Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ποιος φέρει το βάρος απόδειξης έλλειψης τυπικού κύρους της ιδιόγραφης διαθήκης βάσει της 1777 ΑΚ;

Κατά την διάταξη του άρθρου 1721 παρ. 1 του ΑΚ η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται απ` αυτόν (ΑΠ 1442/99 Δνη 41.722, ΑΠ 107/2000 Δνη 41.1021), κατά δε την διάταξη του άρθρου 1718 του ΑΚ, η διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719-1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 107/2000 ό.π.). Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και των άρθρων 1718,1721 ΑΚ, σαφώς προκύπτει, ότι εάν η ιδιόγραφη διαθήκη δεν έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη και δεν έχει χρονολογηθεί και υπογραφεί απ` αυτόν, είναι άκυρη (ΕφΠειρ 1188/1995 ΕλλΔνη 37.1139, ΕφΠειρ 850/95 ΕλλΔνη 37.1140, ΕφΑΘ 6620/93 ΝοΒ 42.428, ΕφΑΘ 2235/92 ΕλλΔνη 35.479, ΕφΑΘ 2549/91 ΕλλΔνη 32.1650, ΕφΑΘ 6530/90 ΕλλΔνη 32.1650 -βλ Μπαλή, Κληρον. Δικ. Παρ 27, σελ. 46, παρ. 29 σελ 47-48) και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 180 ΑΚ, θεωρείται σαν να μην έγινε (ΑΠ 1971/90 ΕλλΔνη 33.828), η ακυρότητα δε της διαθήκης, λόγω ελλείψεως κάποιου από τα παραπάνω στοιχεία, όπως και κάθε δικαιοπραξίας, επέρχεται αυτοδικαίως και δεν απαιτείται να κηρυχθεί με δικαστική απόφαση, ούτε υφίσταται αγωγή ακυρώσεως, δεν αποκλείεται όμως η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής περί της ακυρότητας της, από οποιονδήποτε έχει σχετικό έννομο συμφέρον (ΕφΑΘ 3183/2006 ΕλλΔνη 47.1500, ΕφΑΘ 9/2000 ΕλλΔνη 41. 1670, ΕφΠειρ 1188/1995 ΕλλΔνη 37.1139 Μπαλή, Γεν. Αρχ. Παρ. 69 σελ. 106, Ν. Παπαντωνίου: Κληρ. Δικ. Παρ. 64 σελ. 226). Τέτοιο έννομο συμφέρον, για την επιδίωξη δηλαδή της αναγνώρισης της ακυρότητας της διαθήκης, κατά το άρθρο 1718 ΑΚ, έχουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, στους οποίους περιέρχεται η περιουσία του, λόγω της ακυρότητας της διαθήκης (ΑΠ 1063/2006 Νόμος). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των ίδιων παραπάνω διατάξεων των άρθρων 1718,1721 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση που αμφισβητηθεί το τυπικό κύρος της ιδιόγραφης διαθήκης, δηλαδή η συνδρομή ενός από τα προαναφερόμενα αναγκαία για την εγκυρότητα της στοιχεία, ο επικαλούμενος το κύρος της, ανεξάρτητα αν είναι ενάγων ή εναγόμενος, πρέπει να ισχυρισθεί και να αποδείξει όχι μόνο, όπως συμβαίνει στα συνήθη ιδιωτικά έγγραφα, ότι η υπογραφή είναι γνήσια υπογραφή του διαθέτη και τέθηκε με το ίδιο του το χέρι, αλλά και ότι ολόκληρο το περιεχόμενο της γράφηκε με το χέρι του διαθέτη (ΑΠ 380/1989 ΕλλΔνη 1990.530, ΑΠ 1805/1981 ΝοΒ 30.1074, ΕφΑΘ 4321/2001 ΕλλΔνη 2002.223, ΕφΑΘ 3366/89 ΕλλΔνη 32.1649, ΕφΑΘ 4754/86 ΕλλΔνη 27.1348 -Μπαλή: Κληρονομικό Δίκαιο: 1965 παρ. 38). Εξάλλου, η δημοσίευση και η κήρυξη ιδιόγραφης διαθήκης ως κυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 1777 του ΑΚ, δεν παράγει τεκμήριο γνησιότητας υπέρ εκείνου που την επικαλείται, ο οποίος και πρέπει να αποδείξει και το γνήσιο της υπογραφής του διαθέτη και ότι ολόκληρη γράφηκε με το χέρι του (ΑΠ 80/81 ΕΕΝ 1982.905), εκτός αν έχει παρέλθει πενταετία από τη δημοσίευση της, χωρίς στο διάστημα αυτό να έχει αμφισβητηθεί η γνησιότητα της σε δίκη μεταξύ εκείνου που αντλεί δικαιώματα απ` αυτήν και κάποιου από αυτούς που βλάπτονται από την ύπαρξη της (ΑΠ 1805/81 ΝοΒ 30.1704, ΕφΑΘ 3366/89 ΕλλΔνη 32.1649), οπότε παράγεται μαχητό τεκμήριο περί της γνησιότητας της, με την δημιουργία του οποίου ανατρέπεται το βάρος της απόδειξης και συνεπώς στην κατ` αντιδικία κατά την τακτική πλέον διαδικασία σχετική δίκη, εκείνος που αμφισβητεί τη γνησιότητα της διαθήκης, βαρύνεται με την απόδειξη της μη γνησιότητας αυτής (βλ. Παπαντωνίου: ό.π, παρ. 76, σελ 252). Ο ενάγων στην αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης, αρκεί να επικαλεσθεί την έλλειψη ενός από τα προαναφερόμενα ουσιώδη στοιχεία της ή ότι ο φερόμενος ως συντάκτης της δεν ήταν ικανός να διαβάζει χειρόγραφα. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής για ακυρότητα της διαθήκης, λόγω της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής αυτής, όπου αρκεί μόνο η με την αγωγή αντιτασσόμενη γενική άρνηση του ενάγοντος κατά του προβαλλόμενου, από τη διαθήκη, δικαιώματος του εναγομένου. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή δεν είναι υποχρεωμένος ο ενάγων να αποδείξει την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το δικαίωμα του εναγομένου, αλλά ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την αλήθεια των περιστατικών αυτών, δηλαδή την ιδιόχειρη από τον διαθέτη γραφή και υπογραφή της διαθήκης. (2013/2012 ΕΦ Θεσ.)

Σε επίπεδο αναίρεσης σημειώνεται ότι από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, προκύπτει, ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το βάρος της απόδειξης επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, ενώ κατά νόμο δεν έφερε ο εν λόγω διάδικος το βάρος αυτό, στη δε συνέχεια ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε προς βλάβη του  αναιρεσείοντος, λόγω της έλλειψης αποδείξεων ή ανεπάρκειας αυτών για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης και κατ` εφαρμογή του κανόνα, κατά τον οποίο «μη αποδεικνύοντος του φέροντος το βάρος της απόδειξης, ο αντίδικος απαλλάσσεται» (actore non probente teus absolvitur)(ΑΠ 1377/2006).

Λαμπρινή Σταμέλου, δικηγόρος

email: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί