Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Μεταβολή του αιτήματος στην εκούσια δικαιοδοσία (751 ΚΠολΔ)

Το άρθρο 751 ΚΠολΔ ορίζει ότι «Μεταβολή της αίτησης επιτρέπεται με άδεια του δικαστή, εφόσον κατά την κρίση του δεν βλάπτονται συμφέροντα εκείνων που μετέχουν στη δίκη ή τρίτων. Η μεταβολή αναφέρεται στο βιβλίο που τηρείται κατά το άρθρο 776».

Όπως παρατηρείται αναφορικά με την εν λόγω διάταξη[1], η ρύθμισή της συνιστά εκδήλωση της ελαστικότητας που χαρακτηρίζει τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και σημαντική απόκλιση από τα ισχύοντα στην αμφισβητούμενη δικαιοδοσία όπου απαγορεύεται η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής προς το σκοπό αποτροπής αιφνιδιασμού του αντιδίκου (223 ΚΠολΔ). Σύστοιχα με τα ανωτέρω, στην υπ’ αριθμ. 379/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου[2]επισημαίνεται ότι «…από το συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 111, 223, 747 και 751 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι και η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας διέπεται από την αρχή της τήρησης προδικασίας, που αποσκοπεί στην προστασία εκείνου του διαδίκου, που δεν αναλαμβάνει την πρωτοβουλία ενός δικαστικού αγώνα, με την κατοχύρωση της προσήκουσας ενημέρωσης του και την αποτροπή αιφνιδιασμών, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την άμυνα του. Η εκδήλωση όμως, της αρχής αυτής που εκφράζεται και με την απαγόρευση, μετά την εκκρεμοδικία, της μεταβολής του αιτήματος της αγωγής, πλην των περιπτώσεων που ρητά ορίζονται στο αρ. 223 ΚΠολΔ, εμφανίζεται στην εκούσια δικαιοδοσία προσαρμοσμένη στα ειδικότερα χαρακτηριστικά που τη διέπουν και τους σκοπούς που υπηρετεί, δηλαδή ελαστικότητα, ανακριτικό σύστημα κ.λπ. Έτσι σύμφωνα με το αρ. 751 ΚΠολΔ, είναι επιτρεπτή η μεταβολή του αιτήματος της αίτησης, μόνο με άδεια του δικαστή, εφόσον κρίνει ότι δε βλάπτονται τα συμφέροντα αυτών που μετέχουν στη δίκη».

Ως αίτηση νοείται το αίτημα του δικογράφου, ήτοι το ζητούμενο ρυθμιστικό ή διαπιστωτικό μέτρο. Η μεταβολή του αιτήματος, η οποία είναι επιτρεπτή μόνο στον πρώτο βαθμό, επιτρέπεται εφόσον συντρέχουν οι οριζόμενες στην ως άνω διάταξη προϋποθέσεις, ήτοι εάν κατά την κρίση του δικαστή δε βλάπτονται τα συμφέροντα άλλων προσώπων, ακόμη και τρίτων, και εφόσον δοθεί προς τούτο άδεια του δικαστή[3]. Η αίτηση για τη μεταβολή του αιτήματος δεν υποβάλλεται από τη διάταξη σε ορισμένο τύπο, γι’ αυτό δύναται να υποβληθεί είτε με ίδιο δικόγραφο, είτε με τις προτάσεις, είτε ακόμη και προφορικώς, με καταχώριση αυτής στα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου[4]. Προσέτι, δεν απαιτείται συναίνεση του καθ’ ου η αίτηση διαδίκου για την ως άνω μεταβολή, γι’ αυτό η άδεια μπορεί να δοθεί και χωρίς την παρουσία αυτού. Εάν, όμως, ο δικαστής κρίνει ότι δεν εξαρκεί ο χρόνος για υπεράσπισή του ενόψει του αιτήματος μεταβολής ή εάν η βλάβη αναφέρεται στα συμφέροντα τρίτου προσώπου, μπορεί να αναβληθεί η συζήτηση για να ακουσθεί ο παρών διάδικος ή να κληθεί ο τρίτος αντίστοιχα. Η βλάβη, δε, στην οποία αναφέρεται η διάταξη δεν είναι η ουσιαστική, ήτοι αυτή που αναφέρεται στα συμφέροντα που προστατεύονται κατά το ιδιωτικό δίκαιο, αλλά η δικονομική, η οποία συνίσταται στην αδυναμία ανάπτυξης της υπεράσπισης κατά του νέου αιτήματος[5].

Εξ ετέρου, η μεταβολή δεν μπορεί να εκτείνεται σε τέτοιο σημείο ώστε να συνιστά υποκατάσταση της έννομης σχέσης της δίκης στη θέση της αρχικής(τούτο θα συνέβαινε λ.χ. σε περίπτωση αντικατάστασης των προσώπων της δίκης, ήτοι των διαδίκων). Ακόμη, πρέπει ναυπάρχει κάποια συνάφεια μεταξύ του αρχικού και του νέου αιτήματος και να πρόκειται για την ικανοποίησης της ίδιας ή παραπλήσιας βιοτικής ανάγκης του αιτούντος.

Η άδεια του δικαστή, η οποία συνιστά μορφή μη οριστικής απόφασης και κατ’ ακολουθία υπόκειται σε ανάκληση, δημοσιεύεται προφορικώς στο ακροατήριο με καταχώρισή της στα πρακτικά της συνεδρίασης ή, έξω από το ακροατήριο, στη δικαστική έκθεση και δεν απαιτείται η σύνταξη αυτοτελούς διαδικαστικού εγγράφου, η οποία είναι ασυμβίβαστη με την αρχή της οικονομίας της δίκης, σε σχέση μάλιστα με τη φύση της ειδικής αυτής διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση, εάν δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις που το άρθρο 751 θέτει για τη μεταβολή του αιτήματος, η απόφαση υπόκειται σε προσβολή με ένδικο μέσο[6].

Τέλος, ως ήδη ελέχθη, δεν είναι επιτρεπτή μεταβολή του αιτήματος για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο[7], γιατί σ’ αυτό εφαρμόζονται τα άρθρα 525 παρ. 2 και 526 ΚΠολΔ, τα οποία καθιστούν ανεπίτρεπτη τέτοια μεταβολή, η μεταβολή δε αυτή προσκρούει στην αρχή της μη υπέρβασης του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, με την έννοια ότι αυτοτελής αίτηση δεν είναι επιτρεπτή απευθείας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτός εάν άλλως στο νόμο ορίζεται (12 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ από τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας που αναφέρονται στη δίκη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ορίζεται διαφορετικά.

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1]Βλ. Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Άρθρα 591-1054, Νομική Βιβλιοθήκη, 4ηέκδοση, 2016, σελ. 2021-2022 (υπό άρθρο 751).

[2]Βλ. ΜονΠρΗρ 379/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[3]Βλ. Β. Α. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’ άρθρο), Τόμος Δ΄, Άρθρα 682-903, Αθήνα 1996, σελ. 430 επ. (υπό άρθρο 751).

[4]Βλ. ΜΠΑ 5549/1990, ΝοΒ 1991, σελ. 254.

[5]Βλ. ΜΠΑ 4971/1994, ΑρχΝ 46, σελ. 771.

[6]Βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, ΙΙ, Άρθρα 591-1054, Εισαγωγικός Νόμος, Εκδόσεις Σάκκουλα/ Αθήνα-Θεσσαλονίκη Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα/ Αθήνα-Κομοτηνή Δίκαιο & Οικονομία/ Π. Ν. Σάκκουλας, σελ. 1492-1493 (υπό άρθρο 751).

[7]Βλ. ΑΠ 402/1995, ΕΕΝ 1996, σελ. 334, ΕφΑθ 4426/1989, Δνη 31, σελ. 879, ΕφΘεσσ 41/1975, ΝοΒ 24, σελ. 983 = Αρμ 31, σελ. 294.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί