Προϋποθέσεις αδικοπρακτικής ευθύνης κατ’ άρθρα 914 επ. – Θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης λόγω παραβίασης σύμβασης – Προϋποθέσεις
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει”. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι: (α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), (β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, (γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο ή την αμέλεια, (δ) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας, η οποία συντρέχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, η συμπεριφορά αυτή στον χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα ήταν ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 280/2023, ΑΠ 1027/2021, ΑΠ 1115/2015, ΑΠ 50/2002).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ που ορίζει ότι “Όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει”, συμπληρώνεται η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ κατά τρόπο ώστε να επεκτείνεται η αδικοπρακτική ευθύνη σε περιπτώσεις που δεν προσβλήθηκε ορισμένο δικαίωμα ή έννομο προστατευόμενο συμφέρον, ούτε παραβιάστηκε συγκεκριμένη διάταξη νόμου και εντούτοις το αίσθημα του δικαίου απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας (ΑΠ 1027/2021, Γεωργιάδης σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλο, Αστικός κώδιξ κατ’ άρθρον ερμηνεία, IV, άρθρο 919 §1, σελ. 722). Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία που τίκτει υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (932 ΑΚ), η κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας (ΑΠ 280/2023). Προϋποθέσεις εφαρμογής της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ αδικοπραξίας, η οποία μπορεί να συνιστά και αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ, είναι οι εξής: (α) συμπεριφορά του δράστη που αντίκειται στα χρηστά ήθη (πράξη ή παράλειψη αναγόμενη σε άσκηση δικαιώματος), η οποία υπάρχει, όταν κατ’ αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου, πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο, (β) η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, προξενήσεως ζημίας, ήτοι δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημιά του άλλου, αλλά αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημίας στον άλλον και παρά ταύτα αυτός δεν θέλησε να αποστεί απ’ αυτήν, (γ) να προκλήθηκε όντως ζημία σε άλλον και (δ) να υπάρχει μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος, υπό την έννοια ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο επέλευσης της ζημίας , ήταν καθεαυτή και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη ή επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 1027/2021, ΑΠ 864/2014).
Εξάλλου, η αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης διέπεται από τις γενικές διατάξεις περί αδυναμίας παροχής, πλημμελούς εκπλήρωσης, υπερημερίας εκ των διατάξεων των άρθρων 330, 335, 362, 382 επ. ΑΚ και από τις ειδικότερες διατάξεις της σύμβασης η οποία παραβιάστηκε. Η περίπτωση αθέτησης ενοχικής σύμβασης ως παραβίαση συμβατικών αξιώσεων, δεν μπορεί να οδηγήσει καταρχήν σε αδικοπρακτική ευθύνη, διότι ο νόμος αυτοτελώς αναγάγει τη μη εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων σε αυτοτελή νόμιμο λόγο ευθύνης και όχι στον νόμιμο λόγο ευθύνης των αδικοπραξιών [Δεληγιάννη/Κορνηλάκη, ΕιδΕνοχΔ III, (1992), §340-341, σελ.103]. Επομένως, μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής είναι μεν πράξη παράνομη, δεν συνιστά όμως και αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ.
Είναι δυνατό, ωστόσο, μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή καθ’ εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί καθένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ολΑΠ 967/1973, ΑΠ 1811/2022, ΑΠ 116/2014, ΑΠ 590/2014, ΑΠ 1500/2014, ΑΠ 1381/2013) ή όταν η εκ προθέσεως ζημιογόνος συμπεριφορά, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν αντίθετη στα χρηστά ήθη (ΑΠ 997/2012). Με άλλα λόγια όταν το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο προς την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας (ολΑΠ 967/1973, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 212/2000) [337/2025, ΕφΑθ, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].
Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. δικηγόρος
info@efotopoulou.gr