Νομοθεσία περί λαθροθηρίας άγριων πτηνών
Το 2009 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της 30ής Νοεμβρίου 2009 διαπίστωσε ότι ένας μεγάλος αριθμός ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση, υφίσταται μείωση του πληθυσμού του, η οποία είναι μάλιστα ταχύτατη σε ορισμένες περιπτώσεις και η μείωση αυτή αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος, ιδίως εξαιτίας των απειλητικών συνεπειών της για τη βιολογική ισορροπία.
Τα είδη αυτά αποτελούν κοινή κληρονομιά και η αποτελεσματική προστασία των πτηνών συνιστά περιβαλλοντολογικό πρόβλημα τυπικά διασυνοριακό που συνεπάγεται κοινές ευθύνες. Με την υπ’ αρ. 2009/147/ΕΚ οδηγία, που αποτελεί κωδικοποίηση της υπ’ αρ. 79/409/ΕΟΚ οδηγίας, η οποία μέχρι την κωδικοποίησή της είχε υποστεί σωρεία τροποποιήσεων, τονίζεται άλλη μια φορά η υποχρέωση προς διατήρηση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών στο οποίο εφαρμόζεται η συνθήκη.
Σε συμμόρφωση προς την ανωτέρω οδηγία, οι Υπουργοί Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής της Ελλάδας εξέδωσαν την υπ’ αρ. Η.Π. 37338/1807/Ε.103 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 1495/Β/06-09-2010), η παράβαση των διατάξεων της οποίας συνιστά παράνομη συμπεριφορά σύμφωνα με την περίπτωση (αα) της παραγράφου α΄ του άρθρου 2 και του παραρτήματος Ά του N. 4042/2012. Για την άσκηση της θήρας, τη σύλληψη ή τη θανάτωση πτηνών, απαγορεύεται η χρήση οποιουδήποτε μέσου, εγκατάστασης ή μεθόδου μαζικής ή μη επιλεκτικής σύλληψης ή θανάτωσης ή μέσου που μπορεί να προκαλέσει τοπικά την εξαφάνιση ενός είδους. Η θήρα ορίζονται αυστηρές προϋποθέσεις και όρια χρονικά και τοπικά για την άσκηση αυτής, και με την επιφύλαξη των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται ο από πρόθεση φόνος ή σύλληψη των άγριων πτηνών με οιονδήποτε τρόπο, η από πρόθεση αφαίρεση και η ολική ή μερική καταστροφή των φωλιών και των αυγών τους, η συλλογή των αυγών τους από το φυσικό περιβάλλον και η κατοχή τους έστω και κενών, η κατοχή, η διατήρηση σε αιχμαλωσία, η έκθεση σε κοινή θέα και η ταρίχευση των ειδών των οποίων απαγορεύεται η θήρα και η σύλληψη, καθώς και η έκθεση σε κοινή θέα νεκρών πτηνών. Απαγορεύεται επίσης η σκόπιμη ενόχλησή τους, συμπεριλαμβανομένης της φωτογράφησης, κινηματογράφησης και βιντεοσκόπησης τους, ιδίως κατά την περίοδο αναπαραγωγής και εξαρτήσεως των νεοσσών, όταν η δραστηριότητα αυτή έχει σημαντικές αρνητικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς σκοπούς της παρούσας. Απαγορεύεται για όλα τα άγρια πτηνά η εμπορική εκμετάλλευσή τους, η αγοραπωλησία, εισαγωγή, εξαγωγή, επανεξαγωγή, η εντός ή εκτός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας μεταφορά προς πώληση και η κατοχή προς πώληση ζώντων ή νεκρών αγρίων πτηνών καθώς και οιουδήποτε μέρους ή προϊόντος που προέρχεται από άγριο πτηνό και που αναγνωρίζεται εύκολα. Επίσης, κατά το δασικό κώδικα ν.δ. 86/1969 (διατάξεις περί θήρας άρθρα 251 επ.) απαγορεύεται η τοποθέτηση και η χρήση παγίδων, δηλητηρίων, δικτύων, βρόχων, ιξού ειδικών καθρεπτών, αγκίστρων και παντός είδους ελκυστικών φώτων ή οργάνων ή άλλων αναλόγων μέσων, που σκοπό έχουν τη θανάτωση, σύλληψη ή νάρκωση αγρίων πτηνών, όπως και η εμπορία, κατασκευή και η εκ του εξωτερικού εισαγωγή των οργάνων αυτών. Ακόμα, απαγορεύεται η χρησιμοποίηση για κυνήγι ελαστικής σφενδόνης, κραχτών, ομοιωμάτων και μιμητικών φωνών των θηραμάτων. Αυτονόητα δε, απαγορεύεται η θήρα διά σκοπεύσεως σε πτηνά που βρίσκονται σε τηλεγραφικούς στύλους, καλώδια του ΟΤΕ και εν γένει λοιπών έργων (ΔΕΗ κ.λπ), στα οποία δύναται να προκληθεί βλάβη στις εγκαταστάσεις.
Για τους παραβάτες των διατάξεων της υπουργικής απόφασης προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους, χρηματική ποινή καθώς και πρόστιμα που μπορεί να φτάσουν και τα 1.000 ευρώ. Τα πρόστιμα και οι χρηματικές ποινές μπορεί να διπλασιαστούν όταν πρόκειται για συγκεκριμένα είδη όπως ο αγριόκυκνος, ο μπούφος, η γαλιάντρα, η αλκυόνη και πολλά ακόμα είδη που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της υπουργικής απόφασης. Σε περίπτωση δε που από τη μη λήψη των μέτρων που προβλέπονται στις διατάξεις της υπουργικής απόφασης επέλθει οικολογική διατάραξη ή υποβάθμιση, το ύψος του προστίμου μπορεί να ανέλθει μέχρι και 500.000 ευρώ.
Οι δασικοί, δημοτικοί και κοινοτικοί υπάλληλοι και τα όργανα της Αστυνομίας, της Χωροφυλακής και της Αγροφυλακής υποχρεούνται να καταγγέλουν όλους τους παραβάτες των διατάξεων περί θήρας. Οι υπάλληλοι και τα όργανα της παρ. 1 και οι φύλακες θήρας, δικαιούνται να ερευνούν τους κυνηγετικούς σάκκους των θηρευτών, καθώς και τα μηχανοκίνητα μέσα, έχουν δικαιώματα και καθήκοντα ανακριτικών υπαλλήλων, μπορούν δε να προβαίνουν σε σωματική έρευνα κατά τα άρθρ. 257 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Οι ανωτέρω υποχρεούνται σε οποιαδήποτε παράβαση των διατάξεων περί θήρας, να κατάσχουν την άδεια θήρας, τα όπλα και όλα τα χρησιμοποιηθέντα μέσα για την ενέργεια παράνομης θήρας, ακόμα και τα θηράματα σε οποιαδήποτε κατάσταση και αν βρίσκονται.
Τα προβλεπόμενα στις πιο πάνω διατάξεις τους Δασικού Κώδικα είναι εγκλήματα αφηρημένης διακινδύνευσης της ζωής των προστατευόμενων ειδών. Η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασής τους δεν εξαρτάται από τη θανάτωση του ζώου, πράγμα που σημαίνει ότι ο νομοθέτης απειλεί ποινή κατά των συγκεκριμένων συμπεριφορών εκ μόνου του λόγου ότι αυτές μπορεί να οδηγήσουν στη θανάτωση, ακόμα κι αν τελικά δεν οδηγούν (Η προστασία των ζώων και το δίκαιο, Ι. Καράκωστας – Α. Μπρεδήμας, 2004, σελ. 155). Για να υπάρχει δηλαδή τετελεσμένο έγκλημα, δεν απαιτείται θανάτωση του ζώου ή καταστροφή του περιβάλλοντος, αρκεί η παραβίαση των διατάξεων του νόμου που θέτουν σε κίνδυνο τα ανωτέρω αγαθά. Ανάγεται δηλαδή μια προπαρασκευαστική ενέργεια σε τελειωμένο έγκλημα.
Η ημεδαπή και διεθνής νομοθεσία όχι μόνο για τα πτηνά, αλλά για τα ζώα εν γένει, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων για τα επιτρεπόμενα όργανα και όπλα, είναι δαιδαλώδης, με το νομοθέτη αγωνιωδώς να προσπαθεί να προστατεύσει την πολύτιμη πανίδα από τις πιο καταστροφικές δραστηριότητες του ανθρώπου. Η απειλή του αφανισμού πολλών ειδών έχει πάψει να είναι απειλή και έχει καταστεί πραγματικότητα, αφήνοντας τους νόμους περί λαθροθηρίας και την αναποτελεσματική εφαρμογή τους χιλιόμετρα πίσω. Το αδιέξοδο στο οποίο αργά αλλά σταθερά θα οδηγήσει η συνέχιση της λαθροθηρίας δεν είναι υποψία ή φόβος του νομοθέτη. Είναι βεβαιότητα που πηγάζει από τη λογική, δεδομένης της αναγκαιότητας συνύπαρξης των ειδών. Τροφή για σκέψη αποτελεί το χωρίο από τον Πρωταγόρα του Πλάτωνα περί δημιουργίας των όντων (Από τη ‘Νομική προστασία των ζώων – Ιστορική και ανθρωπολογική προσέγγιση’ του Επίκ. Καθηγητή της Νομικής Ανδρέα Χέλμη –μετάφρ. Η. Σπυρόπουλου): «…σε μερικά έδινε δύναμη, όχι όμως και γρηγοράδα· σ’ άλλα έδινε όπλα, για όσα όμως άφηνε χωρίς αρματωσιά σοφιζόταν κάποιαν άλλη ικανότητα, για να κρατιούνται στη ζωή. Δηλαδή, αυτά που τα έκλεισε μέσα σε μικρό σώμα, τους χάριζε γοργά φτερά ή υπόγεια κατοικία· όσα πάλι τα προίκιζε με μεγάλο σώμα, σ’ αυτό το ίδιο εμπιστεύθηκε να τα διαφεντεύει. […] Και αν τα σοφιζόταν όλ’ αυτά, ήταν γιατί είχε την έγνοια μήπως καμιά ράτσα χαθεί από το πρόσωπο της γης (μή τι γένος ἀιστωθείη). Ύστερα, αφού τα εφοδίασε μ’ όσα χρειάζονταν, για να μην αφανίσουν το ένα το άλλο, σοφιζόταν τρόπους να τα προστατέψει από τις αλλαγές του καιρού […] ντύνοντάς τα με πυκνό τρίχωμα και χοντρές προβιές […]· και τα παπούτσωσε άλλα με οπλές, άλλα με δέρματα χοντρά και χωρίς αίμα. Νοιάστηκε ακόμη το καθένα τους να βρίσκει διαφορετική τροφή, άλλο χόρτα της γης, άλλο καρπούς δέντρων κι άλλο ρίζες· μάλιστα σε μερικά έδωσε για τροφή τη σάρκα άλλων ζώων· τα ‘φερε έτσι, ώστε αυτά τα τελευταία να γεννούν από ένα δύο, τα θύματά τους όμως να γεννοβολούν πολλά μικρά – αυτόν τον τρόπο βρήκε για να σωθεί η ράτσα τους (σωτηρίαν τῷ γένει πορίζων)».
Ευγενία Φωτοπούλου
info@efotopoulou.gr