Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ουδεμία ακυρότητα επιφέρει η ανάγνωση, έστω και με την εναντίωση του κατηγορούμενου, απόφασης εκδοθείσας επί άλλης δίκης, η οποία δεν έχει καταστεί αμετάκλητη

Από τη διάταξη του άρθρου 362 ΚΠΔ, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 170, 171 και 177 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το δικάζον ποινικό δικαστήριο, αναζητώντας την ουσιαστική αλήθεια για τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου, προβαίνει στην ανάγνωση και ουσιαστική αξιολόγηση οποιουδήποτε χρήσιμου εγγράφου, αποδεικτικού ή διαδικαστικού, εφόσον δεν αμφιβάλλει για τη γνησιότητα του, έστω και αν το έγγραφο προέρχεται από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ή πρόκειται για απόφαση που δεν είναι αμετάκλητη, ενόψει του ότι η τήρηση της διάταξης του άρθρου 362 ΚΠΔ, δεν τάσσεται με ποινή ακυρότητας της σχετικής ποινικής διαδικασίας, και συνεπώς ουδεμίας μορφής ακυρότητα επιφέρει η ανάγνωση και λήψη υπόψη εγγράφων, τα οποία υποβάλλονται από τους διαδίκους χωρίς αμφισβήτηση της γνησιότητάς τους, καθώς και η ανάγνωση, έστω και με την εναντίωση του κατηγορούμενου, εγγράφων άλλης δίκης ή και απόφασης εκδοθείσας επί άλλης δίκης, η οποία δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, διότι δεν θίγονται τα δικαιώματα υπεράσπισης και ακρόασης του κατηγορούμενου και δεν παραβιάζεται το από το άρθρο 171 §1 στοιχ. δ` του ΚΠΔ δικαίωμα υπεράσπισης, αφού ο κατηγορούμενος έχει πάντοτε τη δυνατότητα, κατά τη διάταξη του άρθρου 358 του ίδιου ως άνω Κώδικα, να εκθέσει τις απόψεις του, να κάνει παρατηρήσεις και να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν (ΑΠ 1179/2022, ΑΠ 101/2022, ΑΠ 710/2016, ΑΠ 1560/2016).

Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, ο Άρειος Πάγος, με την υπ’ αριθμ. 1179/2022 απόφασή του (Α΄ ποινικό Τμήμα) – (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) έκρινε τα εξής: «Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ), ισχυριζόμενη: α) με τον μεν πρώτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης ότι το ως άνω δικάσαν Δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της σε βάρος της καταδικαστικής του κρίσης, ανέγνωσε και έλαβε υπόψιν του, ως αποδεικτικό στοιχείο, την με στοιχεία Α.Β.Μ…./… έγκληση της εταιρείας με την επωνυμία “…” επί της οποίας δεν είχε εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, παρά την ρητή εναντίωση των συνηγόρων υπεράσπισής της στην ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου, και β) με τον δε δεύτερο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης ότι το δικάσαν Δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης ακρόασης, αφού παρέλειψε να εκδώσει απόφαση επί της ανωτέρω αντίρρησης-εναντίωσης των συνηγόρων της σχετικά με την ανάγνωση της προαναφερθείσας εγκλήσεως. Επικουρικά δε, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης ισχυρίζεται ότι το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε την ανωτέρω αντίρρηση- εναντίωση των συνηγόρων της σχετικά με την ανάγνωση της προαναφερθείσας εγκλήσεως με ελλιπή αιτιολογία. Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ.23) προκύπτει ότι ΄΄η Πρόεδρος του Δικαστηρίου της ουσίας, πριν από την ανάγνωση κάθε εγγράφου, ανακοίνωνε το έγγραφο που επρόκειτο να αναγνωσθεί και ρωτούσε τον Εισαγγελέα, τους συνηγόρους του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας και τους συνηγόρους της κατηγορουμένης, εάν είχαν αντίρρηση για την ανάγνωση, εκείνοι δε απαντούσαν αρνητικά, πλην της περίπτωσης της ανάγνωσης της έγκλησης που αναφέρεται ανωτέρω στα αναγνωστέα έγγραφα υπό .. (ΑΒΜ …) για την οποία οι συνήγοροι της κατηγορούμενης προέβαλαν αντιρρήσεις για την ανάγνωσή της διότι δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, αντιρρήσεις οι οποίες είναι απορριπτέες, κατόπιν και αντίστοιχης πρότασης του Εισαγγελέα, καθώς πρόκειται για έγγραφο το οποίο αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και το οποίο αναγνώστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως περιλαμβανόμενο στα έγγραφα που βρίσκονται στο κατηγορητήριο. Η Πρόεδρος ρώτησε τον Εισαγγελέα και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων αν θέλουν να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο και αυτού απάντησαν αρνητικά΄΄. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ σε συνδ. με άρ. 171 παρ.1 εδ.δ` του ιδίου Κώδικα), είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο της ουσίας μπορούσε να λάβει υπόψιν για τη διαμόρφωση της κρίσης του, έγγραφο προερχόμενο από άλλη ποινική δίκη, ήτοι την ανωτέρω έγκληση, επί της οποίας δεν είχε εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, εφόσον έκρινε ότι είναι χρήσιμη η ανάγνωσή της και δεν αμφέβαλε για τη γνησιότητά της, ακόμη και μετά την διατυπωθείσα εναντίωση των συνηγόρων υπεράσπισης της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης, αφού η τελευταία και οι συνήγοροί της είχαν τη δυνατότητα, κατά τη διάταξη του άρθρου 358 του ΚΠΔ, να εκθέσουν τις απόψεις τους, να κάνουν παρατηρήσεις και να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με την αναγνωσθείσα, παρά τις αντιρρήσεις τους, ως άνω έγκληση, τις οποίες όμως δεν έκαναν, μολονότι τους δόθηκε ειδικά ο λόγος από την διευθύνουσα τη συζήτηση. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ σε συνδ. με άρ. 171 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, είναι επίσης αβάσιμος, διότι, από τα πρακτικά συνεδρίασης της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά από την αναιρεσείουσα- κατηγορούμενη, προκύπτει ότι η διευθύνουσα τη συζήτηση, κατόπιν ομοίας προτάσεως του Εισαγγελέα του δικάσαντος Δικαστηρίου, απέρριψε με αιτιολογημένη διάταξή της τις αντιρρήσεις που διατύπωσαν οι συνήγοροι της αναιρεσείουσας περί μη ανάγνωσης της επίμαχης εγκλήσεως, αφού προκύπτει σαφώς ότι η έγκληση αυτή είναι στοιχείο του κατηγορητηρίου, είχε αναγνωστεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη, άνευ εναντίωσης της κατηγορούμενης-αναιρεσείουσας, και περιλήφθηκε στα αναγνωστέα έγγραφα της πρωτόδικης υπ’ αρ. ΒΜ 2165/2020 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και συνεπώς μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας και άνευ αναγνώσεώς της. Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, είναι επίσης αβάσιμος, διότι από τα ίδια πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι μετά την ως άνω απόρριψη των ανωτέρω αντιρρήσεων από τη διευθύνουσα τη συζήτηση, δεν ασκήθηκε εκ μέρους των συνηγόρων της κατηγορούμενης-αναιρεσείουσας προσφυγή σε ολόκληρο το Δικαστήριο της ουσίας κατά της εν λόγω απορριπτικής διάταξης για να αποφανθεί σχετικώς, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρ. 335 παρ. 2 ΚΠΔ.».

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί