύει στην Εκκλησία της Ελλάδος σχετικά με το σύστημα ρυθμίσεως των περιουσιακών σχέσεων των μοναχών κεντρικό ρόλο διαδραματίζει ο Νόμος ΓΥΙΔ` της 16/19 Νοεμ. 1909 (ΦΕΚ Α` 270)
«Περί Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου και διοικήσεως Μοναστηρίων», που διατηρήθηκε σε ισχύ μέχρι σήμερα με το άρθρο 99 του ΕισΝΑΚ για τις κληρονομικές σχέσεις των μοναχών.
Χαρακτηριστικό είναι το άρθρο 18 του ως άνω νόμου ΓΥΙΔ’ /1909, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Πάσα η περιουσία των κειρομένων μοναχών περιέρχεται αυτοδικαίως εις την μονήν, μετ’ αφαίρεσιν της νομίμου μοίρας υπέρ των αναγκαίων κληρονόμων, απαιτητής από της κατατάξεως του μοναχού. Το μοναστήριον δεν ευθύνεται δια τα χρέη του γενομένου μοναχού πέρα των κεφαλαίων της εισπραχθείσης ενεργητικής περιουσίας, και δεν οφείλει τόκους ή αποζημίωσιν δια τα εισοδήματα αυτής.
Αι περιελθούσαι μετά την είσοδον εις την μονήν τω μοναχώ κληροδοσίαι ή δωρεαί, ως και κληρονομίαι, ανήκουσιν εις την μονήν, αλλά του ημίσεος της ούτω περιελθούσης τη μονή περιουσίας την επικαρπίαν έχει εφ’ όρου ζωής ο τιμηθείς δια της κληρονομίας, κληροδοσίας ή δωρεάς. Κληρονομίαν ή κληροδοσίαν αρνουμένου του μοναχού, δύναται να δεχθή αντ’ αυτού η μονή, αλλά τότε αποβάλλει ούτος υπέρ της μονής την επικαρπίαν του ημίσεος.
Εάν η ούτω περιερχομένη τη μονή περιουσία είναι βεβαρυμένη, απαιτείται δια την αποδοχήν αυτής η συνέναισις κατά της μονής, γινομένη δια του οικείου Ηγουμενοσυμβουλίου.
Δια τα χρέη της αποδεκτής γενομένης κληρονομίας ισχύει το εδάφ. α` του παρόντος άρθρου».
Από τα ανωτέρω γίνεται σαφές ότι η απόκτηση της μοναχικής ιδιότητας έχει σημαντικές επιπτώσεις για το πρόσωπο που προβαίνει στη «μοναχική απαγγελία», γιατί σε αυτήν περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων υπόσχεση ακτημοσύνης. Ο μοναχός κληρονομείται δύο φορές, πρώτον με την κουρά του και δεύτερον με το φυσικό του θάνατο. Έτσι, σύμφωνα με τα παραπάνω, με την κουρά του μοναχού περιέρχεται στη μονή της μετανοίας του ολόκληρη η περιουσία του, εκτός από το ποσοστό της νόμιμης μοίρας των μεριδούχων του, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ (αρ. 1825 επ. ΑΚ). Συνεπώς, η μονή γίνεται καθολικός διάδοχος του μοναχού και υπεισέρχεται στο σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών του.
Σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ. 4 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590/1977) «η Αρχιεπισκοπή Αθηνών, οι Μητροπόλεις και τα Εκκλησιαστικά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου απολαύουν του κατά του άρθρο 118 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικος ευεργετήματος και την εν αυτώ έκτασιν». Το άρθρο 118 του ΕισΝΑΚ ορίζει σχετικά με το ευεργέτημα της απογραφής υπερ του Δημοσίου ότι «Το δημόσιο θεωρείται πάντα κληρονόμος με το ευεργέτημα της απογραφής, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει σχετική δήλωση ή να συντάξει απογραφή, και δεν υπόκειται σε έκπτωση από το ευεργέτημα αυτό». Έτσι, η μονή ευθύνεται για την περιουσία του μοναχού που «κληρονομεί» με την «κουρά» και μάλιστα χωρίς την υποχρέωση να προβεί σε δήλωση ή να συντάξει απογραφή (βλ. Τρωιάνου Σπύρου, Παραδόσεις Εκκλησιαστικού Δικαίου, β΄ έκδοση, 1984, σελ. 405).
Αν ο μοναχός είχε συντάξει διαθήκη πριν από την κουρά του, η διάταξη αυτή της τελευταίας βουλήσεώς του είναι έγκυρη, αλλά μόνο μέχρι του σημείου «που δεν προσκρούει σε διάταξη αναγκαστικού δικαίου» (βλ. Κονιδάρης Ι., Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, 2000, §36, σελ. 182). Έτσι, είναι επιτρεπτή η εγκατάσταση κληρονόμου ή η κληροδοσία, αλλά μόνον αν γίνεται υπέρ μεριδούχου και μέχρι το ποσοστό της νόμιμης μοίρας. Επίσης, είναι δυνατή και η αποκλήρωση μεριδούχου του μοναχού. Για το χρόνο δημοσιεύσεως αυτής της διαθήκης δεν υπάρχει μεν ρητή διάταξη, αλλά λόγοι ασφάλειας των συναλλαγών επιβάλλουν τη δημοσίευση αμέσως μετά την κουρά και όχι μετά το φυσικό θάνατο του μοναχού διαθέτη (βλ. Τρωιάνου Σπύρου, Παραδόσεις Εκκλησιαστικού Δικαίου, β΄ έκδοση, 1984, σελ. 405).
Εάν μέχρι το φυσικό του θάνατο ο μοναχός έχει αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία είτε από κληρονομία, κληροδοσία ή δωρεά ή από καλλιτεχνική ή / και συγγραφική δραστηριότητα, τη στιγμή του φυσικού του θανάτου «ανοίγει» για δεύτερη φορά η κληρονομική διαδοχή του. Η περιουσία του μοναχού περιέρχεται τότε η μισή στον ΟΔΕΠ και η άλλη μισή στη μονή του, που ευθύνεται για τα χρέη αυτής μέχρι το ενεργητικό της. Μετά δε την κατάργηση του ΟΔΕΠ κατά την ορθότερη άποψη αποκλειστικός κληρονόμος της περιουσίας του τεθνεώτος μοναχού καθίσταται η μονή της εγκαταβιώσεώς του, η οποία και κληρονομεί στο ακέραιο την περιουσία που καταλείπει ο μοναχός κατά το φυσικό θάνατό του.
Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr