Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας – Κρίσιμος ο χρόνος επέλευσης της αναπηρίας – Προϋποθέσεις για την εφαρμογή της αρχής της ενότητας της ασφαλιστικής περίπτωσης

Σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 2084/1992 («Αναμόρφωση της κοινωνικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις» ΦΕΚ Α΄ 165), το οποίο εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 43 του ίδιου νόμου, στους ασφαλισμένους που υπάγονται για πρώτη φορά στην υποχρεωτική ασφάλιση από 01.01.1993 και μετά, προβλέπεται ότι: «1. Ο ασφαλισμένος δικαιούται σύνταξη αναπηρίας, αν έγινε ανάπηρος κατά την έννοια των διατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 28 του α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α΄) όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 του ν. 1902/1990 και τις παρ. 4 και 5 του άρθρου 12 του ν. 1976/1991 (ΦΕΚ 184 Α΄) και έχει πραγματοποιήσει στην ασφάλιση α) τριακόσιες (300) ημέρες ή ένα (1) έτος εργασίας και δεν έχει συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας. Οι πιο πάνω 300 ημέρες ή ένα έτος εργασίας αυξάνονται προοδευτικά σε 1.500 ημέρες ή 5 έτη εργασίας με την προσθήκη ανά 120 ημερών ή 5 μηνών εργασίας κατά μέσο όρο για κάθε έτος ηλικίας πέραν του 21ου ή β) έχει πραγματοποιήσει τουλάχιστον χίλιες πεντακόσιες (1.500) ημέρες, ή 5 έτη εργασίας, από τις οποίες τις εξακόσιες (600) ημέρες ή δύο (2) έτη μέσα στα πέντε έτη τα αμέσως προηγούμενα από εκείνο που έγινε ανάπηρος. Αν κατά τη διάρκεια των πέντε αυτών ετών ο ασφαλισμένος έχει επιδοτηθεί για ασθένεια ή ανεργία ή έχει συνταξιοδοτηθεί, η περίοδος των 5 ετών επεκτείνεται για τον αντίστοιχο προς την επιδότηση ή συνταξιοδότηση χρόνο ή γ) έχει πραγματοποιήσει τέσσερις χιλιάδες πεντακόσιες (4.500) ημέρες ή δεκαπέντε έτη εργασίας οποτεδήποτε», ενώ με βάση την παρ. 2 του ως άνω άρθρου του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι: «2. Για τη διαπίστωση της αναπηρίας του ασφαλισμένου από άποψη ιατρική γνωμοδοτούν οι αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές των φορέων, οι οποίες, εκτός από τη διαπίστωση της φύσεως, των αιτιών, της εκτάσεως και της διάρκειας της σωματικής ή της πνευματικής παθήσεως του ασφαλισμένου, αποφαίνονται και για την επίδραση αυτών στην καθολική ικανότητά του για άσκηση του συνήθους ή παρεμφερούς επαγγέλματός τους ή την ανάκτηση της ικανότητας αυτής.».

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι σύνταξη αναπηρίας απονέμεται στον ασφαλισμένο που κρίνεται ασφαλιστικά ανάπηρος, κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 28 του Ν. 1846/1951 και, σωρευτικά, συγκεντρώνει τις ως άνω απαιτούμενες χρονικές προϋποθέσεις εργασίας, ήτοι διαθέτει τις αναγκαίες ημέρες ασφάλισης[1]. Περαιτέρω, η αξίωση του νομοθέτη, όπως από τις απαιτούμενες για τη χορήγηση σύνταξης αναπηρίας χίλιες πεντακόσιες (1.500) ημέρες εργασίας, οι εξακόσιες (600) να έχουν πραγματοποιηθεί κατά την τελευταία πριν από τη διαπίστωση της αναπηρίας πενταετία, αποβλέπει στο να βεβαιώνεται κάθε φορά η ύπαρξη ενεργού ασφαλιστικού δεσμού μεταξύ του Ι.Κ.Α. και του ασφαλισμένου κατά την προηγούμενη της επελεύσεως της αναπηρίας πενταετία, τελεί, δε, υπό την προϋπόθεση ότι κατά τη χρονική αυτή περίοδο ο ασφαλισμένος δεν είχε στερηθεί της δυνατότητας προς εργασία, λόγω διαπιστωμένης ασφαλιστικής ανικανότητάς του. Επομένως, χρονικά διαστήματα κατά τα οποία, εντός της ως άνω πενταετίας, ο ασφαλισμένος είχε τυχόν κριθεί ασφαλιστικά ανάπηρος σε ποσοστό, βάσει του οποίου προβλέπεται, κατά τις κείμενες διατάξεις, η χορήγηση ασφαλιστικών παροχών, λόγω αναπηρίας από τον οργανισμό κύριας ασφάλισης, πρέπει να αφαιρούνται από την, κατά τα προεκτεθέντα, πενταετία, η οποία πρέπει να επεκτείνεται στον αμέσως προγενέστερο χρόνο και για διάστημα αντίστοιχο του εκάστοτε αφαιρουμένου[2].

Κρίσιμος, δε, χρόνος για τη συνδρομή των χρονικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας είναι ο χρόνος επέλευσης της αναπηρίας[3]. Ωστόσο, δεν αποκλείεται, με βάση τη διέπουσα το δίκαιο της κοινωνικής ασφάλισης αρχή της ενότητας της ασφαλιστικής περίπτωσης, ο ασφαλισμένος να λάβει τις παροχές λόγω αναπηρίας από κοινή νόσο, παρά το ότι δεν συγκεντρώνει τις απαιτούμενες χρονικές προϋποθέσεις κατά το χρόνο κατά τον οποίο διαπιστώθηκε η πάθηση, για την οποία ζητούνται οι παροχές, εφόσον η αρμοδίως διαπιστούμενη πάθηση αποτελεί επανεμφάνιση ή επιδείνωση παλαιότερης πάθησης, κατά το χρόνο εκδήλωσης της οποίας συγκέντρωνε τις αναγκαίες χρονικές προϋποθέσεις για την συνταξιοδότησή του από την αιτία αυτή. Για την εφαρμογή, πάντως, της αρχής της ενότητας της ασφαλιστικής περίπτωσης, απαιτείται πάθηση υποτροπιάζουσα ή, σε περίπτωση συνδρομής παλαιάς και νέας πάθησης, η ύπαρξη ουσιώδους συνάφειας μεταξύ τους[4], μεσολάβηση όχι μακρού σχετικά χρονικού διαστήματος από την πρώτη μέχρι τη δεύτερη πάθηση και, κατά περίπτωση, αποχή από την εργασία κατά το διάστημα αυτό για λόγους που οφείλονται στην κατάσταση υγείας του ασφαλισμένου[5].

Πέραν τούτων, για την εφαρμογή της ως άνω αρχής απαιτείται προηγούμενη συνταξιοδότηση του ασφαλισμένου λόγω αναπηρίας[6].

Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

[1] βλ. ΣτΕ 3787/2014 σκ. 2, 608/1995 σκ. 3, 2402/1994 σκ. 3, 2663/1992 σκ. 3

[2] βλ. ΣτΕ 4234/2015, 3336/2012, 2149/2005, ΔΕφΧαν 353/2017

[3] βλ. ΣτΕ 3787/2014 σκ. 2, 801/2012 σκ. 7, 2852/2002 σκ. 4

[4] βλ. ΣτΕ 3787, 3540/2014, 526/2006, 1050/1973

[5] βλ. ΣτΕ 3787, 3540/2014, 343/2012 επταμ., 219/2010, 1043/2008, 2344/2007, 526/2006 κ.ά.

[6] βλ. ΔΠρΑθ 3927/2020 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 3787, 3540/2014, 343/2012 επταμ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί