Περιπτώσεις αφαίρεσης της γονικής μέριμνας από τη μητέρα και ανάθεσής της σε άλλο πρόσωπο (ΜΠρωτΘεσ 1632/2019, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1515 ΑΚ η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του ανήκει στη μητέρα του, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1532 §§ 1, 2 ΑΚ αν ο πατέρας ή η μητέρα α) παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου τους ή τη διοίκησή της περιουσίας του, ή β) αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά, ή γ) αν δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σ’ αυτό, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας, οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου, ο εισαγγελέας ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο και, ιδίως, να αφαιρέσει από αυτόν τον γονέα τη γονική μέριμνα, ολικά ή μερικά, και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο γονέα, ή να αναθέσει την πραγματική φροντίδα του τέκνου ή ακόμη και την επιμέλεια αυτού, ολικά η μερικά, σε τρίτον ή να διορίσει επίτροπο.
Η τρίτη των ως άνω περιπτώσεων έχει καθαρά αντικειμενικό προσανατολισμό, ήτοι ο νομοθέτης εκκινεί από κάποιες βασικές αντικειμενικές προϋποθέσεις, που πρέπει να πληροί ένας γονέας για την άσκηση της γονικής μέριμνας. Η ανεπάρκεια του γονέα μπορεί να οφείλεται σε λόγους πραγματικούς, όπως σοβαρή ψυχική νόσος, αλκοολισμός, εξάρτηση από ναρκωτικά, εγκληματική συμπεριφορά, ή και νομικούς, όπως φυλάκιση (βλ. Λαδογιάννη σε Σύντομη Ερμηνεία του Αστικού Κώδικα Γεωργιάδης Απ., τόμος ΙΙ, ερμ. άρθρ. 1532 αριθμ. 8 όπου παραπομπή και σε νομολογία). Το Δικαστήριο πρέπει σε κάθε περίπτωση να διαπιστώσει τους λόγους αδυναμίας άσκησης της γονικής μέριμνας (βλ. ΑΠ 99/2014, ΧρΙΔ 2014, 428).
Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 1533 ΑΚ, η αφαίρεση του συνόλου της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου και η ανάθεση της σε τρίτο διατάσσονται από το Δικαστήριο μόνον αν τα άλλα μέτρα έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, ή κρίνεται ότι δεν επαρκούν για να αποτρέψουν κίνδυνο σωματικής, πνευματικής ή ψυχικής υγείας του τέκνου, ενώ αποφασίζεται η ανάθεση της πραγματικής φροντίδας ή της επιμέλειας του τέκνου στον τρίτο μόνον μετά από έλεγχο του ήθους και της καταλληλότητας του, στηριζόμενο (το Δικαστήριο) υποχρεωτικά σε βεβαίωση της κοινωνικής υπηρεσίας (κατά την νεότερη διάταξη του άρθ. 19 § 4 ν. 2521/1997 αν η έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο δικάζει χωρίς την έκθεση), η δε ανάθεση γίνεται σε κατάλληλη οικογένεια, κατά προτίμηση συγγενική (ανάδοχη οικογένεια) και αν αυτό δεν είναι δυνατόν, σε κατάλληλο ίδρυμα (βλ. ΑΠ 99/2014, όπ.π., ΕφΠειρ 381/2006 ΠειρΝομολ 2006, 416).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8, 11, 34 § 1 του Ν. 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις», 9 του Ν. 2082/1992 και 1 και 2 § 3 του Π.Δ. 86/2009, προκύπτει ότι κατάλληλοι για να γίνουν ανάδοχοι, κατά την έννοια του άρθρου 1533 εδ. δ’ΑΚ, είναι οικογένειες αποτελούμενες από συζύγους ή έχοντες συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, με ή χωρίς παιδιά, ή μεμονωμένα άτομα, άγαμα ή διαζευγμένα, ή σε χηρεία, με ή χωρίς παιδιά, που μπορεί να είναι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, οποιουδήποτε βαθμού με τον ανήλικο (συγγενική αναδοχή). Η συγγενική αναδοχή πρέπει να προτιμάται, ενώ η τοποθέτηση ανηλίκου σε αναδόχους γονείς επιτρέπεται (δεδομένου ότι δεν έχουν συσταθεί τα προβλεπόμενα στο Ν. 4538/2018 μητρώα) εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) Οι ανάδοχοι γονείς πληρούν τα όρια ηλικίας και έχουν διαφορά ηλικίας από τον αναδεχόμενο, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία περί υιοθεσίας β) Οι ανάδοχοι γονείς και οι συνοικούντες με αυτούς έχουν καλή ψυχική, διανοητική και σωματική υγεία, ιδίως μάλιστα δεν πάσχουν από χρόνια μεταδοτικά νοσήματα γ) Οι ανάδοχοι γονείς και οι συνοικούντες με αυτούς δεν έχουν καταδικασθεί τελεσίδικα ή δεν εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για τα αδικήματα εκείνα που επισύρουν έκπτωση από τη γονική μέριμνα, σύμφωνα με το άρθρο 1537 του ΑΚ, ή για κακοποίηση ή παραμέληση ανηλίκων για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, μαστροπείας, σωματεμπορίας, ασέλγειας με ανήλικο έναντι αμοιβής, αποπλάνηση παιδιών, ληστείας, καθώς και για τα προβλεπόμενα από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία περί ναρκωτικών και περί εμπορίας ανθρώπων και οργάνων δ) Οι ανάδοχοι γονείς έχουν αποδεδειγμένα τη δυνατότητα να καλύψουν τα βασικά έξοδα διατροφής, μόρφωσης και ιατρικής περίθαλψης του ανάδοχου τέκνου, διαθέτοντας επαρκείς προς τούτο οικονομικούς πόρους και καταβάλλοντας προσωπική φροντίδα.
Η υπόδειξη του νόμου περί προτιμήσεως της συγγενικής αναδοχής είναι σαφής, δεν αποκλείεται όμως οι ιδιαίτερες συνθήκες της ατομικής περίπτωσης να αναδεικνύουν τρίτα πρόσωπα ως καταλληλότερα να τους ανατεθεί η φροντίδα του ανηλίκου, αν αυτά δεν υστερούν έναντι των συγγενών του από την άποψη των βασικών προσόντων, που είναι η σωματική, διανοητική και ψυχική υγεία τους και η αγάπη τους για τα παιδιά, συγχρόνως όμως εμφανίζουν μεγαλύτερη συναισθηματική επαφή και δέσιμο με τον ανήλικο, όπως πολλές φορές συμβαίνει με φιλικά πρόσωπα ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντός του, εφόσον βέβαια αυτά πληρούν και τις λοιπές προϋποθέσεις καταλληλότητας που απαιτούνται με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Π.Δ. 86/2009 – και ήδη άρθρο 8 του Ν.4538/2018- (βλ. Δ. Κράνης, 2012, Η αναδοχή ανηλίκου, Εφαρμογές Αστικού Δικαίου & Πολιτικής Δικονομίας Τεύχος 3/2012, Μάρτιος).
Η λήψη οποιουδήποτε μέτρου από το Δικαστήριο διαπνέεται από την αρχή της προσφορότητας, δηλαδή της καταλληλότητας του μέτρου για την αποτροπή του κινδύνου, που δημιουργεί η κακή άσκηση της γονικής μέριμνας, προς την οποία, συνάπτεται η αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή της αναλογίας του μέτρου προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και της ελάχιστης δυνατής επέμβασης στη σχέση γονέων και τέκνου (βλ. ΑΠ 577/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1511 § 2 και 1664 ΑΚ, συνάγεται ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποβλέπει πρωτίστως στο συμφέρον του τέκνου όταν αποφασίζει την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας ή πραγματικής φροντίδας αυτού σε τρίτον. Το συμφέρον αυτό αποτελεί αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, που αντλεί το Δικαστήριο από την κοινωνική πείρα, την κοινή συνείδηση με αντικειμενικά αξιολογικά στοιχεία και εξετάζεται σε συνδυασμό προς όλα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις (βλ. ΑΠ 174/2015, ΑΠ 1027/2010 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος