Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Παραγραφή καταθέσεων σε τραπεζικό λογαριασμό – Υποχρέωση πιστωτικού ιδρύματος να ενημερώνει τον δικαιούχο πριν τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής βάσει του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 4151/2013 καθώς και των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, κατ’ άρθρ. 200, 281, 288 ΑΚ

Η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, με την οποία αποσκοπείται κυρίως η ασφαλής φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνήθους για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και, επομένως, έχει επ’ αυτής εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 830 παρ. 1 εδ. β` ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, επί της ανώμαλης παρακαταθήκης, σε περίπτωση αμφιβολίας, ισχύουν οι διατάξεις για την παρακαταθήκη. Επομένως, ισχύει και η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, που ορίζει, ότι ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτήσει το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει παρέλθει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή του.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 247, 249, 251 ΑΚ προκύπτει, ότι η αξίωση υπόκειται σε παραγραφή, που, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, είναι είκοσι ετών. Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η απαίτηση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 του νόμου 4151/2013, ο οποίος εφαρμόζεται στη θέση του ΝΔ. 1195/1942 (άρθρο 6 Ν. 4151/2013), καθόσον στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου προβλέπεται η εφαρμογή του από τη δημοσίευσή του, δηλαδή στις 29.4.2013 (ΦΕΚ Α` 103/29.4.2013), χωρίς διάκριση και χωρίς ειδικότερες μεταβατικές διατάξεις, άρα, καταλαμβάνοντας και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ως αδρανής καταθετικός λογαριασμός, χαρακτηρίζεται εκείνος στον οποίο δεν έχει πραγματοποιηθεί αποδεδειγμένα καμία πραγματική συναλλαγή από τους δικαιούχους καταθέτες για χρονικό διάστημα είκοσι ετών.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1-3 του ίδιου νόμου, κάθε πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να στέλνει στον δικαιούχο αδρανούς κατάθεσης ειδοποίηση πριν τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, ενημερώνοντάς τον ότι, σε περίπτωση που δεν παρουσιάσει κίνηση ο λογαριασμός του, η κατάθεση θα παραγραφεί και θα περιέλθει στο Δημόσιο λόγω συμπλήρωσης εικοσαετίας. Συγκεκριμένα, με τη συμπλήρωση πέντε ετών από την πραγματοποίηση της τελευταίας πραγματικής συναλλαγής, πρέπει να γίνεται η πρώτη ειδοποίηση του δικαιούχου και των τυχόν συνδικαιούχων του με συστημένη επιστολή, υπό την προϋπόθεση ότι το κόστος αυτής δεν υπερβαίνει το ενυπάρχον στο συγκεκριμένο λογαριασμό ποσό, διαφορετικά, με απλή επιστολή. Η δεύτερη ειδοποίηση γίνεται με τη συμπλήρωση δέκα ετών και η τελευταία με τη συμπλήρωση δεκαπέντε ετών από την πραγματοποίηση της τελευταίας πραγματικής συναλλαγής. Η δεύτερη και η τρίτη ειδοποίηση, οι οποίες πρέπει να γίνονται με συστημένη επιστολή, αφορούν σε δικαιούχους λογαριασμών υπολοίπου μεγαλύτερου των εκατό ευρώ. Ταυτόχρονα, με την τρίτη ειδοποίηση ή την παρέλευση δεκαπενταετίας, τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να δημιουργούν ειδικό αρχείο, το οποίο θα συμπεριλαμβάνει τα στοιχεία όλων των λογαριασμών. Για την ενημέρωση των δικαιούχων ακίνητων καταθετικών λογαριασμών άνω της δεκαπενταετίας απαιτείται μία τουλάχιστον ειδοποίηση πριν τη συμπλήρωση της εικοσαετίας. Στο αρχείο αυτό θα έχουν πρόσβαση οι δικαιούχοι/συνδικαιούχοι και οι νόμιμοι κληρονόμοι τους. Το εν λόγω αρχείο θα οριστικοποιείται με τη συμπλήρωση είκοσι ετών και θα είναι στη διάθεση των εποπτικών αρχών και δημόσιων ελεγκτικών θεσμών για δέκα ακόμη χρόνια. Το υπόλοιπο αδρανούς καταθετικού λογαριασμού παραγράφεται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, μετά την παρέλευση εικοσαετίας. Η πίστωση των καταθέσεων με τόκους, καθώς και η κεφαλαιοποίησή τους, δεν συνιστούν συναλλαγή, κατά την έννοια του άρθρου 7 του παρόντος, και δεν διακόπτουν την παραγραφή.

Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 830 παρ. 1, 827, 251, 270 παρ. 1, 272 παρ. 1 και 274 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Σε περίπτωση που έχει συσταθεί τραπεζική κατάθεση, η αξίωση των καταθετών προς είσπραξη του κεφαλαίου και των τόκων υπόκειται, ανεξαρτήτως καταγγελίας και λύσης της σύμβασης, σε παραγραφή υπέρ της Τράπεζας, με χρόνο παραγραφής είκοσι ετών για το κεφάλαιο και πέντε ετών για τους τόκους, που αρχίζει, αντίστοιχα, από τότε που έγινε η αρχική κατάθεση, οπότε και απέβη το κεφάλαιο διαθέσιμο για αυτούς. Η παραγραφή δε των ανωτέρω αξιώσεων των καταθετών διακόπτεται με κάθε νέα κατάθεση στο λογαριασμό ή με κάθε ανάληψη από το λογαριασμό ή με κάθε ειδική αίτηση των καταθετών προς την τράπεζα για πράξη της που επάγεται μεταβολή του λογαριασμού, όχι όμως και με τη γέννηση των τόκων της κατάθεσης, έστω και τρεπόμενων σε κεφάλαιο, ή με τη σχετική ενημέρωση της καρτέλας του καταθέτη ανά εξάμηνο, ως μη υπαγόμενη στην έννοια κάποιου των ως άνω ειδικώς και αποκλειστικώς προβλεπόμενων ως διακοπτικών της παραγραφής γεγονότων. Σε περίπτωση δε που παραγραφεί η κύρια αξίωση των καταθετών, δηλαδή, εκείνη της είσπραξης του κεφαλαίου, συμπαραγράφεται και η παρεπόμενη αξίωσή τους προς είσπραξη τόκων, ακόμη και αν δεν συμπληρώθηκε η παραγραφή που ισχύει για αυτήν την παρεπόμενη αξίωση (AΠ 50/2009).

Επιπροσθέτως, η νομοθεσία που περιβάλλει τις τραπεζικές επιχειρήσεις περιλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό διατάξεις προστατευτικές, τόσο του κοινωνικού συνόλου, όσο και των συμφερόντων ειδικώς των πελατών των τραπεζών, κατά τρόπο που να υποθάλπεται η δημιουργία αμφίδρομων σχέσεων προσφοράς και ζήτησης εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Η σχέση εμπιστοσύνης είναι απόρροια της εφαρμογής των αρχών της καλής πίστης, δηλαδή, της συναλλακτικής ευθύτητας, που επιβάλλεται κατά την κοινή αντίληψη στον χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο και των συναλλακτικών ηθών, δηλαδή, των τρόπων ενέργειας που συνηθίζονται στις συναλλαγές. Από τις αρχές αυτές επιβάλλονται ήδη γενικά οι υποχρεώσεις, κυρίως, διαφώτισης και προστασίας. Η πρώτη έχει, ως αντικείμενο, την παροχή πληροφοριών και διευκρινίσεων, σχετικά με το περιεχόμενο μίας σύμβασης, ώστε να διαφυλάσσεται η συμβατική ελευθερία, δηλαδή, να μην επηρεάζεται από άγνοια η βούληση του άλλου μέρους, κατά τη σύναψη και διαμόρφωση του περιεχομένου τής υπό κατάρτιση σύμβασης. Η δεύτερη αφορά τη λήψη μέτρων προστατευτικών των απόλυτων έννομων αγαθών, αλλά και της περιουσίας του άλλου μέρους. Οι αρχές, λοιπόν, της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών δικαιολογούν και στηρίζουν νομοθετικά τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πελάτη και τράπεζας και τις από τη σύμβαση (ΑΚ 288) παρεπόμενες υποχρεώσεις των μερών από τη σχέση αυτή. Έτσι, την τράπεζα βαρύνει μία γενική υποχρέωση διαφύλαξης των συμφερόντων των πελατών της, που εξειδικεύεται, ιδίως, σε υποχρέωση διαφύλαξης του τραπεζικού απορρήτου, υποχρέωση επιμελούς ακρόασης και εκτίμησης των συμφερόντων του πελάτη, υποχρέωση διαφώτισης, συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης του πελάτη ενόψει συγκεκριμένων κινδύνων και, τέλος, σε υποχρέωση παροχής πληροφοριών (βλ. Σ. Ψυχομάνη, Τραπεζικό δίκαιο – Δίκαιο τραπεζικών συμβάσεων I, Δ` έκδ., σελ. 78-83, 191, 215). Η παράβαση των θεσπιζόμενων, με τις δημόσιας τάξης διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ, αρχών της καλής πίστης, δύναται θεμελιώσει περιεχόμενο της ένστασης του «γενικού δόλου», με την οποία αποκρούεται η άσκηση του δικαιώματος, όταν αυτό ασκείται κατά τρόπο που αντιβαίνει στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθμόν 6062/2021 απόφαση του, εδέχθη σχετικώς τα εξής: «Από όλα τα παραπάνω, δεν προκύπτει ποια ήταν η τελευταία συναλλαγή στον επίδικο λογαριασμό και, συνεπώς, δεν αποδείχθηκε η πάροδος εικοσαετίας από τη φερόμενη ως τελευταία συναλλαγή και, επίσης, δεν αποδείχθηκε η απόδοση στο Δημόσιο του χρηματικού υπολοίπου, γενόμενου δεκτού του πρώτου λόγου της δεύτερης έφεσης, ως ουσία βάσιμου. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ειδοποίησε και ενημέρωσε την δικαιούχο του επίδικου, φερόμενου ως αδρανούς λογαριασμού, πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου εικοσαετούς παραγραφής. Οι παραπάνω παραλείψεις της εναγόμενης, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, κατά παράβαση του νόμου και, συγκεκριμένα, του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 4151/2013, καθώς και των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, κατ’ άρθρ. 200, 281, 288 ΑΚ και, ακόμα, του δικαιώματος σεβασμού της περιουσίας, κατ’ άρθρο 1 Πρώτου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, στοιχειοθετούν τη με υπαιτιότητα ενέργεια άδικης πράξης σε βάρος της εναγομένης, κατ’ άρθρ. 914 επ. ΑΚ, εξαιτίας της οποίας προκλήθηκε υλική ζημία, ισόποση με το χρηματικό υπόλοιπο του λογαριασμού, το οποίο δεν της αποδόθηκε……… Κατόπιν όλων των παραπάνω, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές οι συνεκδικαζόμενες εφέσεις, ως ουσία βάσιμες, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να διακρατηθεί και να δικαστεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των (11.975,24 + 3.000 =) 14.975,24 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής».

Αγγελική Λιγοψυχάκη, ασκ. Δικηγόρος

Email: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί