Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ομαδική ασφάλιση-Ζητήματα νομιμοποίησης και εννόμου συμφέροντος στην αγωγή κατά του ασφαλιστή

Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 5 παρ. 2 εδ. β του Ν. 2496/1997 συνάγεται ότι, με την ασφαλιστική σύμβαση, ο συμβαλλόμενος ασφαλιστής αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου στο συμβαλλόμενο λήπτη της ασφάλισης ή σε τρίτον το ασφάλισμα, δηλαδή την αποζημίωση έως το τυχόν συμφωνημένο ανώτατο όριο (ασφαλιστικό ποσό), όταν επέλθει ο ζημιογόνος κίνδυνος, από τον οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστικός κίνδυνος ή ασφαλιστική περίπτωση) κατά την τυχόν συμφωνημένη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης. Λήπτης της ασφάλισης είναι το πρόσωπο που καταρτίζει την ασφαλιστική σύμβαση με τον ασφαλιστή και αναλαμβάνει την πληρωμή των ασφαλίστρων. Ασφαλισμένος δε, είναι το πρόσωπο που σχετίζεται με την ασφάλιση, αφού αυτή δικό του κίνδυνο αφορά, αλλά δεν μετέχει απαραίτητα στις ασφαλιστικές συμφωνίες. Ειδικότερα, είναι το πρόσωπο του οποίου το συμφέρον απειλείται από τον κίνδυνο (στις ασφαλίσεις ζημιών) ή το πρόσωπο τη ζωή ή την υγεία του οποίου αφορά η ασφάλιση (στις ασφαλίσεις προσώπων). Ωστόσο, εκτός από τα άνω πρόσωπα, με την ασφάλιση σχετίζεται και ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, εκείνος δηλαδή στον οποίο, όταν πραγματοποιηθεί ο ασφαλιστικός κίνδυνος, θα καταβληθεί η ασφαλιστική παροχή. Ο δικαιούχος του ασφαλίσματος μπορεί να ταυτίζεται με τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο, είναι όμως δυνατόν να είναι και τρίτο πρόσωπο. Περαιτέρω, στην ασφάλιση προσώπων, ένα ασφαλιστήριο μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα φυσικά πρόσωπα, ως ασφαλισμένους, η διάρκεια ή τα συμβάντα της ζωής των οποίων, έχουν συνδεθεί συμβατικά με την υποχρέωση του ασφαλιστή για ασφάλισμα. Το είδος αυτό ονομάζεται ομαδική ασφάλιση και αποτελεί θεσμό των συναλλαγών που βρίσκεται σε εξέλιξη και υπό διαμόρφωση (ΕφΑθ 6050/2013 δημ. Νόμος). Η ομαδική ασφάλιση, καταρτίζεται μεν με μια ασφαλιστική σύμβαση, ιδρύει όμως περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, καθώς απέναντι στον ασφαλιστή υπάρχει ένας μεν αντισυμβαλλόμενος (λήπτης της ασφάλισης), αλλά και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες υπόκεινται στους ίδιους κανόνες. Αντισυμβαλλόμενος – λήπτης της ασφάλισης είναι το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, του επιχειρηματία, ο οποίος συμβάλλεται με τον ασφαλιστή, ασφαλισμένοι δε, δηλαδή τα πρόσωπα που πλήττονται από την πραγματοποίηση του κινδύνου, είναι τα κατ` ιδίαν μέλη της ομάδας που υπόκεινται σε αυτόν, και εκδίδεται ένα ασφαλιστήριο, για το κάθε μέλος της ομάδας όμως που υπεισέρχεται στην ασφάλιση και αποκτά την ιδιότητα του ασφαλισμένου, εκδίδεται αποδεικτικό ασφάλισης για την κατοχύρωση της νομικής του θέσης. Αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή-λήπτη της ασφάλισης, οφειλέτης των ασφαλίστρων και αποδέκτης οποιασδήποτε αναγκαίας ειδοποίησης σχετικής με την ασφάλιση παραμένει ο επιχειρηματίας ο οποίος συμβάλλεται με τον ασφαλιστή και όχι ο μεγάλος αριθμός των ασφαλισμένων. Στην ομαδική ασφάλιση επί της ζωής τρίτου, αλλά και εν γένει στις ασφαλίσεις προσώπων, δικαιούχος του ασφαλίσματος μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, να ορισθεί είτε ο ίδιος ο εκάστοτε ασφαλισμένος, δηλαδή το πρόσωπο που πλήττεται από την πραγματοποίηση του κινδύνου (θάνατος, αναπηρία, ασθένεια), είτε το πρόσωπο που κατονομάζεται από τον ίδιο τον ασφαλισμένο, είτε τέλος ο ίδιος ο αντισυμβαλλόμενος – λήπτης της ασφάλισης. Όταν δικαιούχος του ασφαλίσματος ορίζεται άλλο πρόσωπο από τον αντισυμβαλλόμενο-λήπτη της ασφάλισης και ειδικότερα ο ίδιος ο ασφαλισμένος ή τρίτο πρόσωπο που αυτός κατονομάζει, τότε η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης επί της ζωής ή της υγείας τρίτου προσλαμβάνει τον χαρακτήρα της γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου (αρ. 411 ΑΚ) και ο ασφαλισμένος ή, κατά περίπτωση, ο τρίτος, που αυτός έχει κατονομάσει, με την πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου αποκτούν το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και αποκτούν ευθεία αγωγή κατά του ασφαλιστή. Παράλληλο με εκείνο του ασφαλισμένου ή του τρίτου αλλά ανεξάρτητο από αυτό, δικαίωμα έχει, στην περίπτωση αυτή, από το άρθρο 410 ΑΚ και ο αντισυμβαλλόμενος-λήπτης της ασφάλισης, ως δέκτης της υπόσχεσης, να απαιτήσει από τον ασφαλιστή να καταβάλει το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο ή στον τρίτο που αυτός έχει κατονομάσει. Αντίθετα, όταν δικαιούχος του ασφαλίσματος ορίζεται ο ίδιος ο αντισυμβαλλόμενος-λήπτης της ασφάλισης και όχι ο ασφαλισμένος ή το τρίτο πρόσωπο που αυτός κατονομάζει, τότε η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης επί της ζωής ή της υγείας τρίτου προσλαμβάνει, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, τη μορφή της ασφάλισης για ίδιο λογαριασμό και δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της (γνήσιας ή έστω μη γνήσιας) σύμβασης υπέρ τρίτου. Στην περίπτωση αυτή, δικαιούχος του ασφαλίσματος και δέκτης της υπόσχεσης του ασφαλιστή είναι ο αντισυμβαλλόμενος – λήπτης της ασφάλισης και όχι ο ασφαλισμένος, ο οποίος απλώς αποτελεί το πρόσωπο του κινδύνου, χωρίς παράλληλα να έχει καμία από τις πιο πάνω ιδιότητες, ήτοι του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή του δέκτη της υπόσχεσης του ασφαλιστή. Συνεπώς αυτός ουδέν από τη σύμβαση της ομαδικής ασφάλισης ζωής (και εν γένει προσώπου) δικαίωμα αντλεί και γι` αυτό δεν νομιμοποιείται να ασκήσει τις εκ των άρθρων 410 και 411 ΑΚ αγωγές, διότι το δικαίωμα αυτό ανήκει στον αντισύμβαλλόμενο­ λήπτη της ασφάλισης και μόνος αυτός νομιμοποιείται να το ασκήσει (βλ. και ΕφΘεσ. 908/2009 δημ. Νόμος). Τέτοια σύμβαση ομαδικής ασφάλισης επί της ζωής για ίδιο λογαριασμό, μπορεί να συνάψει μια τράπεζα για να ασφαλίσει την αποπληρωμή των δανείων που χορηγεί στους πελάτες της-δανειολήπτες κατά των κινδύνων θανάτου τους, της ανικανότητάς τους για εργασία και της ασθένειάς τους. Επομένως, αν έχει συναφθεί τέτοια σύμβαση, ο ασφαλισμένος δανειολήπτης ουδέν εξ αυτής δικαίωμα αντλεί, μόνη δε νομιμοποιούμενη να ασκήσει τα εξ αυτής δικαιώματα, μόλις ο ασφαλιστικός κίνδυνος πραγματοποιηθεί, να ζητήσει, δηλαδή, με αγωγή από τον ασφαλιστή να της καταβάλει το ασφάλισμα είναι η δανείστρια τράπεζα, στο πρόσωπο της οποίας συμπίπτουν οι ιδιότητες του αντισυμβαλλομένου-λήπτη της ασφάλισης και του δικαιούχου του ασφαλίσματος. Ούτε, εξάλλου, πλαγιαστικά, κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, ο ασφαλισμένος δανειολήπτης νομιμοποιείται, στην περίπτωση αυτή, να ασκήσει κατά του ασφαλιστή την αξίωση της δανείστριας τράπεζας για την καταβολή του ασφαλίσματος, αν η αξίωση έχει γεννηθεί και η τράπεζα αδρανεί να την ασκήσει, διότι, μεταξύ των προϋποθέσεων άσκησης της πλαγιαστικής αγωγής, είναι η ιδιότητα του πλαγιαστικώς ενάγοντος ως δανειστή του δικαιούχου της αξίωσης που ασκείται με την αγωγή (ΑΠ 885/1994, δημ. Νόμος, ΕφΘεσ. 2919/2006 δημ. Νόμος, ΕφΘεσ. 2528/2003 δημ. Νόμος), στην προκειμένη περίπτωση δε ο ασφαλισμένος δανειολήπτης δεν είναι δανειστής αλλά οφειλέτης της τράπεζας. Περαιτέρω, επί χρηματικής ενοχής δεν είναι νοητή, κατά τα άρθρα 335 και 336 ΑΚ, επιγενόμενη αδυναμία του οφειλέτη να εκπληρώσει την παροχή του, γιατί η στέρηση χρημάτων, σε οποιονδήποτε λόγο και αν οφείλεται, δεν συνιστά αδυναμία αλλά απλή οικονομική δυσχέρεια, η οποία δεν τον απαλλάσσει από την παροχή. Επίσης η οικονομική αδυναμία δεν αποτελεί εύλογη αιτία καθυστέρησης καταβολής χρηματικής παροχής [ΑΠ 850/2014 δημ. Νόμος) και δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη της από τις συνέπειες της υπερημερίας (ΑΠ 1080/2001 δημ. Νόμος). Επομένως, αν ο δανειολήπτης, εξ αιτίας ατυχήματος, ή ασθένειας, έγινε ανίκανος για εργασία και για το λόγο αυτό στερείται επαρκών εισοδημάτων για να πληρώσει τις σύμφωνημένες δόσεις του δανείου του, τούτο δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωσή του αυτή ούτε, σε περίπτωση που καθυστερεί την εκπλήρωσή της, αίρει την υπερημερία του ούτε αντίστοιχα ο δανειστής χάνει τα εκ της συμβάσεως δικαιώματά του. Αν η δανείστρια τράπεζα έχει ασφαλίσει την αποπληρωμή του δανείου κατά του κινδύνου θανάτου ή ανικανότητας του δανειολήπτη για εργασία από ατύχημα ή ασθένεια και ο κίνδυνος πραγματοποιηθεί, τούτο και μόνο δεν επιφέρει την απόσβεση των υποχρεώσεων του δανειολήπτη, σύμφωνα με τα παραπάνω. Στην περίπτωση αυτή, μόνον αν και αφότου ο ασφαλιστής καταβάλει στην δανειολήπτρια τράπεζα το ασφάλισμα, αποσβήνεται και η υποχρέωση του δανειολήπτη να της αποδώσει το δάνειο. Αν όμως η δανείστρια τράπεζα αδρανεί να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξη του ασφαλίσματος, μολονότι ο ασφαλιστικός κίνδυνος έχει πραγματοποιηθεί και ως εκ τούτου έχει βάσιμη αξίωση προς τούτο, και επιλέγει να στραφεί αποκλειστικά κατά του ασφαλισμένου δανειολήπτη αξιώνοντας από αυτόν να της αποδοθεί το δάνειο, τότε συντρέχει πιθανότητα περίπτωσης να ενεργεί αντίθετα προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, οπότε ο τελευταίος μπορεί να αποκρούσει τη σχετική αγωγή με την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 70 του Κ.Πολ.Δ. «όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή». Από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής που είναι ουσιαστικού δικαίου προκύπτει ότι είναι δυνατή η αναγνώριση με αγωγή της υπάρξεως ή ανυπαρξίας έννομης σχέσεως ιδιωτικού δικαίου η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και τελεί σε κατάσταση αβεβαιότητας, εφ` όσον συντρέχει έννομο συμφέρον. Ως έννομη σχέση νοείται η βιοτική σχέση του προσώπου που αναφέρεται σε άλλο πρόσωπο ή υλικό αγαθό και ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο. Έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η αιτούμενη διάγνωση είναι κατάλληλο μέσο άρσεως της υφιστάμενης αβεβαιότητος στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπής του προκαλούμενου στο συμφέρον του ενάγοντος κινδύνου από αυτή. Δεν είναι δε απαραίτητο να συμπίπτουν οι διάδικοι της αναγνωριστικής δίκης προς τα υποκείμενα της αναγνωριστέας έννομης σχέσης (Α.Π. 384/2013, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Είναι δυνατόν η επίδικη έννομη σχέση να συνδέει όχι τον ενάγοντα προς τον εναγόμενο, αλλά τον ενάγοντα προς τρίτο ή εναγόμενο προς τρίτο, οπότε το έννομο συμφέρον λειτουργεί νομιμοποιητικώς και αναπληρώνει την ελλείπουσα νομιμοποίηση των διαδίκων (ΑΠ 780/2007, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1192/2007 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Βάσει των ανωτέρω, στην προαναφερθείσα περίπτωση της ομαδικής ασφάλισης, σε περίπτωση που η τράπεζα αδρανεί να ασκήσει την εκ της ασφαλιστικής σύμβασης αξίωσή της για καταβολή του ασφαλίσματος, λόγω έλευσης ασφαλιστικού κινδύνου, ήτοι λόγω θανάτου, ασθένειας ή αναπηρίας του ασφαλισμένου δανειολήπτη, και ο ασφαλιστής αμφισβητεί την συνδρομή της ασφαλιστικής αυτής περίπτωσης, συνακόλουθα δε και την υποχρέωσή του να καταβάλει στη δανείστρια τράπεζα το ασφάλισμα, ο ασφαλισμένος δανειολήπτης μπορεί να εγείρει κατά αμφοτέρων, είτε και μόνον κατά του ασφαλιστή, αναγνωριστική αγωγή με αντικείμενο τη δικαστική αναγνώριση της υποχρέωσης του τελευταίου για καταβολή ασφαλίσματος στην δανείστρια τράπεζα, αν και ο ίδιος δεν είναι φορέας της αντίστοιχης αξίωσης, προκειμένου να αρθεί η αβεβαιότητα που η συμπεριφορά του (ασφαλιστή) δημιουργεί, και έτσι να αποτραπεί ο κίνδυνος που επάγεται (η αβεβαιότητά αυτή) για τα συμφέροντά του (αφού μόνον η καταβολή του ασφαλίσματος μπορεί να οδηγήσει σε απαλλαγή του από την υποχρέωση απόδοσης του δανείου), το οποίο συνιστά και το έννομο συμφέρον του, για την άσκηση της συγκεκριμένης, εκ του άρθρου 70 ΚΠολΔ, αγωγής (Εφ. Αθ. 1316/2018, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ. 89/2013 αδημ.,  595/2020 ΕφΑθ).

Λαμπρινή Σταμέλου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί