Λήξη σύμβασης χρησιδανείου ορισμένου και αορίστου χρόνου
Από τις διατάξεις των άρθρων 810 και 816 του ΑΚ προκύπτει ότι με την ενοχική, διαρκή και χαριστική σύμβαση του χρησιδανείου, η οποία μπορεί να καταρτισθεί και ατύπως, έστω και αν αφορά στην παραχώρηση της χρήσης ακινήτου, (ΑΠ 273/2007, ΑΠ 1357/2005 Νόμος), ο χρήστης παραχωρεί την χρήση του πράγματος, χωρίς αντάλλαγμα, στον χρησάμενο, και ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα στον χρήστη, μετά την λήξη της σύμβασης, που μπορεί να συναφθεί είτε για αόριστο είτε για ορισμένο χρόνο (βλ. ΑΠ 1913/2008). Ειδικότερα, η λήξη της σύμβασης του χρησιδανείου καθορίζεται είτε με συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων, είτε από τον σκοπό του χρησιδανείου, όπως αυτός συνομολογήθηκε. Εάν το χρησιδάνειο συμφωνήθηκε να είναι ορισμένου χρόνου, η σύμβαση λήγει με την πάροδο αυτού, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, και ο χρήστης δικαιούται να αναζητήσει το πράγμα οποτεδήποτε. Εάν η σύμβαση χρησιδανείου είναι αορίστου χρόνου, η σύμβαση λήγει αυτοδικαίως, (άρθρο 816 του ΑΚ), αφότου ο χρησάμενος έκανε χρήση του πράγματος ή όταν παρέλθει ο χρόνος κατά τον οποίο μπορούσε να κάνει χρήση.
Εκτός των ανωτέρω περιπτώσεων, κατά την διάταξη του άρθρου 817 ΑΚ, μπορεί ο χρήστης να αναζητήσει το πράγμα, οποτεδήποτε, με άτυπη και απρόσθετη καταγγελία, στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν ο χρησάμενος κάνει χρήση του πράγματος, διαφορετική από εκείνη που συμφωνήθηκε, β) αν, εξαιτίας της χρήσης που κάνει ο χρησάμενος, το πράγμα περιέρχεται σε κατάσταση χειρότερη από αυτή στην οποία βρισκόταν όταν παραδόθηκε στον χρησάμενο, γ) αν ο χρησάμενος παραχώρησε το πράγμα σε τρίτον, χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα, και ιδίως χωρίς την συναίνεση ή έγκριση του χρήστη, δ) αν ο χρήστης χρειάζεται το πράγμα, εξαιτίας επείγουσας ανάγκης, την οποία αυτός δεν μπορούσε να προβλέψει. Στην τελευταία περίπτωση, απαιτείται να πρόκειται περί ανάγκης της οποίας η ικανοποίηση δεν μπορεί να αναβληθεί, χωρίς ουσιώδη ζημία του χρήστη, και την οποία δεν μπορούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως να προβλέψει ο χρήστης (ΕφΠατρ 657/2009 Νόμος, Ρόκας, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, υπό τα άρθρα 816-819 αριθμ. 3). Στις περιπτώσεις της διάταξης του άρθρου 817 ΑΚ, η λύση του χρησιδανείου επέρχεται με καταγγελία εκ μέρους του χρήστη. Η καταγγελία είναι άτυπη, απρόθεσμη–επιφέρει δηλαδή αμέσως την λύ- ση της συμβάσεως, και δεν γεννά υποχρέωση του χρήση να αποζημιώσει τον χρησάμενο, (ΤρΕφΛαρ 200/2017, Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο, ειδικό μέρος, τόμος Ι, εκδ. 2004, σελ. 570). Επιπλέον, όσον αφορά στο χρησιδάνειο αορίστου χρόνου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 323, 505 επόμ., 608 παρ. 2, 669 παρ. 2 εδ. α και 767 παρ. 1 του ΑΚ, ο χρήστης δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση οποτεδήποτε, με τακτική καταγγελία, τάσσοντος στον χρησάμενο και εύλογη προθεσμία για την απόδοση του πράγματος, (ΕφΔωδ 166/2017, ΕφΛαρ 241/2014, ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2016/207, ΕφΛαρ 20/2003, ΝοΒ 2003/1054, Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, ειδικό μέρος, τόμος Ι, § 40 αριθμ. 27-32, Ρόκα, όπου ανωτέρω, αριθμ. 2). Σε κάθε περίπτωση, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 810, 816, 817 και 288 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαίωμα του χρήστη για αναζήτηση του πράγματος πρέπει να ασκείται, όπως επιβάλλεται από την καλή πίστη, και επομένως, δεν μπορεί να ασκηθεί ακαίρως, και κατά τρόπο προσκρούοντα στην αρχή της καλής πίστης (ΑΠ 1913/2008, Δ/νη 2010/782, ΑΠ 130/1994, Δ/νη 36.1142). Το άκαιρο και η αντίθεση στην καλή πίστη είναι έννοιες μεταβλητές στον χρόνο, ανάλογα με τις περιστάσεις που τίθενται στην κρίση του αρμοδίου δικαστηρίου. Είναι δηλαδή δυνατόν η αναζήτηση του χρησιδανείου να είναι άκαιρη και να αντίκειται στη συναλλακτική καλή πίστη σε κάποιο χρονικό σημείο, αλλά κατόπιν να μεταβάλλονται οι συνθήκες με τέτοιον τρόπο, ώστε να εκλείψει το στοιχείο του άκαιρου και η προς την καλή πίστη αντίθεση της αναζήτησης.
Μετά την κατά τα ανωτέρω λήξη ή λύση της σύμβασης χρησιδανείου, εάν ο χρήστης είναι κύριος του πράγματος, μπορεί να το αναζητήσει είτε με την ενοχική αγωγή από το χρησιδάνειο, είτε με διεκδικητική αγωγή στηριζόμενη στο δικαίωμα της κυριότητας. Επιπλέον, ο χρήστης εξακολουθεί να είναι νομέας του πράγματος και κατά την διάρκεια της παραχώρησης της χρήσης, ασκώντας τη νομή δια του χρησαμένου, ο οποίος είναι απλός κάτοχος. Ο χρήστης έχει το δικαίωμα να ασκήσει την αγωγή περί αποβολής από τη νομή κατ’ άρθρα 984 και 987 του ΑΚ, όχι απλώς όταν ο χρησάμενος αρνηθεί να αποδώσει το πράγμα σε εκπλήρωση της σχετικής ενοχικής υποχρέωσής του, αλλά εάν ο χρησάμενος μεταβάλει διάνοια, και θελήσει να αντιποιηθεί την νομή για τον εαυτό του, και εκδηλώσει την μεταβολή αυτήν στον χρήση, ο οποίος θεωρείται ότι αποβλήθηκε από την νομή αφ’ ότου έμαθε το γεγονός αυτό (ΕφΛαρ 241/2014, ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2016/207, ΕφΘεσ 1779/1995, Δ/νη 37.1440, Απ. Γεωργιάδη όπου ανωτέρω § 40 αριθμ. 23 και σημ. 39, Ρόκα όπου ανωτέρω, υπό το άρθρο 810 αριθμ. 13, 602/2019 ΕιρΘεσσ Nomos).
Ευγενία Φωτόπουλου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr