Σε περίπτωση κατάθεσης απογράφου στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και ανάγκης ενέργειας νέας εκτέλεσης, δεν ανακύπτει η ανάγκη χορήγησης δεύτερου απογράφου, αφού παρέχεται η δυνατότητα νέας εκτέλεσης βάσει επίσημου αντιγράφου του απογράφου που χορηγείται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 918 παρ. 3 ΚΠολΔ, ένα μόνο απόγραφο χορηγείται, προς το σκοπό προστασίας των συμφερόντων του οφειλέτη, για την αποτροπή ταυτόχρονης αναγκαστικής εκτέλεσης σε περισσότερα σε διαφόρους τόπους κείμενα περιουσιακά στοιχεία και κατ’ ακολουθίαν άσκοπης πρόσθετης επιβάρυνσής του με αυξημένα έξοδα, εξαιρετικώς δε και δεύτερο σε περίπτωση απώλειας του πρώτου ή συνδρομής άλλου σοβαρού λόγου (Β. Βαθρακοκοίλη ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 918 αρ. 16). Κατά τη διάταξη δε της παρ. 6 του ιδίου άρθρου, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, οφείλει να χορηγεί στον επισπεύδοντα επίσημα αντίγραφα του απογράφου που εκτελείται και των επιδοτηρίων της επιταγής, με τα οποία μπορεί αυτός να ενεργήσει νέα εκτέλεση κατά του οφειλέτη και κατά κάθε άλλου υπόχρεου, με κατάσχεση άλλης περιουσίας ή με προσωπική κράτηση, αν έχει απαγγελθεί. Έτσι, στην περίπτωση που το ήδη χορηγηθέν απόγραφο έχει κατατεθεί ήδη ενώπιον του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου και ο δικαιούχος της απαίτησης προτίθεται να προχωρήσει σε περαιτέρω νέα εκτέλεση, ο επισπεύδων δεν υποχρεούται να ζητήσει νέο απόγραφο, αλλά η νέα διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης συνεχίζεται ακωλύτως με τη χορήγηση υποχρεωτικά από το συμβολαιογράφο, στον οποίο έχουν κατατεθεί τα έγγραφα της πρώτης εκτέλεσης, προς τον επισπεύδοντα αντιγράφου του εκτελεστού απογράφου, αρκεί να βρίσκεται στο αρχείο του το απόγραφο του εκτελεστού τίτλου (ΕφΠατρ 10/2021). Αν και η ευχέρεια αυτή του επισπεύδοντος μπορεί να οδηγεί σε καταχρήσεις – με τη διευκόλυνση δηλαδή διαδοχικών, καταχρηστικών κατασχέσεων (όταν πρόκειται για έμμεση εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης) – και μολονότι πρόκειται στην ουσία για ρήγμα στην αρχή της μοναδικότητας του πρώτου απογράφου και στην προστασία που αυτή προσφέρει, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το σύστημα αυτό απλοποιεί και επιταχύνει την ικανοποίηση του δανειστή (I. Μπρίνιας ό.π., άρθρο 918 παρ. 85, σελ.223 – 224, Π.Γέσιου – Φαλτσή ό.π., παρ. 25, αρ. 11 -12, σελ. 339 – 341).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 973 παρ. 2 ΚΠολΔ στη θέση του επισπεύδοντος μπορεί να υποκατασταθεί κάθε δανειστής, εφόσον έχει απαίτηση που στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο και κοινοποίησε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση. Αν όμως ο κατασχών παραιτηθεί από την κατάσχεση (στα δε ακίνητα κρίσιμος είναι ο χρόνος της διαγραφής της κατάσχεσης από τα βιβλία κατασχέσεων), παύει να υπάρχει εκκρεμής εκτέλεση και δεν μπορεί να γίνει λόγος για υποκατάσταση άλλου δανειστή. Ο δανειστής που εμφανίζεται μετέπειτα, οφείλει να ενεργήσει νέα κατάσχεση [εκτός αν είχε μεσολαβήσει, πριν από την παραίτηση του επισπεύδοντος, αναγγελία στηριγμένη σε εκτελεστό τίτλο, είτε από τον υποκαθιστάμενο είτε και από άλλον δανειστή, οπότε αυτήν πλέον στηρίζει την υποκατάσταση] (Π. Γέσιου-Φαλτσή, ό.π. παρ. 58 αρ. 16-18 σελ. 352-354). Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 958 παρ. 2 και 997 παρ. 5 ΚΠολΔ, μία από τις σημαντικότερες αλλαγές που επήλθαν με το ν. 4335/2015 είναι και η δυνατότητα επιβολής πολλαπλών κατασχέσεων. Έτσι, η αναγκαστική κατάσχεση του πράγματος (τόσο κινητού όσο και ακινήτου) δεν εμποδίζει πλέον τη νέα αναγκαστική κατάσχεσή του από άλλον δανειστή του ίδιου οφειλέτη, με αποτέλεσμα να διενεργούνται παράλληλα περισσότερες διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για το ίδιο αντικείμενο, χωρίς, ωστόσο, η μία διαδικασία να επηρεάζει την άλλη, ενώ η άρση της απαγόρευσης για την επιβολή πολλαπλών κατασχέσεων δεν επηρέασε τις διατάξεις περί αναγγελίας δανειστών των άρθρων 972επ. ΚΠολΔ (ΕφΠατρ 437/2019).
Αγγελική Λιγοψυχάκη, ασκ. δικηγόρος
Email: info@efotopoulou.gr