Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Πότε η απόφαση που καταδικάζει τον εναγόμενο σε λογοδοσία αποτελεί τίτλο εκτελεστό, κατά το άρθρο 904 § 2 περ. α’ ΚΠολΔ; – Εκκίνηση της προθεσμίας άσκησης έφεσης

Σύμφωνα με το άρθρο ΑΚ 303 «Όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει. Για το σκοπό αυτόν ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται».

Από τη διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου ΑΚ 718, το οποίο προβλέπει υποχρέωση προς λογοδοσία του εντολέα, καθώς και με εκείνη του άρθρου 473 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι όποιος (δωσίλογος) από οποιαδήποτε αιτία, είτε από το νόμο, είτε από σύμβαση (π.χ εντολή, εταιρεία), είτε από διάταξη τελευταίας βούλησης, διαχειρίστηκε ξένη, ολικά ή μερικά, περιουσία, ή έστω και μια μόνο υπόθεση, η οποία συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, υποχρεώνεται σε λογοδοσία προς εκείνον (δεξίλογος) την περιουσία ή την υπόθεση του οποίου διαχειρίστηκε (ΑΠ 1592/2018, 360/2014 ΤΝΠ Νόμος). Για το σκοπό αυτό, ο δωσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει σαφή, ορισμένη και όσο το δυνατόν λεπτομερή αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, για όλο το χρονικό διάστημα της διαχείρισης, ώστε να παρέχεται στο δεξίλογο μια πλήρης εικόνα της διαχείρισης εκ μέρους του δωσιλόγου, καθώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά εφόσον συνηθίζεται (ΑΠ 1592/2018, ΑΠ 1122/2006). Αν ο δωσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση λογαριασμού προς το δεξίλογο ή αν ο λογαριασμός που του ανακοίνωσε δεν είναι σύμφωνος με τους όρους και τον τύπο που αναφέρθηκαν,δεν εκπληρώνεται η ως άνω υποχρέωση του δωσίλογου για λογοδοσία, υποχρέωση η οποία είναι νομικώς εξαναγκαστή και μπορεί, συνεπώς, η εκπλήρωσή της να επιτευχθεί δικαστικώς με αγωγή λογοδοσίας, στην οποία εφαρμόζονται τα άρθρα 473 – 477 του ΚΠολΔ (ΑΠ 977/1997 ΕλλΔνη 1998, 110, ΑΠ 934/1995 ΝοΒ 1997, 1106, ΑΠ 526/1992 ΕλλΔνη 34, 1477). Για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτής, αρκεί το γεγονός ότι ο δωσίλογος διαχειρίστηκε υπόθεση του δεξίλογου ολικά ή μερικά, με βάση οποιαδήποτε μεταξύ τους έννομη σχέση, όπως είναι λ.χ. η εντολή (ΑΠ 1122/2006 ΤΝΠ Νόμος, ΕΦΑΘ 5284/1984 ΝοΒ 1985, 814). Αντίθετα, η παράθεση των στοιχείων του λογαριασμού, ήτοι των κατ’ ιδίαν εισπράξεων και δαπανών, δεν είναι απαραίτητο στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής, καθώς αυτά είναι άγνωστα στον ενάγοντα και θα προκύψουν από τους λογαριασμούς που θα υποβληθούν μετά τις σχετικές παρατηρήσεις επ’ αυτών (ΑΠ 1651/1987 ΕΕΝ 1988, 883). Από το συνδυασμό δε της ανωτέρω διάταξης του άρθρου ΑΚ 303 με τα άρθρα 338 και 475 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο δεξίλογος (ενάγων) οφείλει να αποδείξει τις εισπράξεις, ενώ ο δωσίλογος (εναγόμενος) τις δαπάνες και δη όχι μόνο την πραγματοποίηση αυτών, αλλά και την αναγκαιότητά τους (ΑΠ 1592/2018, ΑΠ 402/1996 ΤΝΠ Νόμος).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 473 ΚΠολΔ «Όποιος ασκεί αγωγή για λογοδοσία ή για την παράδοση καταλόγου με τα στοιχεία ομάδας αντικειμένων μπορεί να περιλάβει στην αγωγή αίτημα για την καταβολή του καταλοίπου του λογαριασμού ή για την απόδοση των αντικειμένων της ομάδας, χωρίς να προσδιοριστούν τα αντικείμενα στο δικόγραφο της αγωγής ή για την καταβολή ορισμένου ελλείμματος, στην περίπτωση που δεν θα κατατεθεί ο λογαριασμός ή ο κατάλογος με τα δικαιολογητικά. Τα ίδια αιτήματα μπορούν να υποβληθούν και με παρεμπίπτουσα αγωγή», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 474 ΚΠολΔ «Η απόφαση που διατάζει λογοδοσία ή παράδοση καταλόγου των στοιχείων ομάδας αντικειμένων ορίζει προθεσμία μέσα στην οποία ο λογαριασμός ή ο κατάλογος πρέπει να κατατεθεί με τα δικαιολογητικά στη γραμματεία του δικαστηρίου».

Το πιο κρίσιμο απ’ όλα άρθρο σε σχέση με το εδώ μελετώμενο θέμα, είναι το άρθρο 477 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο «1. Αν δεν κατατεθούν μέσα στην προθεσμία που όρισε η απόφαση ο λογαριασμός ή ο κατάλογος, η απόφαση γίνεται οριστική ως προς την υποχρέωση λογοδοσίας ή την υποβολή του καταλόγου. 2. Αν ζητήθηκε κατά το άρθρο 473 να καταβληθεί ορισμένο έλλειμμα και το έλλειμμα πιθανολογείται, το δικαστήριο με την απόφαση που διατάζει τη λογοδοσία μπορεί να καταδικάσει τον εναγόμενο, για την περίπτωση που δεν θα καταθέσει εμπρόθεσμα το λογαριασμό ή τον κατάλογο με τα δικαιολογητικά, να καταβάλει το κατά την κρίση του έλλειμμα. Το δικαστήριο μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο, να διατάξει απόδειξη για το πιθανό έλλειμμα».

Από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού (477 ΚΠολΔ), συνάγεται κατ’ αντιδιαστολή ότι η απόφαση που καταδικάζει σε λογοδοσία και τάσσει προθεσμία προς κατάθεση του λογαριασμού, δεν έχει καταστεί ακόμα οριστική, προτού περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή που τάσσει, και, συνεπώς, δεν μπορεί να προσβληθεί με έφεση αυτοτελώς, αμέσως μόλις εκδοθεί. Τουτέστιν, η απόφαση που διατάσσει τη λογοδοσία καθίσταται οριστική μόνο μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας που όρισε η απόφαση για την κατάθεση του λογαριασμού (ΑΠ 1251/1991 ΕΕΝ 1993, 58-59, ΑΠ 934/1995 ΝοΒ 1997, 1106-1108, ΕΦΑΘ 5763/1985 Δνη 26, 1185, ΕΦΑΘ 2993/1974 ΑρχΝ 25, 434, ΕΦΘΕΣ 486/1978 Αρμ 32, 747, ΠΠΡΘΕΣ 3026/1980 Δνη 22, 568) [1]. Εφόσον η απόφαση περιέχει, κατόπιν σχετικού αιτήματος του ενάγοντος, πέρα από τη διάταξη καταδίκης του εναγομένου σε λογοδοσία, επιπλέον και διάταξη καταδίκης του στην καταβολή του πιθανολογούμενου -κατά την κρίση του δικαστηρίου- ελλείμματος, για την περίπτωση που δεν κατατεθεί ο λογαριασμός ή ο κατάλογος (ενν.), σε έφεση υπόκειται μόνο μετά την οριστικοποίησή της και ως προς το κεφάλαιο αυτό. Πρέπει, δηλαδή, να οριστικοποιηθούν και τα δύο κεφάλαια της απόφασης (υποχρέωση προς λογοδοσία και υποχρέωση προς καταβολή ελλείμματος), προκειμένου να καταστεί η όλη απόφαση τελειωτικά οριστική και επομένως προσβλητή με έφεση [2].

Η προθεσμία άσκησης της έφεσης αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνει μετά την πλήρωση της αίρεσης, ήτοι μετά την παρέλευση της προθεσμίας για λογοδοσία (ΑΠ 1651/1987 Δνη 27, 1377, ΕΦΑΘ 4308/1990 Δνη 22, 92, ΕΦΑΘ 5763/1985 Δνη 26, 1185), και, αν η επίδοσή της είχε ήδη προηγηθεί από τον ίδιο ενάγοντα εναντίον του ίδιου εναγομένου πριν από την παρέλευση της ως άνω προθεσμίας, τότε απαιτείται νέα επίδοση, προκειμένου να εκκινήσει η προθεσμία της έφεσης. Η επίδοση, επομένως, της απόφασης πριν από την εκπνοή της προθεσμίας για λογοδοσία δεν θέτει σε κίνηση την προθεσμία άσκησης έφεσης (βλ. Βασίλη Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Τόμος Β’, 1994, σελ. 1019, Ορφανίδη, άρθρο 477, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τόμος Ι, 2000, σελ. 844. Βλ. και ΑΠ 664/1987 ΝοΒ 36, 1423). Σε κάθε περίπτωση, η άσκηση της έφεσης είναι δυνατή μετά τη λήξη της προθεσμίας για λογοδοσία, αδιαφόρως αν και πότε επιδόθηκε η απόφαση, αφού τα ένδικα μέσα μπορούν -κατά το άρθρο 499 ΚΠολΔ- να ασκηθούν και πριν από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (έτσι η πάγια νομολογία, βλ. ενδεικτικά ΑΠ 664/1987 ΝοΒ 1988, 1423, ΑΠ 1651/1987 ΕλλΔνη 1988, 1377-1378, ΑΠ 565/1999 ΕλλΔνη 1999, 1078-1079).

Η απόφαση που διατάσσει λογοδοσία αποτελεί τίτλο εκτελεστό μετά την τελεσιδικία της [3] και όχι μετά την πάροδο της προθεσμίας κατάθεσης του λογαριασμού, εκτός φυσικά και αν έχει κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, οπότε αποτελεί αυτομάτως τίτλο εκτελεστό (904 § 2 περ. α’ ΚΠολΔ). Μετά την τελεσιδικία της, η απόφαση αποτελεί τίτλο εκτελεστό και ως προς την επιδίκαση του πιθανού ελλείμματος, εκτός αν υπάρχει διάταξη για προσωρινή εκτέλεση. Μετά την τελεσιδικία καθίσταται επίσης εκτελεστή η απόφαση και ως προς το σκέλος της κατ’ άρθρον 946 ΚΠολΔ αυτεπάγγελτης επιβολής χρηματικής ποινής ή προσωπικής κράτησης.

Η οριστικότητα και το εκκλητό της απόφασης κρίνονται κατά το χρόνο άσκησης της έφεσης, όταν δηλαδή κατατεθεί το πρωτότυπο της έφεσης στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (βλ. Σαμουήλ, Η έφεσις, σελ. 45 και ΑΠ 664/1987 ΝοΒ 36, 1423, ΑΠ 1184/1976 ΝοΒ 25, 717, ΑΠ 380/1975 ΝοΒ 23, 1156, ΑΠ 1018/1974 ΝοΒ 23, 608, ΕΦΑΘ 5763/1985 Δνη 26, 1185).

Μπενάκη Βικεντία – Άννα

Δικηγόρος Αθηνών

Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών

info@efotopoulou.gr

[1] Κατά τον Ορφανίδη, ωστόσο, παρά τη διατύπωση του νόμου, η απόφαση που διατάζει λογοδοσία ή υποβολή του καταλόγου είναι οριστική και συνεπώς ανάκλησή της από το δικαστήριο δεν είναι πλέον δυνατή. Διάφορο είναι το θέμα ότι ως την παρέλευση της ορισθείσας από το δικαστήριο προθεσμίας δεν είναι δυνατή η προσβολή της απόφασης με έφεση και η τυχόν ασκηθείσα έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Κατά τον ως άνω συγγραφέα, λοιπόν, η απόφαση που διατάζει λογοδοσία ή υποβολή του καταλόγου εντός κάποιας προθεσμίας είναι μεν οριστική, πλην όμως όχι εκκλητή, δεν υπόκειται δηλ. ακόμα σε έφεση (βλ. Ορφανίδη, άρθρο 477, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τόμος Ι, 2000, σελ. 844).

[2] Η διάκριση των οριστικών αποφάσεων από τις τελειωτικές έχει σημασία μόνο όταν η δίκη έχει περισσότερα, εξίσου κύρια, ουσιαστικά αντικείμενα. Σε μια τέτοια περίπτωση, η οριστική απόφαση, που δεν είναι και τελειωτική, δεν μπορεί να προσβληθεί με έφεση (βλ. άρθρο 513 §1 εδ. β’ ΚΠολΔ).

[3] Σύμφωνα με το άρθρο 321 ΚΠολΔ «Όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο». Τελεσίδικες είναι, λοιπόν, εκείνες οι οριστικές αποφάσεις, οι οποίες δεν υπόκεινται στα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης, είτε επειδή τα ένδικα αυτά μέσα ασκήθηκαν μεν αλλά απορρίφθηκαν, είτε επειδή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για την άσκησή τους, είτε επειδή οι διάδικοι παραιτήθηκαν από αυτά. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, η απόφαση καθίσταται τελεσίδικη ως προς όλους τους διαδίκους και παράγει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει τόσο τους διαδίκους, όσο και τα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 325 ΚΠολΔ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί