Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Πτώση κτίσματος ή άλλου έργου (925 ΑΚ)

Κατά τη διάταξη του άρθρου 925 ΑΚ «Ο κύριος ή νομέας κτίσματος ή άλλου έργου που συνέχεται με το έδαφος ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε σε τρίτον εξαιτίας ολικής ή μερικής πτώσης του, εκτός αν αποδείξει ότι η πτώση δεν οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή ή σε πλημμελή συντήρησή του»[1].

Με την υπό κρίσιν διάταξη καθιερώνεται, κατά την ορθότερη άποψη, γνήσια αντικειμενική ευθύνη[2] του κυρίου ή νομέα του κτίσματος ή άλλου έργου που συνέχεται με το έδαφος για τη ζημία που προκάλεσε σε τρίτο η πτώση του, απαλλάσσεται δε ο κύριος ή νομέας, μόνο αν επικαλεσθεί κατ’ ένσταση και κατ’ ουσίαν αποδείξει ότι η πτώση δεν οφειλόταν σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση. Πρόκειται, δηλαδή, εδώ για τυπική περίπτωση ευθύνης από διακινδύνευση. Έτσι, η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται στην υπαιτιότητα του κυρίου ή νομέα αλλά στο πραγματικό γεγονός ότι η πτώση του κτίσματος οφείλεται στην ελαττωματική κατασκευή ή στην πλημμελή συντήρησή του, ήτοι σε ένα πραγματικό γεγονός που η διάταξη ανάγει έμμεσα σε προϋπόθεση εφαρμογής της. Το κρίσιμο ζήτημα της διάταξης, δηλαδή, αποτελεί η αιτία της πτώσης και όχι η συμπεριφορά του κυρίου ή του νομέα.

Θέμα απόδειξης, δε, δεν είναι το πώς έγινε η κατασκευή, αλλά το πού οφείλεται η πτώση, η οποία ανάγεται κατά τη διάταξη αυτή στην πλημμελή κατασκευή ή συντήρηση. Επομένως, ο ενάγων πρέπει να αποδείξει μόνο την πτώση του κτίσματος ή άλλου έργου, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ πτώσεως και ζημίας, όπως και ότι ο εναγόμενος ήταν κατά τον χρόνο της πτώσης κύριος ή νομέας του κτίσματος, ο δε εναγόμενος για να απαλλαγεί πρέπει να προτείνει με ένσταση και να αποδείξει ότι η πτώση οφείλεται σε τρίτη αιτία, άσχετη με πλημμελή κατασκευή ή συντήρηση, όπως λ.χ. σε γεγονός ανωτέρας βίας ή σε αποκλειστική ενέργεια τρίτου, διότι στις περιπτώσεις αυτές δεν υφίσταται η ως άνω αιτιώδης συνάφεια[3]. Κρίσιμο είναι αν το γεγονός ανωτέρας βίας, όπως τα φυσικά φαινόμενα, αποτελεί τρίτη αιτία για την πτώση της οικοδομής και όχι απλά αφορμή για την εκδήλωση της ελαττωματικότητας της κατασκευής ή την πλημμέλεια της συντήρησής της. Έτσι αν, το γεγονός αυτό προκάλεσε τη μερική ή ολική πτώση της οικοδομής, επειδή η τελευταία είχε κατασκευασθεί ή συντηρηθεί πλημμελώς, ευθύνη του κύριου ή νομέα πρέπει να αναγνωρισθεί, στην έκταση που το υποδεικνύει η θεωρία της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας.

Κατά την υπ’ αριθμ. 658/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, «Η ρύθμιση έχει την ακόλουθη δικαιολογία. Ο νόμος ξεκινά από τη διαπίστωση ότι ένα καλά κατασκευασμένο και συντηρημένο κτίσμα δεν είναι δυνατό να καταπέσει από μόνο του, χωρίς δηλαδή την επίδραση κάποιου εξωτερικού αιτίου. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, λογικά δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι είχε άσχημα κατασκευασθεί ή συντηρηθεί. Παράλληλα, και επειδή τα κτίρια καθεαυτό εγκυμονούν κινδύνους από μία ενδεχόμενη πτώση τους, κρίνεται σαν δίκαιο να φέρει το βάρος των κινδύνων αυτών εκείνος ο οποίος καρπώνεται τα ωφελήματά τους, δηλαδή ο κύριος ή νομέας. Η σωστή, εξάλλου, κατασκευή/συντήρηση και η δυνατότητα αποτροπής του κινδύνου της πτώσεως εμπίπτει στη σφαίρα της απόλυτης εξουσίας του πάνω στο κτίσμα. Η διάταξη, λοιπόν, έχει πρωτίστως σαν σκοπό να προστατεύσει τους τρίτους ανεξάρτητα από πταίσμα του κυρίου ή νομέα και παράλληλα να επιστήσει σ’ αυτόν την προσοχή ώστε να μεριμνά για την άρτια κατασκευή και την κανονική συντήρηση του κτίσματος που νέμεται»[4].

Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης είναι: 1) Ο υπεύθυνος προς αποζημίωση πρέπει να είναι κύριος ή νομέας του κτίσματος ή του συνεχόμενου μετά του εδάφους άλλου έργου κατά την πτώση αυτών. Υπεύθυνος επομένως, προς αποζημίωση είναι: α) ο κύριος του κτίσματος, εφόσον ευρίσκεται στη νομή αυτού ο ίδιος ή δι’ αντιπροσώπου και β) ο νομέας αυτού. Ο ζημιωθείς επομένως, εάν νομέας του κτίσματος είναι ο κύριος, δύναται να στραφεί κατ’ αυτού, αποδεικνύοντας μόνον τη νομή του (αφού και μόνο νομέας εάν είναι ενέχεται), εάν δε νομέας του κτίσματος δεν είναι ο κύριος, αλλά τρίτος, τότε θα στραφεί μόνον κατά του τρίτου, αποδεικνύοντας τη διανοία κυρίου νομή αυτού, μη δυνάμενος να στραφεί κατά του μη νομέα κυρίου του κτίσματος. Εάν στην κατοχή του κτίσματος ευρίσκεται ο μισθωτής ή ο θεματοφύλακας ή ο χρησάμενος, την ευθύνη δεν θα έχουν αυτοί (γιατί είναι απλοί κάτοχοι του κτίσματος), αλλά ο νομέας, για τον οποίο αυτοί ασκούν τη νομή και ο οποίος ως εκ τούτου απολαμβάνει τις εκ του πράγματος ωφέλειες. 2) Να πρόκειται περί κτίσματος ή άλλου έργου συνεχόμενου μετά του εδάφους. Σαν κτίσμα νοείται κάθε ανθρώπινο δομικό δημιούργημα, που συνδέεται σταθερά με το έδαφος, πάνω ή κάτω από την επιφάνειά του, αδιάφορα από την κατάσταση ή τον προορισμό του. Στην έννοια του «άλλου έργου» περιλαμβάνεται κάθε τεχνητό αντικείμενο, που συνδέεται με το έδαφος και εγκυμονεί κίνδυνο από πιθανή κατάρρευσή του και που, λόγω του τρόπου κατασκευής και της ιδιομορφίας του, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν «κτίσμα» (κολώνες καλωδίων, κεραίες, καπνοσυλλέκτες, διαφημιστικές πινακίδες κ.λπ.)[5]. 3) Η ζημία του τρίτου πρέπει να επήλθε εξαιτίας της πτώσεως του κτίσματος ή του άλλου έργου, ολικής ή μερικής. Σαν πτώση νοείται η λύση των τεχνικών συνδέσμων των διαφόρων υλικών του και η ολική ή μερική κατάρρευσή του σύμφωνα με το νόμο της βαρύτητας ή και η ολική ή μερική υποχώρηση κάτω από μία συνηθισμένη δύναμη, λ.χ. υποχώρηση μιας σκάλας ή δαπέδου κάτω από το βάρος ανθρώπινου σώματος. Κατ’ άλλη διατύπωση, ως «πτώση» του έργου νοείται η κατάρρευσή του (ολική ή μερική) λόγω λύσεως της συνέχειας των υλικών από φυσικά αίτια χωρίς παρεμβολή ανθρώπινης ενέργειας, ή η υποχώρησή του κάτω από την πίεση που κατά τον προορισμό του μπορεί να δεχτεί. Αν η πτώση οφείλεται στην άσκηση από μέρους τρίτου υπερβολικής, σε σχέση με το συγκεκριμένο έργο, δύναμης, δεν υπάρχει πτώση, άρα ούτε αντικειμενική ευθύνη του κυρίου ή νομέα, αλλά η τυχόν ευθύνη θα πρέπει να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ[6].

Ως ήδη ελέχθη, τεκμαίρεται μαχητά ότι η πτώση προήλθε κατ’ αιτιώδη συνάφεια από ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση και για να απαλλαγεί ο κύριος ή νομέας πρέπει να αποδείξει ακριβώς, ότι τέτοιος αιτιώδης σύνδεσμος δεν υπάρχει, γιατί η πτώση προήλθε από κάποια άλλη τρίτη αιτία, όπως ανωτέρα βία ή ενέργεια τρίτου. Το πότε το επικαλούμενο ως ανωτέρα βία γεγονός αποτελεί τρίτη αυτοτελή αιτία για την πτώση της οικοδομής ή τμήματός της, και άρα αιτία για τη διακοπή – άρση της αιτιώδους συνάφειας, που κατά την ίδια διάταξη του άρθρου 925 του ΑΚ τεκμαίρεται ότι υπάρχει ανάμεσα στην υπάρχουσα ελαττωματική κατασκευή ή την πλημμελή συντήρηση της οικοδομής και της πτώσης της, εξαρτάται από την ένταση του γεγονότος που εμφανίζεται ως ανωτέρω βία, η οποία (ένταση) τελεί σε αναλογία με την έκταση της πιο πάνω αιτιώδους συνάφειας. Όταν όμως το επικαλούμενο ως ανωτέρα βία γεγονός, καίτοι μέτριας έντασης, συνδυάζεται πραγματικά με ελαττωματικότητα της οικοδομής, που αποτέλεσε αιτία της πτώσης, περιορίζεται το ενδεχόμενο διάρρηξης της αιτιώδους συνάφειας και ανατροπής του νόμιμου τεκμηρίου που προαναφέρθηκε. Πταίσμα του κυρίου ή νομέα, δικό του ή των προστηθέντων του, δεν απαιτείται ούτε τεκμαίρεται, ούτε και τον ωφελεί η απόδειξη, ότι δε βαρύνεται ο ίδιος με πταίσμα, αλλά κάποιος άλλος, ενδεχομένως ο κατασκευαστής ή ο δικαιοπάροχός του.  Ήτοι, η απόδειξη ότι οι πλημμέλειες δεν είναι απότοκοι υπαιτιότητάς του ή ότι είχε άγνοια αυτών χωρίς να θεμελιούται αμέλεια, δεν τον απαλλάσσει.

            Αν περισσότερα πρόσωπα είναι συγκύριοι ή συννομείς του κτίσματος, τότε ευθύνονται όλοι εις ολόκληρον έναντι του ζημιωθέντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ, διότι υπάρχει παράλληλη ευθύνη περισσοτέρων για την ίδια ζημία[7]. Στις περιπτώσεις που η πτώση οφείλεται και σε αδικοπραξία κάποιου τρίτου, ευθυνόμενου κατά τις γενικές διατάξεις (άρθρο 914 ΑΚ), τότε θα υπάρχει εις ολόκληρον ευθύνη αυτού και του κυρίου ή νομέα κατά την ίδια διάταξη[8]. Σημειωτέον ότι σε περίπτωση χωριστής, κατ’ ορόφους, ιδιοκτησίας, αν τη ζημία υπέστη ένας από τους κατ’ ορόφους ιδιοκτήτες από πτώση κοινόχρηστου μέρους της πολυκατοικίας, την ευθύνη θα έχουν όλοι οι συνιδιοκτήτες, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο παθών, εάν δε η ζημία επήλθε σε έναν από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες από την πτώση μέρους του ιδιόκτητου διαμερίσματος άλλου από αυτούς, θα ευθύνεται μόνο αυτός ο ιδιοκτήτης σε αποζημίωση του βλαβέντος[9]. Κατά τα λοιπά, η επίκληση της διάταξης του άρθρου 925 ΑΚ δεν αποκλείει περαιτέρω την εφαρμογή και άλλων διατάξεων περί αδικοπραξιών, όπως αυτών περί θανατώσεως προσώπου, βλάβης σώματος ή υγείας (ΑΚ 928-931), χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΚ 932-933) και παραγραφής (ΑΚ 937). Δεν αποκλείει, επίσης, το ενδεχόμενο ύπαρξης οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την ΑΚ 300, ενώ παράλληλη ή τελείως ανεξάρτητη από αυτή της ΑΚ 925 αξίωση αποζημίωσης μπορεί να θεμελιωθεί σε συνδυασμό με την ΑΚ 914, εφόσον υφίσταται δόλος ή αμέλεια.

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Β. Α. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, Ερμηνεία – Νομολογία Αστικού Κώδικα (κατ’ άρθρο), Τόμος Γ΄, Ημίτομος Γ΄, Ειδικό Ενοχικό, Άρθρα 741-946, Αθήνα 2006, σελ. 997 επ. (υπό άρθρο 925), και ενδεικτικά εκ της νομολογίας ΠολΠρΠειρ 658/2016, ΕφΠειρ 169/2014, ΕφΔωδ 92/2014, ΕφΛαμ 186/2011, ΠολΠρΠειρ 3747/2011, ΜονΠρΤριπ 94/2009, ΜονΠρΡοδ 190/2007, ΕφΠατρ 216/2006, ΕφΠατρ 67/2004, ΠΠΑ 1949/2003, ΠολΠρΛαρ 218/2001, ΠΠΑ 284/2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρΘεσσ 22230/2011, ΕφΛαρ 380/2010, ΕφΠατρ 541/2010, ΠολΠρΘεσσ 34335/2010, ΜονΠρΘεσσ 408/2010, ΑΠ 755/2009, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 755/2009, ΧρΙΔ 2010, σελ. 103 = ΕλλΔνη 2011, σελ. 980, ΠολΠρΚερκ 126/2009, ΠολΠρΗρακλ 12/2007, ΜΠΑ 316/2003, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕφΑθ 5890/2008, ΕλλΔνη 2011, σελ. 508, ΕφΠατρ 216/2006, ΑχΝομ 2007, σελ. 43, ΕφΠατρ 67/2004, ΑχΝομ 2005, σελ. 140, ΕφΑθ 9369/1987, ΑρχΝ 1988, σελ. 219.

[2] Βλ. ΠολΠρΚερκ 126/2009, ΠολΠρΗρακλ 12/2007, ΜονΠρΧαν 65/2007, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ. Κατ’ άλλη άποψη, η διάταξη του άρθρου 925 ΑΚ εισάγει νόθο (μη γνήσια) αντικειμενική ευθύνη. Βλ. έτσι ΠΠΑ 1949/2003, ΑρχΝ 2003, σελ. 497, ΑΠ 8391/2000, ΕλλΔνη 41, σελ. 1578, ΕφΑθ 130/1969, Δνη 10, σελ. 383, ΕφΠειρ 175/1968, ΕΕΝ 36, σελ. 474.

[3] Βλ. Μπαλή, Γενικές Αρχές, παρ. 173, Βοσινάκη στον ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, άρ. 925, σελ. 766 – 769, Καυκά, ΕνοχΔΙΚ, έκδ. 1993, άρ. 925, σελ. 864 – 869, Δεληγιάννη – Κορνηλάκη, ΕιδΕνοχΔίκ, 1992, τ. ΙΙ, παρ. 365, Απ. Γεωργιάδη, ΕλλΔνη 42, σελ. 1182, ΕφΑθ 9369/1987, ΑρχΝ 1988, σελ. 219, ΠΠΑ 1949/2003, ΑρχΝ 2003, σελ. 497.

[4] Βλ. ΠολΠρΠειρ 658/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[5] Βλ. και ΠολΠρΗρακλ 12/2007, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ: «…ως “κτίσμα” νοείται το οικοδομημένο επί του εδάφους και έχον οικονομική αξίαν κατασκεύασμα, ως “άλλο έργο” δε πρέπει να νοηθεί κάθε άλλο υλικό δημιούργημα, συνεχόμενο μετά του εδάφους, που έχει χαρακτήρα οιασδήποτε φύσεως εγκαταστάσεως και οικονομική αξίας, λ.χ. ανάχωμα, πρόχωμα, εναέριος αγωγός ηλεκτρικού κλπ. (βλ. Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, άρθρο 925, οελ. 766-770, Εφ.ΑΘ. 3500/1989, Αρχ. Ν. 1990, 28, Εφ.ΑΘ. 9369/1987, Αρχ.Ν. 1988,219, ΕΑ 4268/56 No Β 5.325)».

[6] Βλ. ΕφΑθ 3500/1989, ΑρχΝ 1990, σελ. 28.

[7] Βλ. Γεωργιάδη σε ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, άρ. 926, σελ. 773.

[8] Βλ. Βοσινάκη στον ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, άρ. 925, σελ. 768.

[9] Βλ. ΑΠ 1878/2013, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί