Προϋποθέσεις για το ορισμένο της αρνητικής αγωγής – Κριθείσες περιπτώσεις αοριστίας
Σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, όπως άλλωστε και κάθε αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση, πρέπει για να είναι ορισμένη, όπερ εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, να διαλαμβάνει -πέρα από τα γενικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 117 και 118 ΚΠολΔ- ένα σαφές και ορισμένο αιτητικό, ακριβή και πλήρη περιγραφή του υλικού και νομικού αντικειμένου της διαφοράς, καθώς επίσης και ευκρινή έκθεση όλων των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής και το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και που είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στήριξη των αγωγικών αξιώσεων και δικαιωμάτων (βλ. και άρθρο 262 σε συνδυασμό με 335 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαλαμβάνει όλα τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την άσκηση της αγωγής από τον συγκεκριμένο ενάγοντα (ενεργητική νομιμοποίηση) κατά του συγκεκριμένου εναγομένου (παθητική νομιμοποίηση) και, τέλος, τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου. Η αναγραφή των πραγματικών περιστατικών είναι απαραίτητη για να μπορέσει αφενός μεν ο εναγόμενος να αμυνθεί αποτελεσματικά κατά του ενάγοντος, αφετέρου δε το δικαστήριο να κρίνει το νόμω βάσιμο της αγωγής και να διατάξει τις επιβαλλόμενες αποδείξεις. Η μη τήρηση των ως άνω συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας. Πρέπει μάλιστα να τονισθεί ότι η περί ου ο λόγος αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με το δικόγραφο των προτάσεων, ούτε με παραπομπή στα υπάρχοντα έγγραφα της δίκης ή λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, ερευνάται δε αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, καθότι ανάγεται στην αφορώσα τη δημόσια τάξη έλλειψη προδικασίας (Βλ. ΑΠ 856/2010 ΤΝΠ Νόμος. Βλ. επίσης άρθρο 111 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Ειδικά επί αρνητικής αγωγής του άρθρου ΑΚ 1108, το σχετικό δικόγραφο πρέπει, προκειμένου να είναι πλήρως ορισμένο, να διαλαμβάνει επιπλέον όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις κατά νόμο προϋποθέσεις για την βάσιμη άσκησή της, ήτοι: 1) την κυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου πράγματος, 2) τη διατάραξη του δικαιώματός του στην κυριότητα, 3) το παράνομο αυτής της διατάραξης, και τέλος, 4) ορισμένο αίτημα άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον. Για τη νόμω βάσιμη έγερση της αγωγής δεν απαιτείται -πέραν αυτών των προϋποθέσεων- και επίκληση της τυχόν υπαιτιότητας του αντιδίκου, μήτε και της διατάραξης της νομής του κυρίου εκ μέρους του. Σημειωτέον ότι η αρνητική αγωγή ασκείται σε περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, όταν δηλαδή ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του και όχι όταν αποβάλλεται από αυτή ή προσβάλλεται στην κυριότητά του με οποιονδήποτε άλλο τρόπο πέραν της διατάραξης, όπως π.χ. με αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε και προστατεύεται με την κατ’ άρθρο ΑΚ 1094 διεκδικητική αγωγή κατά του επιλήψιμου νομέα, που απέβαλε τον κύριο από την νομή του [1].
Προσέτι, κρίνεται ως απαράδεκτη η αρνητική αγωγή στην οποία δεν περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο κατέστη ο ενάγων κύριος, ήτοι ο τρόπος της παρ’ αυτού κτήσης της κυριότητας του επιδίκου (π.χ. δεν αναφέρεται ρητά ότι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την κληρονομία ως προς το επίδικο ακίνητο με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού). Έτσι, αν μεν η αγωγή στηρίζεται σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας, ο ενάγων πρέπει να συμπεριλάβει στο δικόγραφο της αγωγής του τους όρους της πρωτότυπης αυτής κτήσης, ενώ αν στηρίζεται σε παράγωγο -και δη συμβατικό- τρόπο κτήσεως της κυριότητας (βλ. ΑΚ 1033, 1034), τότε ο ενάγων πρέπει, για την περίπτωση που το επίδικο είναι ακίνητο, να συμπεριλάβει στην αγωγή του και τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα ΑΚ1033 και 1192 περιστατικά, αναφορικά με την κτήση της κυριότητας ακινήτου, τουτέστιν να αναφέρει αφενός μεν την ορισμένη αιτία για την οποία έλαβε χώρα η μεταβίβαση σε αυτόν της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, το συμβολαιογραφικό έγγραφο με το οποίο έγινε η μεταβίβαση και την μεταγραφή αυτού, αφετέρου δε ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του, παρά του οποίου απέκτησε το επίδικο ακίνητο, ήταν όντως ο αληθής κύριος του πράγματος που μεταβιβάστηκε. Εάν δε το προστατευτέο με την αρνητική αγωγή δικαίωμα της κυριότητας ερείδεται στον παράγωγο τρόπο κτήσης με κληρονομική διαδοχή, ο ενάγων πρέπει να συμπεριλάβει στην αγωγή του τις απαιτούμενες από τα άρθρα ΑΚ 1846, 1193 και 1198 προϋποθέσεις της αποδοχής της κληρονομίας και της μεταγραφής της αποδοχής αυτής. Έτσι, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 306/2004 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου (ΤΝΠ Νόμος) «αν η αγωγή που αφορά ακίνητο, στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας και ειδικότερα σε κληρονομική διαδοχή πρέπει ο ενάγων να περιλάβει σ’ αυτή τα απαιτούμενα από τα άρθρα 1846, 1193 και 1198 για κτήση της κυριότητας περιστατικά, δηλαδή το γεγονός ότι αποδέχθηκε την κληρονομία και περαιτέρω ότι έχει προβεί σε μεταγραφή αυτής. Αν όμως ο εναγόμενος με τις προτάσεις του (…) αμφισβητήσει ειδικά την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ο τελευταίος υποχρεούται, κατ’ επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, συμπλήρωση της αγωγής, να καθορίσει με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του αμέσου δικαιοπαρόχου του και αν είναι αναγκαίο και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, μέχρις εκείνου που απέκτησε την κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο. Η παράλειψη της συμπλήρωσης της αγωγής μ’ αυτόν τον τρόπο επιφέρει την απόρριψή της ως αόριστης (ΑΠ 1292/2002 ΕλλΔνη 44, 179, ΑΠ 371/1996 ΕλλΔνη 37, 1540, ΑΠ 491/95 ΕλλΔνη 37, 317)».
Ιδιαίτερης προσοχής χρήζει επίσης η νομολογιακή απαίτηση να περιέχει η αρνητική αγωγή ακριβή περιγραφή της τοποθεσίας, της έκτασης και των ορίων του επίδικου ακινήτου, και μάλιστα με τέτοια λεπτομέρεια, ώστε να μη χωρεί καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Έτσι, κατά την υπ’ αριθμ. 100/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου (ΤΝΠ Νόμος) «προκειμένου, ειδικότερα, περί αρνητικής αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο ΑΚ 1108 στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις και ο καθ’ όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων. Η ακριβής, εξάλλου, περιγραφή του ακινήτου, η οποία μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, είναι αναγκαία, γιατί μόνον έτσι θα μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί και το δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις».
Επίσης, στο δικόγραφο της αρνητικής αγωγής πρέπει να εκτίθενται όλα τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά εκείνα, που στοιχειοθετούν adhocκαι αντικειμενικά την έννοια της διατάραξης, μη αρκούσης γενικής και αόριστης αναφοράς περί αμφισβήτησης του δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου. Στην υπ’ αριθμ. 51/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Φλωρίνης (ΤΝΠ Νόμος), εκρίθη μεταξύ άλλων ότι «σε περίπτωση αρνητικής αγωγής, ο ενάγων πρέπει να εκθέτει στο δικόγραφο της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, με σαφήνεια τον τρόπο διατάραξης της κυριότητάς του ή παρεμπόδισης του δικαιώματος αυτού, προκειμένου αφενός μεν να είναι δυνατόν στο δικαστήριο να διατάξει τις επιβαλλόμενες αποδείξεις σχετικά με την διατάραξη ή την παρεμπόδιση άσκησης του αντίστοιχου δικαιώματός του, αφετέρου δε στον εναγόμενο να αμυνθεί αποτελεσματικά (ΑΠ 712/1993, ΕλλΔνη 36, σελ. 93), χωρίς να αρκεί η γενικόλογη αναφορά ότι ο εναγόμενος αμφισβητεί την κυριότητά του, αφού στην περίπτωση αυτή προστατεύεται αρκούντως αποτελεσματικά με την αναγνωριστική αγωγή. Αρνητική αγωγή που δεν περιέχει και τα παραπάνω στοιχεία είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα ως απαράδεκτη».
Ακολούθως, στην υπ’ αριθμ. 144/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (ΤΝΠ Νόμος) εκρίθη ότι η ασκηθείσα αρνητική αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη, επειδή δεν αναφέρθηκε σε αυτήν η κτήση της κυριότητας εκ μέρους του ενάγοντος από πρόσωπο που κατά το χρόνο της μεταβίβασης ήταν αληθινός κύριος. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, η κρινόμενη αρνητική αγωγή «πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (…) διότι δεν διαλαμβάνονται στο αγωγικό δικόγραφο, με τρόπο αρκούντως ορισμένο, όλα τα στοιχεία για την κτήση με παράγωγο τρόπο της κυριότητας του ακινήτου που διαταράσσεται, και ειδικότερα το ότι η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα αυτού από πρόσωπο, που κατά το χρόνο της μεταβίβασης ήταν αληθινός κύριος του ακινήτου, στοιχείο που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη μετάθεση της κυριότητας σε αυτήν (βλ. ΑΠ 1208/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 283/2014 ΧρΙΔ 2014.669, ΑΠ 931/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1272/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1279/2005 ΝοΒ 2006.214, ΑΠ 934/2000 ΑρχΝ 2001.490, Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπράγματου Δικαίου, τόμος Α’, έκδοση 1989, παρ. 102, σελ. 240)».
Προσέτι, στην υπ’ αριθμ. 887/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών (ΤΝΠ Νόμος) εκρίθη ότι αναγκαίο περιεχόμενο κάθε αρνητικής αγωγής είναι όχι μόνο τα συγκεκριμένα περιστατικά που αποτελούν την έννοια της διατάραξης, αλλά και η αναφορά σε εκείνες τις διατάξεις νόμων, η παραβίαση των οποίων καθιστά τη συγκεκριμένη διατάραξη παράνομη. Κατά την ίδια την απόφαση «για το ορισμένο της αρνητικής αγωγής ο ενάγων θα πρέπει, εκτός των άλλων, να επικαλείται και σε περίπτωση αρνήσεως του εναγομένου να αποδεικνύει αφ’ ενός μεν ότι με την πράξη του κυρίου του γειτονικού ακινήτου να κατασκευάσει ανοίγματα σε τοίχο της ανεγερθείσης επί του οικοπέδου οικοδομής του διαταράσσεται (βλάπτεται) η κυριότητα του στο δικό του ακίνητο, αφ’ ετέρου δε ότι η κατασκευή των ανοιγμάτων είναι παράνομη, ήτοι ότι αυτή έγινε κατά παράβαση του προαναφερομένου άρθρου του ΓΟΚ και της πολεοδομικής νομοθεσίας γενικότερα, αφού αν δεν υπάρχει τέτοια παράβαση η κατασκευή των ανοιγμάτων δεν είναι, κατ’ αρχήν παράνομη».
Τέλος, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 304/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου (ΤΝΠ Νόμος), η αρνητική αγωγή για διατάραξη της κυριότητας ασκείται παραδεκτά, ακόμα και αν απειλείται η διατάραξη για πρώτη φορά, οπότε σε αυτήν την περίπτωση χορηγείται στον κύριο προληπτική αξίωση για παράλειψη. Κατά τα διαλαμβανόμενα σε αυτήν «η κατ’ άρθρο ΑΚ 1108 αξίωση της άρσης της προσβολής και της παράλειψής της στο μέλλον παρέχεται αφενός μεν όταν η προσβολή παρήλθε, αλλά είναι πιθανή η επανάληψή της, αφετέρου δε όταν η διατάραξη απειλείται σοβαρά για πρώτη φορά (βλ. Απόστολου Γεωργιάδη Εμπράγματο Δίκαιο έκδ. 1991 §62 αρ. 23, Κ. Παπαδόπουλου, αρνητική αγωγή σελ. 48). Έτσι, όσον αφορά στην αρνητική αγωγή, αυτή είναι νόμιμη και ορισμένη, καθώς για την προστασία της κυριότητας παρέχεται και προληπτική αξίωση για παράλειψη της προσβολής και δεν είναι αναγκαίο για το ορισμένο αυτής να εκτίθεται ότι ήδη έχει επέλθει η διατάραξη, αλλά αρκεί να απειλείται για πρώτη φορά (…)». Έκρινε δε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου), που απέρριψε ως αόριστη την αρνητική αγωγή κυριότητας έσφαλλε, και, κάνοντας δεκτό τον προβαλλόμενο σχετικό λόγο έφεσης, έκρινε την αρνητική αγωγή ως τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, δηλαδή ορισμένη και νόμιμη, εξαφανίζοντας αντίστοιχα την εκκαλουμένη κατά το μέρος που έκρινε την αρνητική αγωγή ως αόριστη.
Βικεντία – Άννα Μπενάκη
Δικηγόρος Αθηνών
Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών
info@efotopoulou.gr
[1] Αν η προσβολή της κυριότητας συνίσταται αποκλειστικά σε αμφισβήτηση, με προφορικό ή και με άλλο δηλωτικό αυτής ρηματικό τρόπο, τότε ο κύριος δικαιούται να ασκήσει την -κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ- αναγνωριστική της κυριότητάς του αγωγή, στρεφόμενη κατά του αμφισβητούντος το δικαίωμά του αυτό επί του συγκεκριμένου πράγματος, οπότε σε αυτήν την περίπτωση για να είναι η αναγνωριστική αγωγή ορισμένη πρέπει σε αυτή να διαλαμβάνονται και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον του κυρίου (βλ. ΑΠ 856/2010 ΤΝΠ Νόμος).