Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Σε περίπτωση μεταβίβασης του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα. Ο ειδικός διάδοχος υπεισέρχεται στη θέση του μεταβιβάσαντος μόνο εφόσον ασκηθεί εκ μέρους του παρέμβαση και συμφωνήσουν οι αρχικοί διάδικοι

Με το άρθρο 225 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ ορίζεται: «1) Η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα. 2) Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη. Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση. 3) Αν ο ενάγων μεταβίβασε το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή σύστησε εμπράγματο δικαίωμα, δεν μπορεί να προταθεί εναντίον του έλλειψη νομιμοποίησης, εκτός αν η απόφαση που θα εκδοθεί δεν δεσμεύει τον ειδικό διάδοχο».

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους και μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση όμως του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, αλλά η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των διαδίκων εωσότου νομίμως περατωθεί. Μέχρι τότε μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα (βλ. ΑΠ 1541/2003, ΑΓΓ1345/2009, ΑΠ 1727/2006, ΑΠ 1479/2010 ΤΝΠ Νόμος).

Ως μεταβίβαση, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, θεωρείται κάθε μορφή ειδικής διαδοχής στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα είτε αυτή είναι εκούσια, στηριζόμενη στη δικαιοπρακτική βούληση των διαδίκων, είτε είναι αναγκαστική, που γίνεται με διάταξη νόμου ή με μονομερή πολιτειακή πράξη, εφόσον δεν συνιστά πρωτότυπο τρόπο κτήσεως του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος (βλ. ΑΠ1475/2010 ό.π.). Συνεπώς, ο διάδικος που μεταβίβασε το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα καλείται υποχρεωτικά να παραστεί στη δίκη σε οποιοδήποτε στάδιο και αν βρίσκεται αυτή και επομένως και κατά τη συζήτηση της εφέσεως (βλ. ΑΠ 1727/2006 ΤΝΠ-Νόμος), αυτός δε, με τους λοιπούς αρχικούς διαδίκους θεωρούνται μόνοι αρμόδιοι να τερματίσουν τη δίκη (βλ. Νίκα: ΝοΒ 1985. 830, Κονδύλη, Το Δεδικασμένο κατά τον ΚΠολΔ, σ. 259, 512, 521 ιδία σ. 539 όπου και παραπομπές σε συγγραφείς και ΕφΠατρ 739/2008 ΑχΝομ 2009. 363, ΕφΑΘ 9471/1979 ΝοΒ 1980. 546).

Εκείνος ο οποίος στη διάρκεια της δίκης έγινε ειδικός διάδοχος κάποιου από τους διαδίκους νομιμοποιείται μόνο να ασκήσει παρέμβαση, όχι όμως να ενεργήσει για δικό του λογαριασμό και στο όνομά του οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη που έχει σχέση με τη διεξαγωγή και την πρόοδο της δίκης. Αν δε ενεργήσει τέτοιες πράξεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η κατάθεση προτάσεων και η κατάθεση δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., αυτές είναι άκυρες και η ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως κατά τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 159 παρ.1 και 160 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Μόνο δε, εφόσον ασκηθεί εκ μέρους του ειδικού διαδόχου παρέμβαση και συμφωνήσουν οι αρχικοί διάδικοι, ο ειδικός διάδοχος μπορεί να υπεισέλθει στη θέση του μεταβιβάσαντος (άρθρο 85 Κ.Πολ.Δ.), ενώ αν ασκήσει μόνο παρέμβαση και δεν υπάρχει η προαναφερθείσα συμφωνία, ο παρεμβάς ειδικός διάδοχος ενεργεί μεν όλες τις διαδικαστικές πράξεις, αλλά προς το συμφέρον του δικαιοπαρόχου του αρχικού διαδίκου σύμφωνα με το άρθρο 82 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 302/2012)[1].

Κύρια παρέμβαση έχει δικαίωμα να ασκήσει ο ειδικός διάδοχος όταν έχει έννομο συμφέρον να δημιουργήσει δεδικασμένο, όχι μόνο έναντι του αντιδίκου του δικαιοπαρόχου του, αλλά και απέναντι στον ίδιο το δικαιοπάροχό του ή στους καθολικούς διαδόχους εκείνου. Τούτο συμβαίνει όταν ο δικαιοπάροχος του παρεμβαίνοντος ή οι καθολικοί διάδοχοί του αμφισβητούν ότι ο ειδικός διάδοχος απέκτησε εγκύρως το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα. Αν το έννομο συμφέρον, που απαιτείται για την άσκηση κύριας παρέμβασης, δεν εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής ή δεν δικαιολογείται, τότε η παρέμβαση δεν ισχύει ως κύρια, αλλά, εφόσον περιέχει τα στοιχεία της πρόσθετης, θα ισχύσει με τον χαρακτήρα της τελευταίας (Α.Π. 1155/2013, Α.Π. 1136/2013, Α.Π. 1430/2012, Α.Π. 1411/2011, Α.Π. 1475/2010, Α.Π. 785/2007 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 1004/1992 ΕλλΔνη 35.431, Α.Π. 648/1980, ΕφΔωδ 162/2009, ΕφΠατρ 1027/2008, ΕφΠατρ219/2008, ΕφΑΘ 4047/2007, ΕφΔωδ 103/2007, ΕφΛαρ 240/2002, ΕφΔωδ 116/2000, ΕφΑΘ 1851/1996, Εφ Θεσ 328/1990 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

Σύμφωνα δε, με το άρθρο 83 ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση χαρακτηρίζεται αυτοτελής όταν τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου ή της εκτελεστότητας ή της άμεσης διαπλαστικής ενέργειας καταλαμβάνουν και τον προσθέτως παρεμβαΐνοντα. Αυτοτελής είναι συνεπώς και η πρόσθετη παρέμβαση του ειδικού διαδόχου (ΕφΠειρ 744/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 10097/1986 Δ 1987.698, Ειρ Χαν 504/2017)[2].

Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ` άρθρο 83 Κ.Πολ.Δ. αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ο νόμος μεταχειρίζεται τον παρεμβαίνοντα, στο πλαίσιο της διαδικασίας, ως αναγκαίο ομόδικο του διαδίκου υπέρ του οποίου παρεμβαίνει, απαλλασσόμενο από τη διαδικαστική κηδεμονία του συμμάχου του διαδίκου, με όλες τις παρεχόμενες εκτεταμένες δικονομικές εξουσίες ενός αναγκαίου ομοδίκου. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μία νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του. Η ασκούμενη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 Κ.Πολ.Δ, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με τον υπέρ ου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται ως, κατά πλάσμα δικαίου, αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (βλ. ΑΠ 368/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1564/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 727/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Λόγω δε της δημιουργούμενης αναγκαστικής ομοδικίας, για τους ομοδίκους που απουσιάζουν δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους (Α.Π. 368/2019, Α.Π. 192/2012, Α.Π. 1332/2011, Α.Π. 1230/2008, Α.Π. 1145/2007, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ, υπ` άρθρο 83, αριθ. 3), εφόσον έχουν κλητευθεί νόμιμα (Α.Π. 756/2017, Α.Π. 681/2016, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), ενδεχόμενες δε αντιφατικές ενέργειες (ομολογία – άρνηση) εκτιμώνται ελεύθερα (Α.Π. 823/2010, Α.Π. 354/2001, Εφ.Πειρ. 168/2020, Εφ.Θεσ. 78/2017, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ό.α, υπ` άρθρο 77, σ. 180, αριθ. 3 και υπ’ άρθρο 83, σ. 194, αριθ. 3, Β. Βαθρακοκοίλη, Κ.Πολ.Δ, υπ` άρθρο 77, αριθ. 6, σ. 543).

Εξάλλου, οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση για τις απαιτήσεις που διαχειρίζονται (Α.Π. 368/2019, Α.Π. 780/2019, Α.Π. 877/2019, Εφ.Λαρ. 84/2020, Εφ.Αθ. 252/2020, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ)[3].

Αγγελική Λιγοψυχάκη, ασκ. δικηγόρος

Email: info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. 780/2019 ΑΠ, 1430/2012 ΑΠ

[2] Βλ. 189/2020 ΕΙΡ ΛΑΜ

[3] Βλ. 292/2022 ΜΠΡ ΛΑΜ, 467/2022 ΕΦ ΠΕΙΡ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί