Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, εσφαλμένα δέχθηκε ότι υπάρχει -μολονότι δεν υπάρχει- ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, καίτοι αυτό υπήρχε, κατά παράβαση των άρθρων 321-324 ΚΠολΔ [1]. Ο τελευταίος αυτός λόγος, που αφορά στην παράβαση του υπάρχοντος δεδικασμένου, είναι και ο θεωρητικά σπουδαιότερος και στην πράξη συνηθέστερος. Δεδικασμένο παράγουν ως γνωστόν οι οριστικές και τελεσίδικες (μη υποκείμενες σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση) αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα τους ως καταψηφιστικών, αναγνωριστικών ή διαπλαστικών και ανεξάρτητα από το αν δέχονται ή απορρίπτουν την αίτηση δικαστικής προστασίας για ουσιαστικούς ή τυπικούς λόγους. Δεσμευτικότητα αναπτύσσουν και οι άδικες ή εσφαλμένες τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις [2], όχι όμως και οι ανυπόστατες, ενώ δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθεί υπόψη απόφαση, με την οποία αντιμετωπίστηκε νομικό ζήτημα, εκτός αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου ή της κατά το άρθρο 580 § 5 ΚΠολΔ δεσμευτικότητας [3].
Αρχικά, για τη δημιουργία του λόγου αυτού αναιρέσεως απαιτείται η συνδρομή όλων των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, όπως αυτές συνάγονται από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, ήτοι ταυτότητα διαδίκων, ταυτότητα δικαιώματος και αντικειμένου και, τέλος, ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας. Έτσι, δεδικασμένο υπάρχει, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία και συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη, ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση [4]. Σημειωτέον ότι για τη θεμελίωση του λόγου αυτού πρέπει οι αντικρουόμενες αποφάσεις να είναι πολιτικών δικαστηρίων, και δη αποφάσεις που δεν προσβάλλονται πλέον με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση (τελεσίδικες).
Προσέτι, το δεδικασμένο, που καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως αυτός διατυπώνεται στην απόφαση, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 324 και 332 ΚΠολΔ, δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί [5]. Εξάλλου, είναι πιθανό η απόφαση, που επικαλείται ο διάδικος για θεμελίωση ισχυρισμού του περί δεδικασμένου, να μην είναι τελείως σαφής, να δημιουργείται δε από την ασάφειά της αμφιβολία για το αν παράγεται από αυτή δεδικασμένο και σε ποια έκταση για τη δεύτερη δίκη. Ενόψει δε του ότι το δεδικασμένο εξαιρείται της διαθετικής εξουσίας των διαδίκων, οι τυχόν απόψεις αυτών για την έννοια της απόφασης δεν δεσμεύουν το δικαστήριο. Η αμφιβολία ως προς την έννοια και την έκταση του δεδικασμένου είναι δυνατόν να αναφέρεται σε οποιοδήποτε στοιχείο του νομικού συλλογισμού. Ειδικότερα, η απόφαση αποτελεί συλλογισμό, στον οποίο την μείζονα πρόταση αποτελούν οι εφαρμοσθέντες νομικοί κανόνες, την ελάσσονα η σχηματισθείσα περί του πραγματικού υλικού της δίκης πεποίθηση του δικαστηρίου και το συμπέρασμα το διατακτικό. Η μείζων και η ελάσσων πρόταση περιέχονται στο αιτιολογικό της απόφασης, το οποίο αποτελεί ουσιώδες μέρος αυτής, όπως και το διατακτικό. Κυρίως, όμως, απόφαση είναι το διατακτικό μέρος αυτής, τουτέστιν το συμπέρασμα του συλλογισμού. Παρόλα αυτά, η δικαστική απόφαση αποτελεί σύνολο και δεν μπορεί να εκληφθεί ξεχωριστά. Επομένως, το κατά πόσο τα κρινόμενα καθίστανται τελεσίδικα προσδιορίζεται από τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες μετέχουν κατά τούτο της δύναμης του δεδικασμένου, δεν αποκτούν όμως αυτοτελώς αυτή τη δύναμη, αφού το διατακτικό προσδιορίζει το είδος και την έκταση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε. Στις περιπτώσεις αυτές ανακύπτει θέμα ερμηνείας της απόφασης. Στην ερμηνεία θα προβεί το δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσκομίζεται η ασαφής απόφαση προς θεμελίωση του ισχυρισμού περί δεδικασμένου. Σε περίπτωση όμως που έχει ήδη τηρηθεί η διαδικασία των άρθρων 315 επ. ΚΠολΔ για την ερμηνεία της εν λόγω απόφασης και έχει εκδοθεί σχετική τελεσίδικη απόφαση, αυτή παράγει πλέον δεδικασμένο για την αληθινή έννοια της ασαφούς απόφασης, η οποία δεσμεύει κάθε δικαστήριο που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα [6].
Περαιτέρω, με τη δύναμη του δεδικασμένου εξοπλίζονται και οι διαιτητικές αποφάσεις (896 ΚΠολΔ), οι αναγνωρισμένες στην Ελλάδα αποφάσεις των αλλοδαπών δικαστηρίων (323 ΚΠολΔ) [7] ή αλλοδαπών διαιτητικών δικαστηρίων [8], οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών δικαστηρίων [9] -όχι όμως και οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, εκτός αν δικάσουν πολιτική αγωγή [10]- και η διαταγή πληρωμής που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου με τους όρους του άρθρ. 633 § 2 [11]. Αντιθέτως, δεν υφίσταται αντίφαση -και επομένως δε γεννάται ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης- μεταξύ πολιτικών και ποινικών αποφάσεων, μεταξύ δικαστικών αποφάσεων και αποφάσεων εκουσίας δικαιοδοσίας και τέλος μεταξύ δικαστικών αποφάσεων και αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων. Η παραβίαση της δεσμευτικότητας των αποφάσεων της εκούσιας δικαιοδοσίας (778 ΚΠολΔ) και του προσωρινού δεδικασμένου της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να δώσει αφορμή για αναίρεση με βάση τον ανωτέρω λόγο μόνο στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας ή των ασφαλιστικών μέτρων, αντίστοιχα. Ο δικαστικός συμβιβασμός δεν αναπτύσσει δεδικασμένο [12], οπότε δεν νοείται και λόγος αναίρεσης από τη λήψη ή μη λήψη υπόψη της σχετική απόφασης (περί δικαστικού συμβιβασμού) από την προσβαλλόμενη απόφαση. Το αυτό ισχύει και για τις αποφάσεις των διοικητικών οργάνων [13].
Η παράβαση του δεδικασμένου μπορεί να εντοπίζεται τόσο στα αντικειμενικά και υποκειμενικά του όρια [14], όσο και στα χρονικά του όρια [15], καθώς επίσης μπορεί να αφορά τόσο στην αρνητική όσο και στη θετική του λειτουργία [16]. Το δεδικασμένο που μπορεί να στηρίξει τον αναιρετικό αυτό λόγο δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη [17]. Η παράβαση του δεδικασμένου ως προς όλα αυτά τα σημεία, αλλά και ως προς τα προδικαστικά ζητήματα (331 ΚΠολΔ) [18] και τις καταλαμβανόμενες (γνήσιες) ενστάσεις (330 ΚΠολΔ) μπορεί να γίνει είτε με μορφή άμεση είτε με μορφή έμμεση, τουτέστιν όχι μόνο όταν προέκυψαν δύο αδιάλλακτες μεταξύ τους δικαστικές αποφάσεις, αλλά και όταν το δικαστήριο της ουσίας, που παρέβλεψε το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης, εξέδωσε τελικά και το ίδιο όμοια απόφαση με την προηγούμενη ή και οσάκις το δικαστήριο της ουσίας, προβαίνοντας σε κατ’ άρθρ. 316 ΚΠολΔ ερμηνεία της απόφασης με δύναμη δεδικασμένου, κατά την ερμηνευτική του αυτή δραστηριότητα αλλοίωσε το νόημα της απόφασης [19], παραβλέποντας το δεδικασμένο από τη διάγνωση των ορίων του δεδικασμένου που διέγραψε προηγούμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει πάντως μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Στον έλεγχό του υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ζήτημα αν τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συγκροτούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση του ίδιου δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή ή όχι των κατά τα άρθρα 324, 331 κλπ. πραγματικών προϋποθέσεων. Εφόσον η κρίση αυτή περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων για την εξακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους (άρθρο 561 § 2) [20].
Για να θεμελιωθεί ο ανωτέρω λόγος προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπαγγέλτως (άρθρο 332 ΚΠολΔ) ή κατόπιν πρότασης κάποιου από τους διαδίκους σχετικής με την έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των συντεταγμένων του δεδικασμένου. Υποστηρίζεται, ωστόσο, ότι ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη το δεδικασμένο, όπως αυτό προέκυψε από τα στοιχεία της δικογραφίας [21].
Αναφορικά με το ζήτημα της έκτασης του αναιρετικού ελέγχου, ο Άρειος Πάγος οφείλει να ελέγχει [22] εάν το δικαστήριο της ουσίας ορθώς ή μη εδέχθη ότι δεν παράγεται δεδικασμένο για ορισμένο δικαίωμα, με μία συγκεκριμένη πάντα νομική αλλά και πραγματική (ιστορική) αιτία, καθώς και το αν δέχθηκε ορθώς το αυτό δικαστήριο ότι το δικαίωμα αυτό ταυτίζεται με το εκκρεμές στη δεύτερη δίκη (ή είναι προδικαστικό του ζήτημα), όπως επίσης και το εάν υπάρχει η απαιτούμενη ταυτότητα διαδίκων. Oι προϋποθέσεις αυτές πρέπει -σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 § 2 του ΚΠολΔ-να απορρέουν άμεσα από τα διαδικαστικά έγγραφα που ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο. Ως διαδικαστικό έγγραφο νοείται εδώ κάθε δικαστική απόφαση οιουδήποτε δικαστηρίου που παράγει για την εκκρεμή δίκη δεδικασμένο [23]. Με άλλα λόγια, στο πλαίσιο του εκ του άρθρου 559 αριθμ. 16 λόγου αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου -ως κρίση αμιγώς αναγόμενη σε πράγματα, που διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου [24]- η κρίση του δικαστή για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων / περιστατικών αναφορικά με την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων [25]. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση απ’ όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ).
Μπενάκη Βικεντία – Άννα
Δικηγόρος Αθηνών
Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών
info@efotopoulou.gr
[1] ΟλΑΠ 19/2005 ΝοΒ 2005, 1078.
[2] ΑΠ 59/2019 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1559/2017 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 61/2006 Δ. 2006, 680.
[3] ΑΠ 466/1988 Δνη 30/1979.
[4] ΑΠ 56/2019, ΑΠ 591/2017, ΑΠ 1685/2008 ΤΝΠ Νόμος.
[5] ΑΠ 1559/2017 ΤΝΠ Νόμος.
[6] ΑΠ 56/2019, ΑΠ 1735/2014 ΤΝΠ Νόμος.
[7] AΠ 272/1983, ΝοΒ 1983.
[8] ΑΠ 544/1996 ΕλλΔνη 1998, 547 (548).
[9] ΑΠ 1305/1984 Δ. 1986, 626 (628), ΑΠ 1500/1991 ΕλλΔνη 1992, 1595, ΑΠ 12/1992 ΝοΒ 1993, 694.
[10] ΑΠ 1474/2000 ΕλλΔνη 2001, 684, ΕΦΘΕΣ 702/1971 Αρμ. 1971, 975, ΕΦΑΘ 6697/1985 ΕλλΔνη 1985, 1197.
[11] Με την υπ’ αριθμ. 536/1994 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η απόφαση του Εφετείου, γιατί δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από διαταγή πληρωμής, μολονότι δεν συνέτρεχαν οι κατά το νόμο προϋποθέσεις γένεσής του (ΑΠ 536/1994 ΝοΒ 1995, 692).
[12] Νίκας, Ο δικαστικός συμβιβασμός, 1984, σελ. 247 επ.
[13] ΑΠ 720/1999 ΕλλΔνη 2000, 370.
[14] ΑΠ 1225/2002 ΝοΒ 2003, 1012.
[15] ΑΠ 491/2000 ΝοΒ 2001, 986.
[16] ΑΠ 386/2000 ΤΝΠ Νόμος.
[17] ΑΠ 386/2000 ΕλλΔνη 2000, 1311, ΑΠ 491/2000 ΝοΒ 2001, 986.
[18] ΑΠ 407/1997 ΝοΒ 1998, 1434, ΑΠ 390/1999 ΕλλΔνη 1999, 1520 (1521).
[19] ΑΠ 337/1993 ΕλλΔνη 1994, 378 (379).
[20] ΑΠ 11233/1999 ΕλλΔνη 2001, 394, ΑΠ 1903/2006 ΕλλΔνη 2007, 127.
[21] Μπέης, άρθρ. 559 σελ. 2236, Κονδύλης, Νίκας Τιμ. τομ. Μητσόπουλου σελ. 961/962.
[22] «Από το άρθρο 559 αρ. 16 περ. α’ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σε αυτά η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της αποφάσεως και όχι από εκείνο της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό» (έτσι η υπ’ αριθμ. 38/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, ΤΝΠ Νόμος).
[23] Μπέης, Πολιτική Δικονομία – Γενικές αρχές και ερμηνεία των άρθρων άρθρ. 559, σελ. 2236 επ.
[24] ΑΠ 832/1974 ΑρχΝ 26/214, ΑΠ 186/1971 ΝοΒ 19/721.
[25] ΑΠ 58/2019, 56/2019 ΤΝΠ Νόμος.