Όταν πρόκειται για διόρθωση αρχικής κτηματολογικής εγγραφής επί γεωτεμαχίου με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» και ο δικαιούχος επικαλείται ως τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, ασκείται η αγωγή που απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου
Με το ν. 4164/2013 προβλέφθηκε ότι ασκείται αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 κατά του Ελληνικού Δημοσίου μόνο στις περιπτώσεις που ο ενάγων επικαλείται ως τρόπο κτήσης κυριότητας την έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, σύμφωνα με την περ. ββ της παρ. 3 α’ του άρθρου 6 του ν. 2664/1998 ορίζεται ότι κατ’ εξαίρεση όσων ορίζονται στην περίπτωση α’, όταν πρόκειται για διόρθωση αρχικής εγγραφής επί γεωτεμαχίου με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9 και ο δικαιούχος επικαλείται ως τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, ασκείται η αγωγή της παραγράφου 2 που απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Η συγκεκριμένη διάταξη δημιουργεί κατ’ αρχήν την εντύπωση ότι αυτή αφορά αποκλειστικά και μόνο την κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε γεωτεμάχια και όχι σε οριζόντιες ιδιοκτησίες αλλά η παραπομπή ότι αυτό νοείται κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9 η οποία αναφέρεται γενικά σε ακίνητα που δεν έχουν εγγραφεί ως ανήκοντα σε ορισμένο πρόσωπο και φέρονται στα κτηματολογικά βιβλία και στα λοιπά στοιχεία του κτηματολογίου ως ακίνητα άγνωστου ιδιοκτήτη δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι η συγκεκριμένη διάταξη αναφέρεται όχι μόνο σε γεωτεμάχια αλλά και σε ακίνητα όπου υπάρχει σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας. Να σημειωθεί ότι η εξαίρεση από τη διαδικασία του άρθρου 6 παρ. 3 αφορά αποκλειστικά και μόνο την έκτακτη χρησικτησία και συνεπώς τα δικόγραφα που ασκούνται μετά την έναρξη εφαρμογής του ν. 4164/2013 (19-07-2013) και αναφέρουν ως τρόπο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία θα πρέπει να απευθύνονται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και να εισάγονται προς εκδίκαση κατά την τακτική διαδικασία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998 άλλως η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αυτονόητο είναι ότι εφόσον για τις διαφορές αυτές ακολουθείται η διαδικασία που ορίζει η διάταξη της παρ. 2 εφαρμόζονται και οι αντίστοιχες ουσιαστικές ή δικονομικές ρυθμίσεις της παρ. 2 όπως π.χ. είναι αυτές που αφορούν την εγγραφή της αγωγής στο κτηματολογικό φύλλο εντός 30 ημερών (και όχι εντός 20 ημερών που ισχύει για τις διαφορές της παρ. 3), την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (και όχι τελεσίδικης που απαιτεί η παρ. 3), την κοινοποίηση της αγωγής στο Ελληνικό Δημόσιο εντός 30 ημερών από την κατάθεση της αγωγής (και όχι εντός 20 ημερών από την κατάθεση), τη συμπλήρωση του φακέλου της δικογραφίας εντός των προβλεπόμενων από το άρθρο 237 ΚΠολΔ προθεσμιών κλπ.
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος