Σχέση δικηγόρου – πελάτη και διάκριση της αμοιβής του δικηγόρου από τα δικαστικά έξοδα
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 40, 49, 63, 91, 92, 94, 170 και 248 παρ.1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. ΑΚ προκύπτει ότι ο δικηγόρος,
ενεργώντας έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξαρτήσεως είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη. Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που προσέφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε εντολή επ’ ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ. Κώδικα περί Δικηγόρων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 91, 92 επ. και 98 επ. του Κώδικα περί δικηγόρων σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 176, 177 και 189 ΚΠολΔ προκύπτει ότι άλλη είναι η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου και άλλη η επιδικασθείσα στον διάδικο δικαστική δαπάνη, στην καταβολή της οποίας καταδικάζεται ο αντίδικός του με τη δικαστική απόφαση. Τούτο διότι η πρώτη, η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου, ανάγεται στην εσωτερική εκ της εντολής σχέση, η οποία συνδέει τον πληρεξούσιο δικηγόρο με τον πελάτη του και καθορίζεται κατά την μεταξύ τους συμφωνία (άρθρο 92 του Κώδικα περί Δικηγόρων), εφόσον αυτή είναι έγκυρη, εν ελλείψει δε τέτοιας έγκυρης συμφωνίας κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατιμήσεις αμοιβής των δικηγόρων (άρθρο 98 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων). Αντίθετα η δεύτερη, ήτοι η αποδοτέα δικαστική δαπάνη, καθορίζεται κατά τις περί αυτής διατάξεις του άρθρου 189 ΚΠολΔ, κατά την οποία αποδίδονται μόνο τα αναγκαία προς διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης δικαστικά έξοδα και περιλαμβάνει τα δαπανήματα που καθορίζονται σ’ αυτή. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνεται σαφώς διάκριση μεταξύ της δικηγορικής αμοιβής, η οποία πάντοτε είναι πληρωτέα από τον εντολέα του δικηγόρου με βάση τη σχέση έμμισθης εντολής και της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται από το δικαστήριο, στην οποία περιλαμβάνεται και η δικηγορική αμοιβή και αποτελεί βέβαια το μεγαλύτερο μέρος αυτής, η οποία εντούτοις ανήκει στο διάδικο και όχι στο δικηγόρο του (ΑΠ 2073/2007 στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3396/2009, ΕλΔνη 2010 σελ.795, ΕφΛαρ 297/1986, Αρμ 1987 σελ. 30).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr