Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Πότε συντρέχει αιτιώδης σύνδεσμoς μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς αφενός και του ζημιογόνου αποτελέσματος αφετέρου; − Η θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας επί αδικοπραξιών

Στις περιπτώσεις των αδικοπραξιών, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης του ζημιωθέντος κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων ΑΚ 297 και 298 και υφίσταται όταν η υπαίτια συμπεριφορά ήταν -κατά την κοινή πείρα της ζωής και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων- αντικειμενικώς ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι δεν αποκλείεται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο ζημιογόνο αποτέλεσμα συνετέλεσε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά και τρίτου προσώπου, εκτός αν η παρεμβολή του τρίτου οφείλεται σε εντελώς εξαιρετικά και απρόβλεπτα γεγονότα, οπότε και επέρχεται διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου.

Ο ως άνω προσδιορισμός της έννοιας του αιτιώδους συνδέσμου γίνεται με βάση τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, σύμφωνα με την οποία από τις πολλές αιτίες που συνέβαλαν στην επέλευση της ζημίας ξεχωρίζει εκείνη, η οποία θεωρείται ως κρίσιμη ή πρόσφορη (causa adaequata). Πρόσφορη δε θεωρείται η αιτία όταν είχε γενικά τη τάση και ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, να προκαλέσει τη ζημία. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων και δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου ζημιώσαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου.

Εξάλλου, η έννοια του αιτιώδους συνδέσμου -όπως άλλωστε και των διδαγμάτων της κοινής πείρας που την εξειδικεύουν- είναι αόριστη νομική έννοια και γι’ αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της ύπαρξης (ή μη) αιτιώδους -υπό την έννοια της πρόσφορης αιτιότητας- συνδέσμου μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς αφενός και ζημίας αφετέρου, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση (ευθεία ή εκ πλαγίου) των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ, ο οποίος κρίνει το κατά πόσο τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά -σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας- να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε. Αντιθέτως, η δικαστική κρίση περί του ότι ορισμένη συμπεριφορά αποτέλεσε (ή όχι) στη συγκεκριμένη περίπτωση αναγκαίο όρο ζημίας, με την έννοια ότι η ζημία δεν θα είχε επέλθει απολειπομένης της συμπεριφοράς αυτής, είναι -σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ- ακυρωτικώς ανέλεγκτη, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικού υλικού (βλ. ΑΠ 1216/2018, ΑΠ 212/2018, ΑΠ 864/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 719/2012, ΑΠ 1652/2006 ΤΝΠ Νόμος).

Μπενάκη Βικεντία – Άννα

Δικηγόρος Αθηνών

Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί