Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Νομική βάση για το αίτημα απαλλαγής από το κυκλικό ωράριο εργαζομένου, που είναι συγχρόνως μητέρα – μονογονέας ανήλικων τέκνων

Σύμφωνα με το άρθρο 2§5 του π.δ. 88/1999 (ΦΕΚ Α’ 94/13.05.1999: Ελάχιστες προδιαγραφές για την οργάνωση του χρόνου εργασίας σε συμμόρφωση με την υπ’ αριθμ. 93/104/ΕΚ Οδηγία της 23ης Νοεμβρίου 1993) «εργασία κατά βάρδιες» (ή αλλιώς: κυκλικό ωράριο) συνιστά κάθε μέθοδος οργάνωσης της ομαδικής εργασίας, κατά την οποία οι εργαζόμενοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον στις ίδιες θέσεις εργασίας με ορισμένο ρυθμό, περιλαμβανομένου του ρυθμού περιτροπής και η οποία μπορεί να είναι συνεχής ή ασυνεχής πράγμα το οποίο υποχρεώνει τους εργαζόμενους να επιτελούν μια εργασία σε διαφορετικές ώρες, σε μια δεδομένη περίοδο ημερών ή εβδομάδων.

1. Επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 §§ 1, 5, 6 και 7 του π.δ. 17/1996 (ΦΕΚ Α’ 11/1996: Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ), ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, λαμβάνοντας -στα πλαίσια των ευθυνών του- όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και παροχής των αναγκαίων μέσων. Επιπλέον, ο εργοδότης υποχρεούται -πέρα από την ορθή εφαρμογή των απαιτούμενων μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας- να φροντίζει ώστε τα απαιτούμενα αυτά μέτρα να προσαρμόζονται ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και τις ανάγκες των εργαζομένων, επιδιώκοντας τη βελτίωση των εκάστοτε υφισταμένων καταστάσεων. Ειδικότερα, υποχρεούται να προσαρμόζει την εργασία σύμφωνα με τα δεδομένα για την ανθρώπινη φύση, ήτοι τόσο κατά την επιλογή των μεθόδων εργασίας και παραγωγής όσο και κατά την ανάθεση των επιμέρους καθηκόντων να λαμβάνει υπόψη του όχι μόνο τις ανάγκες της παρεχόμενης εργασίας, αλλά και τις ικανότητες και ιδιαιτερότητες κάθε εργαζομένου, έτσι ώστε να μειώνονται στο ελάχιστο οι όποιες τυχόν δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων και να εξασφαλίζεται στο μέγιστο δυνατό η βελτίωση του επιπέδου προστασίας της ασφάλειας και υγείας όλων των εργαζομένων.

2. Επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8§§1α, 3 και 6 του π.δ. 17/1996, ο εργοδότης πρέπει να έχει στη διάθεσή του μια γραπτή εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν ομάδες εργαζομένων που εκτίθενται σε ιδιαίτερους κινδύνους. Η εκτίμηση αυτή του επαγγελματικού κινδύνου πραγματοποιείται από τους τεχνικό ασφάλειας, γιατρό εργασίας, ΕΣΥΠΠ ή ΕΞΥΠΠ, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αποτελεί δε μια συστηματική εξέταση όλων των πλευρών κάθε διεξαγόμενης εργασίας από την επιχείρηση με σκοπό να εντοπισθούν οι πηγές του επαγγελματικού κινδύνου -δηλαδή το τι θα μπορούσε να προκαλέσει κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων- και να διαπιστωθούν κατά πόσον και με ποια μέτρα μπορούν οι πηγές κινδύνων να εξαλειφθούν ή οι κίνδυνοι αυτοί να αποφευχθούν, λαμβάνοντας υπόψη τη βασική αρχή πρόληψης στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να εντοπίζεται η φύση του κινδύνου, ο βαθμός σοβαρότητάς του, η διάρκεια έκθεσης των εργαζομένων σ’ αυτόν, και τέλος, η συχνότητα εμφάνισής του.

3. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 16 του π.δ. 17/1996 σε κάθε εργοδότη που παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 24 του ν. 2224/94 (με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 6 της ΚΥΑ 88555/3293/30.9.88 που κυρώθηκε με το άρθρο 39 του Ν. 1836/89), ενώ σε κάθε εργοδότη που παραβαίνει από αμέλεια ή πρόθεση τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος επιβάλλονται οι ποινικές κυρώσεις του άρθρου 25 του Ν. 2224/94.

4. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 8§2 του π.δ. 88/1999 σε συνδυασμό με τα άρθρα 2§4, 8§1 και 10 του π.δ. 17/1996 και το Ν. 1264/1982 (περί εκδημοκρατισμού του συνδικαλιστικού κινήματος και συνδικαλιστικών ελευθεριών), όταν η εργασία με κυκλικό ωράριο (‘‘εργασία κατά βάρδιες’’) ενέχει ιδιαίτερους κινδύνους, συνεκτιμώμενων και των κινδύνων που συνδέονται ειδικά με τη νυχτερινή εργασία, ή σημαντική σωματική ή πνευματική ένταση, οι εργαζόμενοι τη νύχτα, δεν πρέπει να εργάζονται περισσότερο από οκτώ ώρες κατά τη διάρκεια εικοσιτετράωρης περιόδου στην οποία πραγματοποιούν νυχτερινή εργασία, με την έννοια της ‘’ενεχόμενης ιδιαίτερους κινδύνους ή σημαντική σωματική ή πνευματική ένταση εργασίας’’, να καθορίζεται -εφόσον δεν ορίζεται από την κείμενη νομοθεσία ή από συλλογικές συμβάσεις εργασίας- στο επίπεδο της επιχείρησης κατόπιν διαβούλευσης μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων ή των εκπροσώπων τους για θέματα υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων και σύμφωνα με γραπτή εκτίμηση κινδύνου που έχει υποχρέωση να διαθέτει ο εργοδότης.

5. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 9§1 του π.δ. 88/1999, σε κάθε εργαζόμενο πρέπει, πριν αναλάβει εργασία κατά τη νύχτα και κατόπιν ανά τακτά χρονικά διαστήματα, να γίνονται οι απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις προκειμένου να εξετάζεται η καταλληλότητά του για την εργασία αυτή, ενώ κατά την §2 του ίδιου άρθρου, εάν από τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 ιατρικές εξετάσεις αποδειχθεί ότι οι εργαζόμενοι τη νύχτα έχουν προβλήματα υγείας που οφείλονται στη νυχτερινή εργασία, μετατίθενται σε θέση ημερήσιας εργασίας για την οποία είναι κατάλληλοι. Όπως σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση της διάταξης αυτής, οσάκις ο εργαζόμενος τη νύχτα αποδειχθεί από ιατρικές εξετάσεις ότι πάσχει από προβλήματα υγείας οφειλόμενα στη νυχτερινή εργασία, τότε απαλλάσσεται οπωσδήποτε -όχι απλώς δύναται να απαλλαγεί- από την υποχρέωση παροχής νυχτερινής εργασίας, μετακινούμενος σε θέση ημερήσιας εργασίας.

6. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 10 του π.δ. 88/1999, για την προστασία των ειδικών κατηγοριών εργαζομένων όπως οι έγκυες γυναίκες, οι νέοι κ.λ.π. όσον αφορά την νυχτερινή τους απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας, ενώ για τις κατηγορίες εργαζομένων για τις οποίες απαιτείται κατά την εργασία τους η λήψη ιδιαίτερων μέτρων, επί πλέον των γενικών, πρέπει στη γραπτή εκτίμηση κινδύνου που έχει υποχρέωση να διαθέτει ο εργοδότης, σύμφωνα με το άρθρο 8§1 του π.δ. 17/1996 (βλ. ανωτέρω), να λαμβάνονται ιδιαιτέρως υπόψη και οι κίνδυνοι που συνδέονται με τη νυχτερινή εργασία.

7. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 12§1 του π.δ. 88/1999, ο εργοδότης υποχρεούται να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων τη νύχτα και των εργαζομένων σε βάρδιες ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, ανάλογα και με τη φύση της εργασίας αυτής.

8. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 13 του π.δ. 88/1999, ο εργοδότης πρέπει -στο πλαίσιο οργάνωσης του ρυθμού της εργασίας και των διαλειμμάτων του χρόνου εργασίας- να λαμβάνει υπόψη τη γενική αρχή της προσαρμογής της εργασίας στον άνθρωπο, ιδίως προκειμένου να περιοριστεί η μονότονη και η ρυθμική εργασία, σε συνάρτηση με το είδος της δραστηριότητας και τις απαιτήσεις ασφάλειας και υγείας.

9. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 14§2 του π.δ. 88/1999, επιτρέπονται -τηρουμένων των γενικών αρχών για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων- παρεκκλίσεις μόνο από τα άρθρα 3, 4, 5, 6 και 8 του παρόντος π.δ. (όχι δε και του μείζονος σπουδαιότητας άρθρου 9, βλ. ανωτέρω) -εφόσον αυτές δεν αντιβαίνουν στην ισχύουσα νομοθεσία- με συλλογικές συμβάσεις μεταξύ των πλέον αντιπροσωπευτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων ή μεταξύ εργοδοτών και των πλέον αντιπροσωπευτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων εργαζομένων ή με συμφωνίες μεταξύ εργοδοτών και εκπροσώπων των εργαζομένων στα εργασιακά συμβούλια, υπό τον όρο ότι στους εργαζομένους χορηγούνται ισοδύναμες περίοδοι αντισταθμιστικής ανάπαυσης ή ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου είναι αντικειμενικώς αδύνατη η χορήγηση ισοδύναμων περιόδων αντισταθμιστικής ανάπαυσης, παρέχεται στους οικείους εργαζομένους κατάλληλη προστασία σύμφωνα και με την εκτίμηση του επαγγελματικού κινδύνου όπως προβλέπεται στο άρθρο 8§1 του π.δ. 17/1996.

10. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 7 του π.δ. 176/1997 (ΦΕΚ Α΄ 150/15.7.1997: Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων, σε συμμόρφωση με την Οδηγία 92/85/ΕΟΚ), οι εργαζόμενες γυναίκες που εγκυμονούν, γαλουχούν ή είναι λεχώνες απαλλάσσονται από την υποχρέωση παροχής εργασίας κατά τη νύχτα, μετακινούμενες σε αντίστοιχη θέση ημέρας, εφόσον υποβάλουν ιατρικό πιστοποιητικό που βεβαιώνει την ανάγκη λήψης αυτού του μέτρου για λόγους που αφορούν στην ασφάλεια και την υγεία τους. Στην περίπτωση, δε, που η μετακίνησή τους είναι τεχνικά ή/και αντικειμενικά αδύνατη, απαλλάσσονται από την εργασία παντάπασι. Έτσι, εφόσον ο νόμος επιδεικνύει μια μεγαλύτερη ευαισθησία στο θέμα της μητρότητας, ακριβώς λόγω των αυξημένων ηθικών ευθυνών και των ψυχοβιολογικής φύσεως επιβαρύνσεων που ο ρόλος αυτός συνεπάγεται, κάλλιστα μπορεί η διάταξη αυτή, τελολογικά ερμηνευόμενη, να τύχει αναλογικής εφαρμογής και σε κάθε άλλη παρόμοια περίπτωση πολύτεκνης μητέρας ως μονογονέα ανήλικων τέκνων, χάριν προστασίας τόσο της μητρότητας, όσο και της παιδικής ηλικίας.

11. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 2 της υπ’ αρ. ΥΑ Φ.400/32/82424/Σ.343 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Άμυνας (ΦΕΚ Β΄ 1139/03.06.2011: Διοικητικά και άλλα ευεργετικά μέτρα για το στρατιωτικό προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων με ιδιαίτερα και οξέα κοινωνικά προβλήματα), για τους γονείς μονογονεϊκών οικογενειών που υπηρετούν στις Ένοπλες Δυνάμεις και που ασκούν τη γονική μέριμνα ενός τουλάχιστον ανήλικου τέκνου, θεσπίζεται προνομιακή εξαίρεση από τα γενικώς ισχύοντα περί του κυκλικού ωραρίου, επιτρέποντάς τους να εκτελούν μόνον υπηρεσίες που δεν απαιτούν διανυκτέρευση. Η ρύθμιση αυτή, καίτοι περιορίζεται στο στρατιωτικό προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων, αποτελεί μια δικαιοπολιτική επιλογή που σαφέστατα κλίνει υπέρ της προστασίας της μονογονεϊκής οικογένειας και των ιδιαίτερων αναγκών της, επιλογή η οποία διανοίγει για το μέλλον τη νομοθετική οδό προς την κατεύθυνση της εξασφάλισης περισσότερων προστατευτικών εγγυήσεων υπέρ της μονογονεϊκής οικογένειας, και είναι ως εκ τούτου νομικώς εφικτό να τύχει αναλογικής εφαρμογής και στις περιπτώσεις μονογονεϊκών οικογενειών άλλης επαγγελματικής ειδικότητας, όπως π.χ. η νοσηλευτική, που απαιτεί υπερβάλλουσα αφοσίωση και σωματική και ψυχική αντοχή για την ευπρεπή και ευσυνείδητη διεκπεραίωσή της.

12. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 21§1 του Συντάγματος, η οικογένεια, συνιστούσα θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους, προστασία η οποία μάλιστα, κατά πάγια νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, ανάγεται σε λόγο υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, υπέρ του οποίου πρέπει να υποχωρεί κάθε άλλη στάθμιση.

13. Επειδή σύμφωνα με τοάρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης(ο οποίος μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας, στη 1.12.2009, έχει την ίδια δεσμευτική ισχύ και το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες, βλ. άρθρο 6§1 ΣΕΕ),κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του (βλ. και άρθρο 8§1 ΕΣΔΑ), ενώ σύμφωνα με το άρθρο 33 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να μπορεί να συνδυάζει την οικογενειακή με την επαγγελματική ζωή του και στο πλαίσιο αυτού του δικαιώματος έχει το ειδικότερο δικαίωμα προστασίας από την απόλυση για λόγους που συνδέονται με τη μητρότητα, καθώς και δικαίωμα αμειβόμενης άδειας μητρότητας και γονικής άδειας μετά τη γέννηση του παιδιού. 

14. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 22§1 του Συντάγματος, η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, το οποίο μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου πληθυσμού.

15. Επειδή έχει υποστηριχθεί από την Ένωση Νοσηλευτών Ελλάδοςότι εξαίρεση από το κυκλικό ωράριο θα μπορούσε να ισχύσει και στις περιπτώσεις των υπαλλήλων που κατέχουν θέσεις ευθύνης, είναι δηλαδή διευθυντές, τομεάρχες ή τμηματάρχες, οι οποίοι δέον όπως εκτελούν πρωινή βάρδια χάριν της εύρυθμης λειτουργίας της υπηρεσίας ή του τμήματος που προΐστανται (βλ http://enne.gr/7173).

16. Επειδή η απορρέουσα απευθείας από την ίδια την ιδέα της Δικαιοσύνης και τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 Συντάγματος) αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένωνπου διέπει τις οριζόντιες σχέσεις των ιδιωτών μεταξύ τουςεπιβάλλει όχι μόνο την όμοια μεταχείριση των όμοιων περιπτώσεων, αλλά και την ανόμοια μεταχείριση των ανόμοιων περιπτώσεων, και ειδικότερα, δεν αποκλείει -ενδεχομένως δε και να επιβάλλει κατ’ εξαίρεση- την ιδιαίτερη προνομιακή μεταχείριση κάποιας κατηγορίας εργαζομένων, αν αυτή η μεταχείριση δικαιολογείται από τις ιδιάζουσες ιδιότητες και τις ιδιαιτερότητες της εξαιρούμενης από τον γενικό κανόνα κατηγορίας, ούτως ώστε η εξαίρεση από τον κανόνα να μην αποτελεί αδικαιολόγητη και άδικη (για τους λοιπούς) ευνοϊκή μεταχείριση, αλλά νομικοηθική υποχρέωση που επιβάλλεται από την αρχή της επιείκειας, της πρόνοιας, της καλής πίστηςκαι των χρηστών συναλλακτικών ηθών(βλ και υπ’ αρ. 20 σκέψη). Έτσι, οσάκις κάποιος μεμονωμένος εργαζόμενος έχει σοβαρό ειδικό προσωπικό λόγο να εξαιρεθεί από την καταρχήν αμερόληπτη μεταχείριση του κυκλικού ωραρίου, επειδή π.χ. αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας ή ιδιαίτερα αυξημένες και απαιτητικές οικογενειακές ανάγκες ενόψει της ύπαρξης ανήλικων τέκνων ή για το λόγο ότι είναι μονογονέας με απουσία δυνατότητας στήριξης από το συγγενικό περιβάλλον, η άκαμπτη και ομοιόμορφη μεταχείριση με αυστηρά και απόλυτα ίσο μέτρο όλων αδιακρίτως των εργαζομένων θα συνεπαγόταν αυτομάτως την επέλευση αδικίας στους χρήζοντες αυξημένης προστασίας εργαζομένους. Εξάλλου,η αρχή της ίσης μεταχείρισης δε σημαίνει άκριτη, τυφλή και ισοπεδωτική εφαρμογή της αρχής της ισότητας σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις, αλλά αναλογική εφαρμογή της, επί τη βάσει νομικοηθικά επιτρεπτών -ενδεχομένως δε και επιβεβλημένων- διακρίσεων. Οι ατομικές, λοιπόν, συνθήκες κάθε εργαζομένου (όπως η μεγάλη ηλικία του, η κατάσταση της υγείας του ή η οικογενειακή του κατάσταση), εφόσον λαμβάνονται υπόψη ισότιμα για όλους τους εργαζομένους, δικαιολογούν την απόκλιση στην ομοιόμορφη μεταχείριση και δεν εισάγουν αυθαίρετη διάκριση. Το κριτήριο διάκρισης, πάντως, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι γενικό και αντικειμενικό, να αφορά δηλαδή μια συγκεκριμένη και υπαρκτή κατηγορία προστατευτέων εργαζομένων.

17. Επειδή το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου)απαγορεύει τις δυσμενείς -επί σκοπώ στερήσεως κάποιου δικαιώματος ή ελευθερίας- διακρίσεις που γίνονται λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών φρονημάτων, ηλικίας κλπ., όχι δε και εκείνες τις δικαιοπολιτικά θεμιτές διακρίσεις που εισάγουν ευμενέστερη μεταχείριση για τον ευρισκόμενο σε δυσμενέστερη και μειονεκτική θέση εργαζόμενο, προκειμένου μέσω αυτής της μεταχείρισης να επέλθει εξισορρόπηση των δυνατοτήτων των εργαζομένων και να τους παρασχεθεί η defactoδυνατότητα νομικά και πραγματικά ισότιμης εκκίνησης και παροχής αναλογικά ισοδύναμων ευκαιριών.

18. Επειδή ναι μεν η παροχή εργασίας από κάποιον εργαζόμενο σε συγκεκριμένη μόνο βάρδια χωρίς συμμετοχή στις λοιπές δεν συνάδει με τη λογική του κυκλικού ωραρίου (διαδοχή των εργαζομένων με ορισμένο ρυθμό στις ίδιες θέσεις εργασίας, βλ. ανωτέρω σκέψη υπ’ αρ. 4) και η αρχή της ισότητας επιτάσσει την καταρχήν ισότιμη συμμετοχή όλων των υπαλλήλων στο κυκλικό ωράριο και στις καθορισμένες βάρδιες, πλην όμως, αν για κάποιον εργαζόμενο συντρέχει σοβαρός και εξαιρετικός ειδικός λόγος διαφοροποίησής του από το εργασιακό αυτό καθεστώς,που να δικαιολογεί εξαίρεσή του επειδή του δημιουργεί αφόρητο βάρος να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του κυκλικού ωραρίου και συνεπάγεται υπέρμετρη και δυσανάλογη -σε σχέση με το παραγόμενο αποτέλεσμα και συγκριτικά μετους λοιπούς εργαζομένους που δεν αντιμετωπίζουν παρόμοιο πρόβλημα- επιβάρυνση της ψυχικής και σωματικής του υγείας,τότε προέχει η προστασία της υγείας του και η αποτροπή πρόκλησης μελλοντικής βλάβης εις βάρος της σωματικής, ψυχολογικής και συναισθηματικής ισορροπίας του εργαζομένου, διότι στη στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων (εργασιακή οργάνωση και παραγωγικότητα από τη μία και υγεία από την άλλη) η πλάστιγγα του νόμου κλίνει κατηγορηματικά και αδιαπραγμάτευτα υπέρ του κατ’ είδος σπουδαιότερου και συνταγματικής περιωπής, προσωποπαγούς εννόμου αγαθού της υγείας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 21§3 του Συντάγματος, και της σωματικής και διανοητικής ακεραιότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 3§1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  

19. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 31 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα σε συνθήκες εργασίας οι οποίες σέβονται την υγεία, την ασφάλεια και την αξιοπρέπειά του, καθώς και σε ένα όριο μέγιστης διάρκειας εργασίας, σε ημερήσιες και εβδομαδιαίες περιόδους ανάπαυσης και σε ετήσια περίοδο αμειβόμενων διακοπών.

20. Επειδή από την κανονιστική αρχή της καλής πίστης (άρθρα ΑΚ 281, 200, 288),-η οποία ενεργεί συσταλτικά ως προς τον τρόπο άσκησης των εργασιακών εξουσιών και του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη- και από την ίδια τη φύση της εργασιακής σχέσης καθεαυτήςως διαρκούς προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης (πρβλ. άρθρο ΑΚ 651) συνάγεται ότι ο εργοδότης βαρύνεται με την λεγόμενη ‘‘υποχρέωση πρόνοιας’’, μερικότερες εκδηλώσεις της οποίας είναι οι εξής: 1) η υποχρέωση να σέβεται την προσωπικότητα (βλ. άρθρα ΑΚ 57, 59) των εργαζομένων και να καλλιεργεί κλίμα ομαλής συνεργασίας στο προσωπικό,δοθέντος ότι η ανάμειξη της προσωπικότητας των εργαζομένων στα εργασιακά τους καθήκοντα είναι αναπόφευκτη και συνακολούθως και η ανάμειξη της διανοητικής και ψυχικής τους ισορροπίας, η οποία και απαιτείται σε διπλάσιο βαθμό προκειμένου για το νυχτερινό ωράριο, πολλώ δε μάλλον όταν πρέπει η μητέρα μονογονέας ανήλικων τέκνων και εργαζόμενη να συμβιβάσει τα εργασιακά της καθήκοντα με τα αυξημένης απαιτητικότητας οικογενειακά2) η υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη τις ειδικές σωματικές και λοιπές ιδιαιτερότητες κάθε εργαζομένου κατά την ανάθεση της εργασίας και τον επιμερισμό των καθηκόντων, και τέλος, 3) η υποχρέωση να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα πρόληψης, ασφάλειας και προστασίας για τη ζωή, την υγεία και τη σωματική και διανοητική ακεραιότητα των εργαζομένων, τροποποιώντας καταλλήλως τις συνθήκες εργασίας και τον περιβάλλοντα εργασιακό χώρο (βλ. άρθρα ΑΚ 662, 663 και ειδική εργατική νομοθεσία).

21. Επειδή καμία διάταξη από τα ανωτέρω προεδρικά διατάγματα π.δ. 17/1996 και π.δ. 88/1999 δεν απαγορεύει ρητώς τη δυνατότητα απαλλαγής κάποιου εργαζομένου από το κυκλικό ωράριο και την κατά βάρδιες εργασία, ακόμα και εάν δεν συντρέχει κατ’ ανάγκη κάποιος συγκεκριμένος σοβαρός ιατρικός λόγος υγείας αυτού, η γένεση του οποίου να οφείλεται οπωσδήποτε στη νυχτερινή εργασία και εξαιτίας του οποίου να εμποδίζεται να συνεχίσει την εκτέλεση της εργασίας, όπερ σημαίνει ότι επιτρέπεται η απαλλαγή του εργαζομένου, εφόσον και στο μέτρο που συντρέχει ιδιάζων προς τούτο προσωπικός λόγος, ο οποίος να δικαιολογεί επαρκώς την ανάγκη αποκλεισμού του από το κυκλικό ωράριο.Τέτοιος λόγος είναι και ο θεσμός της οικογένειας, ιδίως όταν αυτή είναι μονογονεϊκή, αποτελούμενη από μόνη τη μητέρα, η οποία και ασκεί μόνη της τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της, τα οποία -αναλόγως του νεαρού της ηλικίας τους- χρήζουν ιδιαίτερης εκάστοτε μέριμνας και φροντίδας. Αυτές ακριβώς οι ιδιαίτερα αυξημένες απαιτήσεις και ανάγκες της μονογονεϊκής οικογένειας είναι και ο λόγος που την καθιστούν ειδικώς προστατευτέα.

Βικεντία – Άννα Μπενάκη

Δικηγόρος Αθηνών

Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί