Πληρωμή πλαστογραφημένης επιταγής. Ευθύνη της τράπεζας για κάθε πταίσμα των προστηθέντων υπαλλήλων της. Η ευθύνη αυτή χαρακτηρίζεται ως συμβατική και όχι ως αδικοπρακτική (5609/2010 ΕφΑθ, 20/2016 ΕφΚερκ)
Από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 5960/1933«περί επιταγής», η οποία ορίζει ότι, «η επιταγή εκδίδεται επί τραπεζίτου έχοντος κεφάλαια εις την διάθεσιν του εκδότη και επί τη βάσει συμφωνίας, ρητής ή σιωπηρής, καθ’ ην ο εκδότης έχει το δικαίωμα διαθέσεως των κεφαλαίων τούτων δι’ επιταγής, εν τούτοις εν περιπτώσει μη τηρήσεως των διατάξεων τούτων, η ισχύς του τίτλου της επιταγής δεν θίγεται…», προκύπτει ότι η ρητά ή σιωπηρά συναπτόμενη σύμβαση περί επιταγής ανήκει στην βασική σχέση του εκδότη με την πληρωτή και αποκαλείται «σχέση κάλυψης», η οποία, συνήθως, αποτελεί μέρος μιας γενικής (διαρκούς) τραπεζιτικής σύμβασης, που συνάπτεται μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη – εκδότη των επιταγών και σε σχέση με την πρώτη αποτελεί έννοια ευρύτερη. Η σχέση κάλυψης είναι αιτιώδης ενοχική σύμβαση και η άνω ρύθμιση στο Ν. 5960/1933αποδεικνύει την ιδιαίτερη σημασία, που ο νόμος αποδίδει στη σύμβαση αυτή για την έκδοση και την πληρωμή της επιταγής, καθορίζοντας το κατά την άνω παρ. 1 ελάχιστο περιεχόμενο της. Βεβαίως, ο ίδιος ο νόμος στο Β’ εδάφιο της άνω παραγράφου σπεύδει να διευκρινίσει ότι η μη τήρηση των διατάξεων περί της σύμβασης αυτής δεν επιδρά στο κύρος του τίτλου ως επιταγής, επιβεβαιώνοντας έτσι ρητά την αυτοτέλεια της εκ του τίτλου ενοχής απέναντι στη βασική σχέση (σχέση κάλυψης) και την από άποψη δικαίου επιταγής εγκυρότητα των εκ της επιταγής δημιουργούμενων εννόμων σχέσεων. Ο εκδότης, δηλαδή, εκδίδει την επιταγή στηριζόμενος στον ενοχικό του δεσμό με την τράπεζα (πληρωτή), ο οποίος παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα, ή την υποχρέωση να διαθέτει τα κεφάλαια, που έχει σε αυτόν για την πληρωμή των εκδιδομένων επιταγών και στην τράπεζα την υποχρέωση να εξοφλεί τις εκδιδόμενες επιταγές, κατά τους όρους της σύμβασης, του παρόντος νόμου και των τραπεζικών συνηθειών. Ο δεσμός αυτός μπορεί να δημιουργείται από οποιαδήποτε αιτία, ο δε νόμος περί επιταγής σκόπιμα δεν ορίζει τον νομικό του λόγο. Συνήθως,δημιουργείται συνεπεία της ύπαρξης καταθέσεων όψεως του εκδότη στον πληρωτή, τις οποίες ο πρώτος μπορεί να διαθέτει ή συνεπεία της κατάρτισης σύμβασης περί ανοίγματος πίστωσης σε ανοικτό λογαριασμό. Κατά τα λοιπά, όχι μόνο το περιεχόμενο, αλλά και ο εγγύτερος νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης αποτελούν αντικείμενο ρύθμισης εκ μέρους των ίδιων των συμβαλλομένων, από τους τραπεζικούς όρους συναλλαγών και τις κρατούσες τραπεζικές συνήθειες {Ψυχομάνη, Οι Γενικοί Οροι στις τραπεζικές συμβάσεις, ΕΕμπΔ 1998,887 επ.). Το δικαίωμα του πληρωτή προς πληρωμή της επιταγής γεννάται από μόνο την εντολή, η οποία περιέχει στην επιταγή. Δυνάμει της σύμβασης αυτής, μπορεί να λεχθεί ότι ο πληρωτής, ο οποίος είναι, με βάση το νόμο, μόνο τράπεζα, ή πιστωτικό ίδρυμα πληρώνει την επιταγή ιδίω μεν ονόματι, όμως, για λογαριασμό του εκδότη – πελάτη του. Κατά νομική ακρίβεια πρέπει να λεχθεί ότι ο τραπεζίτης είναι εκείνος που διαθέτει τα «διαθέσιμα κεφάλαια» και παρά το ότι ο τραπεζίτης δεν εκπληρώνει δική του υποχρέωση, εντούτοις προβαίνει σε διάθεση δικής του περιουσίας, δικαιούμενος στη συνέχεια να βαρύνει με αυτήν τον εκδότη, κατά τη σύμβαση περί επιταγής.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των περί επιταγής διατάξεων του Ν. 5960/1933και ιδίως των άρθρων 1, 3 και 35 αυτού, καθώς και του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι η σύμβαση της επιταγής καταρτίζεται μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη αυτού, ρητά ή σιωπηρά με την παράδοση από τον πρώτο στο δεύτερο βιβλιαρίου (μπλοκ) επιταγών, σύμφωνα δε με αυτήν ο μεν πελάτης (εκδότης επιταγής), έχει το δικαίωμα διάθεσης των προς τούτο διαθέσιμων κεφαλαίων του στην τράπεζα, η δε τελευταία υποχρεούται να πληρώσει την επιταγή, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης και τις τραπεζικές συνήθειες. Η έννομη αυτή σχέση δημιουργείται είτε αυτοτελώς, οπότε διέπεται από τις περί εντολής διατάξεις, είτε παρεπομένως άλλης συμφωνίας, όπως είναι η ανώμαλη παρακαταθήκη με την τραπεζική κατάθεση χρημάτων, ενώ και στις δύο περιπτώσεις η τράπεζα ευθύνεται για κάθε πταίσμα, εφόσον μάλιστα αυτή αμείβεται για τις υπηρεσίες της (άρθρα 714, 823 ΑΚ). Με την κατάρτιση της σύμβασης επιταγής, η πληρώτρια τράπεζα αναλαμβάνει την υποχρέωση προς πληρωμή των εκδιδόμενων επιταγών, εφόσον επαρκούν τα διαθέσιμα κεφάλαια, χρεώνοντας τον τηρούμενο σε αυτή λογαριασμό του εκδότη. Η λειτουργία της σύμβασης περί επιταγής στηρίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη των συμβαλλομένων και στην βοήθεια των θεμελιωδών αρχών περί καλής πίστης κατά την εκπλήρωση της σύμβασης (ΑΚ 200, 288, ΑΠ 846/2003 ΕΕμπΔ 2003,839, Εφθεσ 1031/2010, Εφθεσ 76/2009 Νομος, Εφθεσ 2518/2000 Αρμ 2001,46). Βάσει αυτής, η τράπεζα τίθεται με όλη την οργάνωση της στην υπηρεσία του πελάτη και οφείλει να εκτελεί τις διδόμενες εντολές, με την επιβαλλόμενη, στις τραπεζιτικές εργασίες, επιμέλεια.Το γεγονός, άλλωστε, ότι ο νόμος περί επιταγής θέλησε να είναι πληρωτής της επιταγής τράπεζα, πρέπει να θεωρηθεί ως ενδεικτικό και της σημασίας, την οποία ο νόμος αυτός δίνει στην εκ μέρους του πληρωτή δυνατότητα (και υποχρέωση) άσκησης του αναγκαίου ελέγχου κατά το άνοιγμα του λογαριασμού επιταγών και την χορήγηση στον κάτοχο του βιβλιαρίου επιταγών, καθώς και στις εγγυήσεις, που αυτή παρέχει για την πληρωμή της επιταγής. Έτσι, η τράπεζα, κατά την πληρωμή της επιταγής, οφείλει να τηρεί τις προφυλάξεις που επιβάλλονται από τα νόμο ή τις τραπεζικές συνήθειες, όπως είναι ο έλεγχος της εγκυρότητας της επιταγής (ΑΠ 54/1993 ΕΕμπΔ ΜΔ,374, ΕφΑΘ 4031/1998 ΕλλΔνη 40,396). Ακόμη οι τράπεζες, εν γένει, αφού η δραστηριότητα τους αντανακλά ευθέως στην εθνική οικονομία, έχουν απέναντι στους πελάτες τους υποχρέωση να προστατεύουν τα περιουσιακά αγαθά τους, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 288 ΑΚ, ΑΠ 846/2003, ΕΕμπΔ 2003,839, Εφθεσ 2518/2000, Αρμ 2001, 46).
Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 3 του ΝΔ της 17.7/23.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», κατά την οποία «η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην διά της επ` αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν μεγάλη αμέλεια», οριοθετούσα την ευθύνη της εταιρίας που πλήρωσε μόνο στην περίπτωση δόλου ή βαρείας αμέλειας των οργάνων της,δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που η πληρώτρια, βάσει σύμβασης επιταγής, τράπεζα εξοφλεί πλαστογραφημένη επιταγή στον φερόμενο κομιστή και χρεώνει με το αντίστοιχο ποσό το λογαριασμό του πελάτη της, που φέρεται ως εκδότης αυτής. Στην περίπτωση αυτή περίπτωση, η τράπεζα ευθύνεται για κάθε πταίσμα των προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων, ως τούτο, ειδικότερα προκύπτει από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 εδ. α’ του Ν. 5960/1933, που ορίζει ότι, «η επιταγή εκδίδεται επί τραπεζίτου έχοντος κεφάλαια εις την διάθεσιν του εκδότου επί τη βάσει συμφωνίας, ρητώς ή σιωπηρώς, καθ’ ην ο εκδότης έχει το δικαίωμα διαθέσεως των κεφαλαίων τούτων δι επιταγής»και αυτή του άρθρου 35 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι, «ο πληρωτής, ο πληρώνων επιταγήν οπισθογραφήσιμον, υποχρεούται να εξακριβώσει την κανονικότητα της συνεχείας των οπισθογραφήσεων, ουχί όμως και την υπογραφήν των οπισθογράφων».
Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει η υποχρέωση της πληρώτριας τράπεζας να ελέγχει την κανονικότητα της συνέχειας των γενομένων οπισθογραφήσεων, όχι όμως, και το υπαρκτό των υπογραφών των οπισθογράφων. Επίσης, βάσει της σύμβασης περί επιταγής, η τράπεζα υποχρεούται να ελέγχει την υπογραφή του εκδότη με αντιπαραβολή προς το τηρούμενο δείγμα υπογραφής του, ενώ όταν κατονομάζεται ο λήπτης της επιταγής, η τράπεζα οφείλει να ελέγχει κατά πόσο η ταυτότητα του αιτούντος την πληρωμή κομιστή συμπίπτει με το όνομα του δικαιούχου της επιταγής, με βάση το κείμενο του τίτλου.
Εξάλλου, ελλείψει ειδικής διάταξης, σε κάθε άλλη περίπτωση, που από πταίσμα των οργάνων της τράπεζας ζημιώνεται τρίτος, η ευθύνη της Τράπεζας, ως προστήσασας οριοθετείται από τον ΑΚ, ήτοι ευθύνεται για κάθε πταίσμα(Βλ. Ι. Μάρκου, «Δίκαιο επιταγής», έκδ. 2002, σελ. 131, ΑΠ 841/2006, ΧρΙΔ 2006, 723, ΕφΠειρ 716/1993, ΝοΒ 42, 224, Εφθες, 76/2009 ό.π.).
Στην υπό κρίση περίπτωση που απασχόλησε το ανωτέρω Δικαστήριο κρίθηκε ότι το δικόγραφο δε βρίσκει νόμιμο έρεισμα στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, στις οποίες και επιχειρήθηκε η θεμελίωση του, αλλά στη μεταξύ της ενάγουσας και της τράπεζας καταρτισθείσα σύμβαση επιταγής με την παράδοση βιβλιαρίου επιταγών από τη δεύτερη στην πρώτη, η οποία είναι παρεπόμενη της σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης που καταρτίστηκε με την τραπεζική κατάθεση χρημάτων εκ μέρους της ενάγουσας στην πρώτη εναγομένη (άρθρα 361, 823, 830, 297, 298, 330, 334, 200, 288, 346 ΑΚ και 3 Ν. 5960/1933), σύμφωνα και μέσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Κωνσταντίνα Πουρνάρα, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr