Προσβολή κυριότητας με διά παραλείψεως διατάραξη νομής (ΑΚ 1108): Οριακές περιπτώσεις αντικειμενικής ευθύνης του διαταράσσοντος
Σύμφωνα με το άρθρο ΑΚ 1108 «1. Αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα, να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Δεν αποκλείεται περαιτέρω αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. 2. Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου δεν παρέχεται, αν εκείνος που έκανε την προσβολή ενέργησε δυνάμει δικαιώματος».
Η διατάραξη, η οποία συνίσταται στη δι’ οποιουδήποτε άλλου τρόπου -εκτός της καθολικής και οριστικής αφαίρεσης ή κατακράτησης- προσβολή της κυριότητας (π.χ. με άσκηση επί του ξένου πράγματος ορισμένων εξουσιών, που αποτελούν μερικότερες εκδηλώσεις του άμεσου, καθολικού και απόλυτου δικαιώματος κυριότητας και που μόνο στον κύριο αρμόζουν, ή με παρεμπόδιση του κυρίου να ασκεί ακωλύτως και ανά πάσα στιγμή οποιαδήποτε νοητή φυσική ενέργεια πάνω στο πράγμα της κυριότητάς του, όπως δικαιούται κατά το άρθρο ΑΚ 1000, σύμφωνα με το οποίο ο κύριος του πράγματος μπορεί να το διαθέτει κατ’ αρέσκειαν και να αποκλείει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σε αυτό), μπορεί να συντελεσθεί τόσο με πράξη, όσο και με παράλειψη.
Η θετική εκδήλωση της διατάραξης συνίσταται είτε στη διενέργεια επί του πράγματος υλικών πράξεων και ενεργειών, όπως παράνομη διέλευση επί του ξένου ακινήτου, συγκομιδή των ξένων καρπών που βρίσκονται εντός αυτού, κόψιμο των τριαντάφυλλων από τον ξένο κήπο, κλπ., είτε στην -με εξίσου θετικό τρόπο- παρεμπόδιση του κυρίου να ασκεί ελευθέρως και κατά το δοκούν τις εκ του δικαιώματός του κυριότητας απορρέουσες εξουσίες, με παρεμποδιστικές πράξεις, όπως τοποθέτηση συρματοπλέγματος ή διαχωριστικού φράχτη, χτίσιμο τείχους, κλπ. εντός των ορίων του ξένου ακινήτου. Η αρνητική εκδήλωση της διατάραξης συνίσταται, από την άλλη, στην αδράνεια του υποχρέου να πράξει την αναγκαία και κατά τις περιστάσεις επιβεβλημένη ενέργεια, προκειμένου να αρθεί / παυθεί -αν έχει ήδη εκδηλωθεί- ή να αποτραπεί προτού καν εκδηλωθεί, η γενόμενη ή επικείμενη, αντίστοιχα, διατάραξη της κυριότητας του δικαιούχου. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για παραμέληση του υπόχρεου να προβεί στην ad hoc ενδεδειγμένη εκείνη ενέργεια, που κατά τη φύση της και ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων θα ήταν πρόσφορη και ικανή να αποτρέψει με ασφάλεια την επέλευση της διατάραξης, έτσι ώστε να μπορεί να πιθανολογηθεί -με πιθανότητα προσεγγίζουσα τη βεβαιότητα- ότι, αν ο υπόχρεος είχε προβεί στην ενέργεια αυτή, το αποτέλεσμα της παράνομης διατάραξης δεν θα επήρχετο. Οσάκις, λοιπόν, ο υπόχρεος δεν επιχειρεί -καίτοι οφείλει- την εκ των δεδομένων περιστάσεων επιβαλλόμενη και πρόσφορη προς αποτροπή του αποτελέσματος ενέργεια, διαπράττει παράνομη παράλειψη, της παρανομίας συνισταμένης στην παραβίαση της -εκ των γενικών αρχών της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών (ΑΚ 288, 281) απορρέουσας- γενικής παρεπόμενης υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των εννόμων αγαθών των άλλων και λήψης των αναγκαίων μέτρων επιμελείας.
Το πότε μια κατάσταση αδράνειας συνιστά διατάραξη κυριότητας διά παραλείψεως, συνιστά ουχί σπανίως ένα δισεπίλυτο νομικό πρόβλημα. Τέτοιο πρόβλημα συνιστά, επί παραδείγματι, η περίπτωση κατά την οποία ο ιδιοκτήτης ενός ακινήτου κατασκευάζει εντός των ορίων του ακινήτου του μία τεχνητή λίμνη ή μια πισίνα, η οποία τους χειμερινούς μήνες με τις έντονες βροχοπτώσεις, υπερχειλίζει με αποτέλεσμα τα υπερχειλίζοντα νερά να καταλήγουν στο γειτονικό ακίνητο. Άλλη περίπτωση είναι όταν εξαιτίας ισχυρής ανεμοθύελλας σπάνε τα δέντρα που βρίσκονται στην αυλή ενός ακινήτου και πέφτουν στο γειτονικό ακίνητο, ή όταν λαμβάνουν χώρα κατολισθήσεις χωμάτων. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο δυνητικά υπόχρεος ιδιοκτήτης δεν προέβη σε καμία πράξη ενόχλησης της κυριότητας του ιδιοκτήτη του γειτονικού ή παρακείμενου ακινήτου, μήτε και μπορεί βέβαια να αποδοθεί αποκλειστικά στη δική του υπαιτιότητα το αποτέλεσμα της διατάραξης αυτής, που επήλθε σε χρόνο απρόβλεπτο και με τρόπο αιφνίδιο εξαιτίας των δυνάμεων της φύσης. Εγείρεται, λοιπόν, το ερώτημα αν και κατά πόσο στις ανωτέρω περιπτώσεις ο ιδιοκτήτης του ‘’οχληρού’’ ακινήτου νομιμοποιείται παθητικά στην εναντίον του τυχόν ασκηθείσα αρνητική αγωγή του ΑΚ 1108 εκ μέρους του ιδιοκτήτη του όμορου ακινήτου, για παράνομη διατάραξη της νομής και κυριότητάς του. Σημειωτέον δε ότι σε περίπτωση ανωτέρας βίας δεν στοιχειοθετείται ευθύνη του κυρίου του οχληρού ακινήτου με την έννοια του άρθρου ΑΚ 1108· άλλο αν θα έχει υποχρέωση καταβολής της δαπάνης για την άρση της προσβολής από τον διαταρασσόμενο.
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι το άρθρο ΑΚ 1108 δεν θέτει ως προϋπόθεση για την βάσιμη έγερση της αγωγής την υπαιτιότητα του καθ’ ου η αγωγή, εναγομένου. Αρκεί ότι υπάρχει κυριότητα του ενάγοντος πάνω στο επίδικο ακίνητο και παράνομη διατάραξη της κυριότητας αυτής, ήτοι διατάραξη που δεν στηρίζεται σε κάποιο δικαίωμα του εναγομένου (βλ. δεύτερη παράγραφο του ως άνω άρθρου, κατά την οποία «το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου δεν παρέχεται, αν εκείνος που έκανε την προσβολή ενέργησε δυνάμει δικαιώματος»). Ένα τέτοιο δικαίωμα θα μπορούσε να είναι το περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα της δουλείας π.χ. διόδου, ή άντλησης νερού κ.ο.κ. (βλ. ΑΚ 1120). Ίσως μάλιστα και να είναι συχνότερο το φαινόμενο της ανυπαίτιας μερικής προσβολής της κυριότητας / διατάραξης της νομής, από εκείνο της υπαίτιας, διότι στην περίπτωση των όμορων ακινήτων, επί των οποίων και τυγχάνει κύριας εφαρμογής το ΑΚ 1108, είναι συχνό το φαινόμενο της ανυπαίτιας όχλησης του ενός ακινήτου από το άλλο, λόγω π.χ. πτώσεων κτισμάτων, καρπών που πέφτουν στο γειτονικό ακίνητο, υπερχείλισης της στέγης από τα νερά της βροχής, κ.ο.κ. (βλ. άρθρα ΑΚ 1003 επ.).
Δεν είναι, βέβαια, πρώτη φορά που ο ΑΚ εισάγει τη λεγόμενη αντικειμενική ευθύνη, δηλ. την άνευ υπαιτιότητας ευθύνη. Καίτοι στο ενοχικό δίκαιο ισχύει καταρχήν (με τη μόνη εξαίρεση το άρθρο ΑΚ 334) η αρχή της υπαιτιότητας (ή αρχή της υποκειμενικής ευθύνης), κατά την οποία ο συμβαλλόμενος οφειλέτης (τεκμαίρεται ότι – εκτός αν αποδείξει το αντίθετο) ενέχεται για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια (βλ. άρθρο ΑΚ 330), στο γειτονικό δίκαιο και στο δίκαιο των αδικοπραξιών είναι περισσότερο συχνό το φαινόμενο της στοιχειοθέτησης ευθύνης δίχως υπαιτιότητα. Έτσι, στο άρθρο ΑΚ 922, θεμελιώνεται ευθύνη του κυρίου για την παράνομη ζημία που προκάλεσε ο υπηρέτης σε τρίτο πρόσωπο, κατά την υπηρεσία του, ή στο άρθρο ΑΚ 923 θεμελιώνεται ευθύνη του έχοντος την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου τελούντος υπό δικαστική συμπαράσταση για την παράνομη ζημία που προξένησε σε τρίτον. Παρομοίως ευθύνεται και ο κάτοχος ζώου για τη ζημία που το ζώο προκάλεσε σε τρίτον (ΑΚ 924), ή ο κύριος κτίσματος που συνέχεται με το έδαφος για τη ζημία που προξενήθηκε σε τρίτον εξαιτίας της πτώσης του (ΑΚ 925). Τέλος, χαρακτηριστικό παράδειγμα αντικειμενικής ευθύνης είναι και η ευθύνη του ιδιοκτήτη, κατόχου και οδηγού αυτοκινήτου, για τις ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους κατά τη λειτουργία και την τεχνική κίνησή του (ασχέτως αν ο κινητήρας δεν είναι σε λειτουργία), εφόσον η προκαλούμενη ζημία συνιστά πραγμάτωση της εγγενούς τυπικής επικινδυνότητας που η χρήση και η κτήση ενός αυτοκινήτου ενέχει (βλ. Ν. ΓπΝ΄/1911).
Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, θεμελιώνεται ευθύνη του ζημιώσαντος (ή του προσώπου που επιβλέπει αυτόν) κι αν ακόμα δεν συντρέχει πταίσμα του. Κατά νομική ακριβολογία, το πταίσμα του τεκμαίρεται ότι υπάρχει (βλ. 338§2 ΚΠολΔ: νόμιμο μαχητό τεκμήριο), ακριβώς λόγω των περιστάσεων υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η ζημία –ότι δηλαδή η ζημία αποτελεί πραγμάτωση εγγενούς τυπικού κινδύνου, εμπίπτοντος στη σφαίρα δραστηριότητας του ζημιώσαντος– χωρίς να αποκλείεται αντίθετη απόδειξη από τον ζημιώσαντα, ότι αυτός επέδειξε το προσήκον μέτρο της αντικειμενικώς επιβαλλόμενης επιμέλειας του μέσου συνετού κοινωνού. Πρόκειται, όπως έχει καθιερωθεί να λέγεται, για ευθύνη από διακινδύνευση, η οποία δεν ενδιαφέρεται για το αν το αποτέλεσμα της ζημίας καταλογίζεται στην υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, αλλά μόνο για το παράνομο αποτέλεσμα καθεαυτό. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι γιατί κατά το σκεπτικό του νομοθέτη ο ευθυνόμενος σε αποζημίωση (π.χ. ο κύριος πράγματος) ενέχεται για κάθε διατάραξη που πηγάζει από τη δική του -αντικειμενικώς πρόσφορη να προκαλέσει ζημία- δραστηριότητα (κατά τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας) ή που -εν πάση περιπτώσει- εμπίπτει στη δική του σφαίρα επιρροής, εξουσίας και ελέγχου. Αν η αιτία που προκάλεσε την παράνομη ζημία (εν προκειμένω τη διατάραξη της κυριότητας) βρίσκεται σε χρονική, τοπική και αιτιώδη συνάφεια με τον ευθυνόμενο, συνιστώντας πραγμάτωση τυπικού κινδύνου της εν γένει δραστηριότητάς του και του χώρου δράσης του, τότε δίκαιο είναι αυτός να επωμιστεί την ευθύνη της ζημίας, αφού αν δεν υπήρχε η -εντός της δικής του σφαίρας επιρροής- πηγή του κινδύνου, τότε ουδέποτε θα επερχόταν η προκληθείσα ζημία (κατά τη θεωρία της c.s.q.n.). Εξάλλου, η ευθύνη του κυρίου πράγματος για κάθε διατάραξη που πηγάζει από το αντικείμενο της ιδιοκτησίας του είναι συνεπής και με τη θεώρηση του δικαιώματος κυριότητας ως έννομης σχέσης, από την οποία απορρέει όχι μόνο η απόλυτη, καθολική και άμεση εξουσία για κάθε νοητή δυνατή ενέργεια πάνω στο πράγμα, αλλά και η ευθύνη από τη συνεπή, υπεύθυνη και ορθολογική διαχείριση της εξουσίας αυτής, έτσι ώστε να μην προκαλούνται βλαπτικές ή εν γένει δυσμενείς παρενέργειες και προσβολές στα δικαιώματα των άλλων.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
- Βασίλη Αντ. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, Τόμος Δ’, Ημίτομος Α’, Εμπράγματο Δίκαιο, Άρθρα 947-1141, 2007
- Απόστολου Σ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο Δίκαιο Ι, 1991
- Κωνσταντίνου Α. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, 1989
- Κωνσταντίνου Α. Παπαδόπουλου, Η Αρνητική Αγωγή, 1984
Βικεντία – Άννα Μπενάκη
Δικηγόρος Αθηνών
Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών
info@efotopoulou.gr