Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Περί ανταγωγής και ένστασης συμψηφισμού

Σύμφωνα με το άρθρο 268 του ΚΠολΔ προβλέπονται τα εξής: «1. Μετά την εκκρεμοδικία ο εναγόμενος μπορεί να ασκήσει ανταγωγή. 2. Στην περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας επιτρέπεται ανταγωγή μόνο όταν ασκείται από όλους ή εναντίον όλων των ομοδίκων. 3. Δεν μπορεί να ασκηθεί ανταγωγή για υπόθεση που υπάγεται σε ειδική διαδικασία, αν η αγωγή δικάζεται κατά τη γενική ή άλλη ειδική διαδικασία και αντίστροφα. 4. Η ανταγωγή ασκείται με χωριστό δικόγραφο. Μετά την άσκηση της ανταγωγής, η δωσιδικία της διατηρείται και αν η κύρια αγωγή απορριφθεί ή ο ενάγων την ανακαλέσει ή παραιτηθεί από αυτήν.».

Είναι διαδεδομένη η αντίληψη πώς η ανταγωγή αποτελεί «μέσου αμύ­νης και επιθέσεως» του εναγομένου (βλ. Δεληκωστόπουλον-Σινανιώτην, 278 Ι σελ. 286). Η θέσις αυτή δεν ακριβολογεί, δοθέντος δη η δικαστική παραδοχή της ανταγωγής ως βάσιμου δεν επάγεται την απόρριψιν της αγωγής. Πράγματι, κατ’ αντίθεσιν προς την άρνησιν της ιστορικής βάσεως της αγωγοί και τας ουσιαστικός ενστάσεις, δια των οποίων επιδιώκει ο εναγόμενος την απόρριψιν της αγωγής ως αβασίμου, δια της ανταγωγής δεν εναν­τιώνεται ο εναγόμενος ούτε κατά της ιστορικής βάσεως της αγωγής, ούτε κατά του αιτήματος της, αλλά ζητεί αυτοτελώς να του παρασχεθή δικαστική προστα­σία εναντίον του ενάγοντος, ανεξαρτήτως της τύχης που θα έχη η αγωγή. Βεβαίως εις εξαιρετικός περιπτώσεις η παραδοχή της ανταγωγής ως βασίμου δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να γίνη παρά μόνον δια της παραλλήλου απορρίψεως της αγωγής ως αβασίμου, δηλαδή όταν ο ενάγων και ο εναγόμενος επικαλούνται προς δικαστικήν διάγνωσιν αντίθετα δικαιώματα των, π.χ. δικαί­ωμα κυριότητος επί του αυτού ακινήτου με διαφορετικήν ιστορικήν και νομικήν αιτίαν.

Κατά κανόνα όμως η ανταγωγή αναφέρεται εις άσχετον δικαίωμα του εναγομένου, του οποίου ούτε καν η ιστορική αιτία δεν απαιτείται να έχη συνάφειαν με την ιστορικήν βάσιν της αγωγής. Κατ’ ακολουθίαν η ανταγωγή δεν είναι μέσον αμύνης, αλλ’ αντεπιθέσεως του εναγομένου εναντίον του ενάγοντος. Υπό το πνεύμα αυτό εδίδασκε ο Λιβαδάς (ε.α. § 2) ότι «η ανταγωγή ως προασπίζουσα των δικαιωμάτων και συμφερόντων του εναγομένου κατά της ενδεχομένης εκ της επιδικάσεως της αγωγής να προέλθη βλάβης, ουχί απεικότως εχαρακτηρίσθη ως έμμεσος πρ6ς την αγωγήν απολογία».

Η ανταγωγή κατά την νομικήν της φύσιν είναι αγωγή και αντιδιαστέλλεται από την λειτουργίαν που επιτελεί η ένστασις συμψηφισμού. Ειδικότερα, η ανταγωγή διαφέρει ουσιωδώς από την ένστασιν συμψηφισμού. Η πρώτη είναι μέσον αντεπιθέσεως, ενώ η δευτέρα είναι μέσον αμύνης. Δια της πρώτης ο εναγόμενος ζητεί να του παρασχεθή αυτοτελής δικαστική προστασία, ανεξάρτητος από την τύχην που θα έχη η αγωγή· ενώ δια της δευτέρας ο ενα­γόμενος ζητεί απλώς και μόνον την απόρριψιν της αγωγής ο εναγόμενος έχει συνήθως την ευχέρειαν vα επιλέξη, αν θα επικαλεσθή την ανταπαίτησίν του δι’ ανταγωγής ή δι’ ενστάσεως συμψηφισμού. Όχι όμως πάντα. Η ένστασις του συμψηφισμού όπου την ουσιαστικήν της μορφήν, δηλαδή ως μονομερής δικαιο­πραξία του ιδιωτικού δικαίου (πρβλ. ΑΚ 441), προϋποθέτει ότι η απαίτησις του ενάγοντος και η ανταπαίτησις του εναγομένου είναι «ομοειδείς κατ’ αντικείμενον και ληξιπρόθεσμοι» (ΑΚ 440), άλλως η μεν ιδιωτική δικαιοπραξία του συμψηφισμού είναι αυτοδικαίως άκυρος (πρβλ. ΑΚ 174), η δε σχετική υπό δικονομικήν έννοιαν ένστασις αποβαίνει αβάσιμος. Εάν λοιπόν λείπη μία από τας προϋποθέσεις αυτάς, δεν αποκλείεται από το ουσιαστικόν δίκαιον (εφ’ όσον συν­τρέχουν αι δικονομικαί προϋποθέσεις του παραδεκτού) ν’ ασκηθή ανταγωγή περί της ανταπαιτήσεως του εναγομένου που δεν είναι ομοειδής με την επίδι­κου αξίωσιν του ενάγοντος ή που δεν είναι ακόμη ληξιπρόθεσμος (πρβλ. 69 § 1 εδ. α’ και § 2). Αλλά και αντιστρόφως ενδέχεται το ουσιαστικού δίκαιον ν’ αποκλείη την ανταγωγήν, ενώ να επιτρέπη τον συμψηφισμόν, όπως προκειμένου περί παραγεγραμμένων ανταπαιτήσεων (ΑΚ 443).

Δια της ενστάσεως του συμψηφισμού ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι vαι μεν είναι αληθής η ιστορική βάσις της αγωγής και εγεννήθη το επίδικον δικαίωμα, πλην όμως το δικαίωμα αυτό έχει ήδη αποσβεσθή δια της (εξωδίκως γενομένης ή εις την υπό δικονομικήν εννοίαν ένστασιν σωρευομένης) μονομερούς δικαιοπρα­ξίας του κατά το άρθρον 441 AK. Kαι ακριβώς επειδή απεσβέσθη το επίδικον δικαίωμα, πρέπει ν’ απορριφθή η αγωγή ως αβάσιμος. Αντιθέτως δια της αντα­γωγής δ εναγόμενος ζητεί, ανεξάρτητα από την τύχην της αγωγής, να διαγνωσθή η ύπαρξις της ανταπαιτήσεώς του και να καταδικασθή ο εναγών εις καταβολήν και επειδή ή ανταγωγή περιέχει αυτοτελή αίτησιν παροχής δικα­στικής προστασίας, θα πρέπει ν’ απευθύνεται προς δικαστήριον που έχει σχε­τικώς καθ’ ύλην αρμοδιότητα ή έστω προς δικαστήριον ανώτερου εκείνου που θα ήτο καθ’ ύλην αρμόδιον αν είχε ασκήσει και ο εναγόμενος αυτοτελή αγωγήν.

Εν όψει της αντιδιαστολής που έγινε μεταξύ της λειτουργίας της ανταγωγής και της λειτουργίας της ενστάσεως συμψηφισμού είναι έκτος αμφιβολίας ότι ή ανταγωγή προϋποθέτει καθ’ ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου, προς το όποιον απευθύνεται (34), ενώ δεν απαιτείται καθ’ ύλην αρμοδιότης και για την ένστασιν συμψηφισμού (Μπέης, Δ 2, 251. Π. Πρ. Αθηνών 2861/1972 ΕΕργΔ· 31, 729. Μ. Πρ. Ηρακλείου 672/1971 Δ 2, 495. Αντιθέτως Π. Πρ. Αθηνών 4500/1970.Δ 2, 250. Ειρ. Αθηνών 3352/1971 Αρμ. 25, 750). Σχετικώς θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως να διατυπωθή ο εξής δισταγμός : πως δεν απαιτείται καθ’ ύλην αρμοδιότης του δικαστηρίου προς το οποίον απευθύνεται η ένστασις συμψηφισμού, μολονότι δημιουργεί εκκρεμοδικίαν περί της ανταπαι­τήσεως που την στηρίζει (221 § 2), η δε απόφασις που εκδίδεται επί της ενστά­σεως αυτής δημιουργεί δεδικασμένου και περί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας της ενστάσεως που την στηρίζει (322 § 2); Η απορία αυτή είναι βέβαια, αξιόλογος. θα πρέπει όμως να τύχη προσοχή ότι η απόφασις που δέχεται ή απορρίπει την ένστασιν συμψηφισμού δεν δημιουργεί δεδικασμένου ως προς όλον το ποσόν της ανταπαιτήσεως, αλλά «μόνον μέχρι του πόσου δια το όποιον προεβλήθη η ένστασις του συμψηφισμού». Αν λοιπόν ησκήθη αγωγή ενώ­πιον του ειρηνοδικείου δι’ αξίωσιν δεκαοκτώ χιλιάδων δραχμών και ο εναγόμενος επρότεινε ένστασιν μερικού συμψηφισμού με ανταπαίτησίν του τριάντα χιλιάδων δραχμών, η απόφασις που θα εκδοθή σχετικώς δεν θα δημιουργή δεδικασμένον για όλον το ποσόν της ανταπαιτήσεως. Βεβαίως το άρθρου 222 § 2 προσθέτει την επιφύλαξιν «πλην αν εκρίθη ολόκληρον τω ποσόν της ανταπαιτή­σεως, ότε το δεδικασμένον εκτείνεται έπ’ αυτού». Η διάταξη όμως αυτή δεν αποτελεί εξαίρεσιν του κανόνος του άρθρου 331, αλλ’ ειδικήν εκδήλωσιν της εφαρμογής του. Κατά τον κανόνα δε αυτόν ή παρεμπίπτουσα διάγνωσις ενός προδικαστικού ζητήματος (όπως της ανταπαιτήσεως που επροτάθη εις συμψηφισμόν προς απόσβεσιν της επιδίκου απαιτήσεως του ενάγοντος) τότε μόνον δημιουργεί δεδικασμένου, όταν το δικαστήριον θα είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα και προς αυτοτελή διάγνωσιν του προδικαστικού ζητήματος. Εάν η επιφύλαξις του άρθρου 322 § 2 αποτελούσε εξαίρεσιν του κανόνος του άρθρου 331, υπό την έννοιαν του απαραδέκτου της ενστάσεως συμψηφισμού ενώπιον αναρμοδίου δικαστηρίου, τότε η εκδοχή αυτή θα προσέκρουε εις την ρύθμισιν του άρθρου 284, κατά την οποίαν το δικαστήριον εξετάζει τα παρεμπίπτοντα ζητή­ματα (όπως εδώ την ανταπαίτησιν του εναγομένου που επροτάθη εις συμψη­φισμού) «και όταν είναι αναρμόδιον προς εκδίκασιν αυτών». Άρα δεδικασμένου περί της ανταπαιτήσεως που επροτάθη εις συμψηφισμού δημιουργείται κατ’ ανώτατου όριον μέχρι του ύψους της καθ’ ύλην αρμοδιότητος του δικάζοντος δικαστηρίου. Τούτου όμως δοθέντος έπεται ότι αντιστοίχως και εκκρεμοδικία περί της ανταπαιτήσεως που επροτάθη εις συμψηφισμών δημιουργείται κατά το άρθρον 221 § 2 μόνον μέχρι του ύψους της καθ’ ύλην αρμοδιότητος του δικα­στηρίου που εκδικάζει την αγωγήν.

Εις τα πλαίσια των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ακόμη ότι ενώ η ανταγωγή απαραδέκτως εισάγεται κατά διαδικασίαν διαφορετικήν από εκείνην που θα έπρεπε να τηρηθή ου ο εναγόμενος είχε ασκήσει αυτοτελή αγωγήν (268 § 3), αντιθέτως δεν καθιερώνεται τέτοιο απαράδεκτου και ως προς την ένστασιν του συμψηφισμού (Μπέης, Δ 3, 373 αντιθέτως Ειρ. Αθηνών 269/1972 Δ 3, 372).

Η άσκησης ανταγωγής αποτελεί δικαίωμα του εναγομένου και όχι υποχρέωσιν (Λιβαδας-Ράμμος, ε.α. § 5), υπό την έννοιαν ότι έχει την εύχερειαν ν’ άσκηση αυτοτελή αγωγήν κατά του αντιδίκου του. Μόνον επί διαζυ­γίου, εν όψει των περιουσιακών συνεπειών των άρθρων 1453,1454 και 1460 ΑΚ, αποβαίνει η άσκησις (διαπλαστικής ή αναγνωριστικής) ανταγωγής βάρος, υπό την έννοιαν ότι μετά την λύσιν του γάμου δεν είναι βάσιμος η άσκησις αυτο­τελούς αγωγής διαζυγίου εκ μέρους του αρχικώς εναγομένου.

Η ανταγωγή ασκείται όχι μόνον κυρίως, αλλά και επικουρικώς (219 § 3), υπό την αίρεσιν της παραδοχής (ή και της απορρίψεως) της αγωγής (Μπέης, Δ 2,325. Rosenberg-Schwab § 65 IV 3 c σελ. 315. BGHZ 21, 13 και NJW 1958,188- αντιθέτως Π. Πρ. Φλωρίνης 36/1970 Δ 2, 324). Τούτο δε διότι δεν συντρέχει εδώ ο δικαιολογητικός λόγος της απαγορεύσεως της ασκήσεως διαδικαστικών πράξεων υπό αίρεσιν, δηλαδή η διατήρησις της ασφαλείας και της βεβαιότητος της διαδικασίας. Εξ άλλου, αν ήτο ακριβής η αντίθετος εκδοχή, θα ήτο αδύνατος η ανταγωγική επίκλησις αξιώσεως που έχει ως προϋπόθεσιν την διάγνωσιν της υπάρξεως του επιδίκου δικαιώματος του ενάγοντος. Πράγματι το άρθρον 219 § 1 ορίζει ότι συγχωρείται εις τον ενάγοντα ή υποβολή αιτήσεως προς διάγνωσιν ενός δικαιώ­ματος του υπό την αίρεσιν της απορρίψεως της αρχικής του αιτήσεως περί δια­γνώσεως ενός άλλου δικαιώματος του. Εάν λοιπόν αντιστοίχως δεν θα επετρέπετο εις τον εναγόμενον να υποβάλη και αυτός αίτησιν διαγνώσεως ενός δικού του δικαιώματος υπό την αντίστοιχον αίρεσιν της παραδοχής της αιτή­σεως του ενάγοντος, τότε δεν θα υπήρχε ίση μεταχείρισις του ενάγοντος και του εναγομένου (Stein-Jonas-Pohle, ε.α.).

Η ανταγωγή ασκείται δι’ ιδιαιτέρου δικογράφου, που συντάσσεται κατά τα άρθρα 118, 119 και 216, κατατίθεται εις την γραμματείαν του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αγωγή, εγγράφεται εις το πινάκιον και επιδίδεται εις τον εναγόμενον, χωρίς ν’ απαιτήται η τήρησις της τριακονθημέρου προθεσμίας κλητεύσεως.

Αι προϋποθέσεις του παραδεκτού της ανταγωγής είναι αί γενικαί προϋποθέσεις του παραδεκτού οιασδήποτε αγωγής, περαιτέρω δε και αι εξής :

α) Η ανταγωγή προϋποθετει εκκρεμοδικίαν αγωγής. Τούτο αναλύεται εις τας εξής δύο ειδικωτέρας προϋποθέσεις, πρώτον μεν ότι έχει ασκηθή αγωγή, δηλαδή έχει υποβληθή αίτησις διαγνώσεως ενός δικαιώματος (άρα δεν αρκεί ότι έχει υποβληθή απλώς αίτησις ασφαλιστικών μέτρων η αίτησις περί υπο­θέσεως της εκούσιας δικαιοδοσίας, Π. Πρ. Αθηνών 5182/1971 ΆρχΝ 23, 58 με σημ. ΠΙΘ), δεύτερον δε ότι δεν έχει εκδοθή οριστική απόφασις περί της αγω­γής, χωρίς να εχη εξετασθή η ουσία της.

β) Ανταγωγήν δικαιούται ν’ άσκηση μόνον ο εναγόμενος, πρέπει δε να την στρέψη αποκλειστικώς κατά του ενάγοντος (268 § 1). Εάν έχουν εναγάγει ή έχουν εναχθή περισσότερα πρόσωπα ως αναγκαίοι ομόδικοι, είναι παραδεκτή η ανταγωγή μόνον αν ασκήται εκ μέρους όλων των αναγκαστικώς ομοδικούντων εναγομένων ή αντιστοίχως απευθύνεται εναντίον όλων των αναγκαστικώς ομοδικούντων εναγόντων (268 § 2). Εξ άλλου, εάν μετά την άσκησιν της ανταγω­γής τρίτος προσεπικλήθη ή παρέμβη δι’ αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως ως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού ενάγοντος ή εναγομένου, αποβαίνει απαράδεκτος ή ανταγωγή, αν δεν γίνη αντίστοιχος διεύρυνσις των υποκειμενικών ορίων της.

Η ανταγωγή υπόκειται εις δικαστικόν ένσημον, υπό τας αυτάς προϋ­ποθέσεις, υπό τας οποίας θα υττέκειτο και ως αυτοτελής αγωγή. Δια της ανταγωγής ανοίγει μία νέα έννομος σχέσις δίκης. Εφεξής υπάρ­χουν δύο δίκαι που διεξάγονται απλώς εις κοινήν διαδικασίαν (Rosenberg-Schwab § 99 II 3 σελ. 483), χωρίς όμως και ν’ αποκλείεται η χωριστή συζήτησις κατά το άρθρον 247 § 2. Εάν η συζήτησις της αγωγής κηρυχθή απαράδεκτος λόγω εκκρεμοδικίας κατά το άρθρον 222 δεν αναστέλλεται αναγκαίως η συζήτησις και της αντα­γωγής (άλλως Eip. Σπάρτης 310/1972 Άρμ. 26, 1024), αλλ’ ενδείκνυται η χω­ριστή συζήτησις της ανταγωγής κατά το άρθρον 247 § 2, εκτός αν συντρέχη τέτοια συνάφεια που να δικαιολογή την συνεκδίκασίν (βλ. σχετικά σε  http://www.kostasbeys.gr/articles.php?s=4&mid=1096&mnu=1&id=19998).

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί