Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης

Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται «αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης».

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω παντελούς έλλειψης αιτιολογίας ή λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών υπάρχει όταν, από τις παραδοχές της δικαστικής απόφασης, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου (έλλειψη αιτιολογίας) ή δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις (ανεπαρκής και αντιφατική αιτιολογία, αντίστοιχα) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση και στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, έτσι ώστε να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999). Ιδρύεται, δηλαδή, ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν από τις παραδοχές της δικαστικής απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή αν αντίθετα παραβιάστηκε ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου (ΑΠ 96/2019, ΑΠ 25/2019 ΤΝΠ Νόμος).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες, που έχουν ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, έχει η απόφαση όταν τα διαλαμβανόμενα στο αιτιολογικό της πραγματικά περιστατικά -που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος- αναφέρονται αντιφατικώς, δηλαδή συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 49/2019 ΤΝΠ Νόμος).

Εξάλλου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, αναφέρεται, δηλαδή, σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, όχι όμως και σε ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών ή στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα αυτό εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ1/1999, ΟλΑΠ 12/1995, ΑΠ 96/2019, ΑΠ 25/2019 ΤΝΠ Νόμος). Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 49/2019, ΑΠ 147/2018, ΑΠ 91/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015 ΤΝΠ Νόμος).

Ως ζητήματα δε που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και τη στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 12/1995, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 96/2019, ΑΠ 24/2019, ΑΠ 25/2019 ΤΝΠ Νόμος).

Σημειωτέον ότι ο προκείμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει εσφαλμένες και αντιφατικέςαιτιολογίες, προϋποθέτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, η απόφαση του οποίου προσβάλλεται με αυτόν τον λόγο αναίρεσης, υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, και, επομένως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους, οπότε και ο υπόψη αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 538/2018 ΤΝΠ Νόμος).

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο υπόψη λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 766/2017, ΑΠ 601/2011 ΤΝΠ Νόμος), ενώ προκειμένου ειδικά για την πλημμέλεια των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται, εκτός από τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης, και η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθέμενων μερών των αιτιολογιών προκύπτει η αντίφαση (ΟλΑΠ32/1996). Επιπροσθέτως, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε -ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε- ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια να προκύπτει από το ίδιο το αναιρετήριο, καθότι η εκ της παραλείψεως αυτής αοριστία του λόγου αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψή του ως απαραδέκτου (άρθρο 577 § 1 και 2 ΚΠολΔ), δεν μπορεί να συμπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, όπως άλλωστε ισχύει και για κάθε αοριστία κάθε εισαγωγικού δίκης δικογράφου (ΟλΑΠ20/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 24/2019 ΤΝΠ Νόμος).

Τέλος, να τονιστεί ότι ο υπόψη λόγος κρίνεται ως απαράδεκτος οσάκις τα αναφερόμενα σε αυτόν πραγματικά περιστατικά συνιστούν διδάγματα κοινής πείρας, δεδομένου ότι αυτά δεν αφορούν στην ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σε αυτούς, αλλά αναφέρονται αποκλειστικά στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Βλ. επίσης ΑΠ 9/2019, ΑΠ 7/2019, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 5/2019 ΤΝΠ Νόμος.

Μπενάκη Βικεντία – Άννα

Δικηγόρος Αθηνών

Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί