Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Περιουσία μοναχού μετά την κουρά προερχόμενη από χαριστική ή εκποιητική δικαιοπραξία

Η περιουσία του κειρομένου μοναχού διέπεται από το άρθρο 18 του ν. ΓΥΙΔ΄/1909, ο οποίος τροποποιήθηκε με το Ν.Δ. 1918/1942, όμως τα κένα των νόμων αυτών που δεν έχουν προβλεφθεί (ακούσια ή ακούσια) συμπληρώνονται από τις διατάξεις του κοινού Κληρονομικού και γενικότερα του Αστικού δικαίου (Όλα τα ανωτέρω ισχύουν για τις Κοινοβιακές Μονές της Εκκλησίας της Ελλάδος, όχι όμως για τους μοναχούς του Αγίου Όρους, της Θράκης, της Σάμου, της Κρήτης αλλά και των Δωδεκανήσων):

«Πάσα η περιουσία των κειρομένων μοναχών περιέρχεται αυτοδικαίως εις την μονήν, μετ` αφαίρεσιν της νομίμου μοίρας υπέρ των αναγκαίων κληρονόμων, απαιτητής από της κατατάξεως του μοναχού. Το μοναστήριον δεν ευθύνεται δια τα χρέη του γενομένου μοναχού πέρα των κεφαλαίων της εισπραχθείσης ενεργητικής περιουσίας, και δεν οφείλει τόκους ή αποζημίωσιν δια τα εισοδήματα αυτής.

Αι περιελθούσαι μετά την είσοδον εις την μονήν τω μοναχώ κληροδοσίαι ή δωρεαί, ως και κληρονομίαι, ανήκουσιν εις την μονήν, αλλά του ημίσεος της ούτω περιελθούσης τη μονή περιουσίας την επικαρπίαν έχει εφ` όρους ζωής ο τιμηθείς δια της κληρονομίας, κληροδοσίας ή δωρεάς. Κληρονομίαν ή κληροδοσίαν αρνουμένου του μοναχού, δύναται να δεχθή αντ` αυτού η μονή, αλλά τότε αποβάλλει ούτος υπέρ της μονής την επικαρπίαν του ημίσεος.

Εάν η ούτω περιερχομένη τη μονή περιουσία είναι βεβαρυμένη, απαιτείται δια την αποδοχήν αυτής η συνέναισις κατά της μονής, γινομένη δια του οικείου Ηγουμενοσυμβουλίου.

Δια τα χρέη της αποδεκτής γενομένης κληρονομίας ισχύει το εδάφ. α`.»

Άξια αναφοράς είναι η 2η σκέψη της υπ’ αρίθμ 123/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία αναφέρει: «Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4, 18, 19 του Ν. ΓΥΙΔ/1909 “Περί Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου και Διοικήσεως Μοναστηρίων” που διατηρήθηκε σε ισχύ με τα άρθρα 99 του ΕΝΑΚ, 7 § 2 και 25 Ν. 4684/30, 1 του Ν. 1918/1942 και μόνο του Ν. 2067/1952, η περιουσία του κειρομένου μοναχού περιέρχεται αυτοδικαίως στη Μονή εγκαταβιώσεως, στα μοναχολόγια της οποίας εγγράφεται, μετά από αφαίρεση της νόμιμης μοίρας υπέρ των αναγκαίων κληρονόμων. Επίσης, οι περιερχόμενες στο μοναχό μετά την είσοδό του στη Μονή, κληροδοσίες, δωρεές καθώς και κληρονομίες ανήκουν στη Μονή και ο μοναχός διατηρεί μόνο το δικαίωμα της επικαρπίας στο ήμισυ, της περιερχόμενης στη Μονή περιουσίας, ενώ αντίθετα η περιουσία που αποκτά ο μοναχός μετά την κουρά από άλλη μη χαριστική αιτία περιέρχεται στον ίδιο προσωπικώς, ο οποίος μπορεί να την διαθέσει αλλά όχι με χαριστικές δικαιοπραξίες. Εάν δεν τη διαθέσει, η περιουσία αυτή μετά τον θάνατό του περιέρχεται κατά το ήμισυ στον ΟΔΕΠ, ήδη δε μετά την κατάργηση του τελευταίου στην Εκκλησία της Ελλάδος, που τον διαδέχθηκε και κατά το άλλο ήμισυ στη Μονή (150/1994 ΑΠ ΤΝΠ Ισοκράτης). Ολες οι ρυθμίσεις αυτές ισχύουν εφόσον ο μοναχός φέρει νόμιμα την μοναχική ιδιότητα, ενώ αντίθετα δεν έχουν εφαρμογή και επομένως ισχύει το κοινό δίκαιο εφόσον αυτός αποχώρησε οριστικά από την Μονή εγκαταβιώσεως νόμιμα είτε διότι απολύθηκε για να διαβιώσει στη συνέχεια εκτός αυτής ως διάκονος, εφημέριος ή ιεροκήρυκας, εάν είναι ιερομόναχος, είτε διότι καθαιρέθηκε και απέβαλε το ιερατικό σχήμα. Εάν ο μοναχός αποχώρησε από τη Μονή όχι νόμιμα αλλά αυθαίρετα, δεν αποβάλλει τη μοναχική ιδιότητα και συνεπώς εξακολουθεί να ισχύει ως προς αυτόν το ανωτέρω ειδικό νομοθετικό καθεστώς.»

Επεξηγηματικά, μετά τη μοναχική κουρά, ο μοναχός μπορεί να αποκτήσει περιουσία με δύο βασικούς τρόπους: είτε από χαριστική αιτία (π.χ. δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία) είτε από επαχθή αιτία (π.χ. αγοραπωλησία μέσω προσωπικής εργασίας). Στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή όταν πρόκειται για κληρονομιά ή άλλη χαριστική παροχή, ο μοναχός δεν αποκτά πλήρη κυριότητα. Συγκεκριμένα, λαμβάνει το 50% της επικαρπίας της περιουσίας, ενώ η ψιλή κυριότητα καθώς και το υπόλοιπο 50% της επικαρπίας περιέρχονται αυτοδικαίως στη Μονή όπου διαβιεί. Η Μονή έχει επίσης το δικαίωμα να αποδεχθεί τα χρέη της κληρονομιάς μέχρι το ύψος του ενεργητικού, χωρίς να απαιτείται απογραφή. Ο μοναχός δεν ευθύνεται για τα χρέη, αφού δεν αποκτά την ψιλή κυριότητα, ακόμη κι αν η διαθήκη ορίζει διαφορετικά. Αν ο μοναχός αποποιηθεί την κληρονομιά, τότε η Μονή υποκαθίσταται πλήρως στα δικαιώματά του και αποκτά το σύνολο της κυριότητας και της επικαρπίας. Στη δεύτερη περίπτωση, όταν ο μοναχός αποκτά περιουσία με επαχθή αιτία (π.χ. αγορά από εισοδήματα εργασίας του), η περιουσία αυτή ανήκει αποκλειστικά στον ίδιο και η Μονή δεν έχει δικαιώματα επ’ αυτής. Ωστόσο, ο μοναχός μπορεί να τη διαθέσει μόνο με επαχθή τρόπο, δηλαδή να την πουλήσει, και όχι να τη μεταβιβάσει δωρεάν. Αν επιχειρήσει να τη διαθέσει με διαθήκη σε τρίτους, η διαθήκη είναι άκυρη, εκτός αν δικαιούχος είναι άλλος μοναχός ή δόκιμος της ίδιας Μονής. Την ακυρότητα αυτή μπορούν να επικαλεστούν η Μονή ή η Εκκλησία της Ελλάδος, καθώς πρόκειται για σχετική ακυρότητα.

Έλενα Ψαρρού

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί