Συμψηφισμός και καταλογισμός στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων: διάκριση των εννοιών και συνέπειες αυτής
Ο συμψηφισμός σαν νομική έννοια δεν ταυτίζεται με τον καταλογισμό ποσού επί του μισθού του εργαζομένου και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο απαιτείται μεγάλη προσοχή κατά την επίκλησή τους και υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στο πεδίο εφαρμογής του πρώτου ή του δευτέρου αντιστοίχως. Πιο συγκεκριμένα, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 440 Α.Κ. για την οριοθέτηση και λειτουργία του συμψηφισμού ορίζεται ότι μέσω αυτού καθίσταται δυνατή η απόσβεση ομοειδών, ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων δύο προσώπων στην έκταση που καλύπτονται η μία με την άλλη, εφόσον το ένα πρόσωπο δηλώσει στο έτερο τη βούλησή του για το σκοπό αυτό. Ο ανωτέρω κανόνας κάμπτεται, κατ` εξαίρεση, όταν πρόκειται για απαιτήσεις μισθολογικών παροχών, καθώς σε αυτήν την περίπτωση ο συμψηφισμός τους με ανταπαίτηση του εργοδότη απαγορεύεται δυνάμει του άρθρου 664 Α.Κ.. Η ρύθμιση αυτή πέραν της δεδομένης σημασίας και σπουδαιότητάς της, κατισχύει ως ειδικότερη εκείνης του άρθρου 451 του Α.Κ. σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 982 παρ. 2, στοιχείο δ ΚΠολΔ, ενώ διευκρινίζεται ότι η σχετική απαγόρευση ισχύει μόνο για το μέρος, ως προς το οποίο οι μισθολογικές παροχές ήθελε θεωρηθούν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, απολύτως αναγκαίες για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του. Επισημαίνεται ότι επέρχεται πλήρης επαναφορά στον κανόνα και καθίσταται επιτρεπτός ο συμψηφισμός των σχετικών απαιτήσεων στην περίπτωση, κατά την οποία η ανταπαίτηση του εργοδότη απορρέει από ζημία που του προξένησε δολίως ο εργαζόμενος κατά την παροχή της εργασίας.
Ωστόσο, με τον ως άνω συμψηφισμό δεν πρέπει να συγχέεται ο καταλογισμός ενός ποσού στο μισθό του εργαζομένου. Ειδικότερα, ως καταλογισμός νοείται η αφαίρεση (έκπτωση) από τον οφειλόμενο μισθό ορισμένου μέρους του ή και ολόκληρου του ποσού του, κατά το μέτρο που το ποσό αυτό έχει καταβληθεί ήδη στον εργαζόμενο είτε ως προκαταβολή των αποδοχών του είτε χωρίς νόμιμη αιτία (π.χ. από παραδρομή). Ο καταλογισμός λειτουργεί ως μηχανισμός αποτροπής της διπλής πληρωμής των ίδιων μισθολογικών παροχών και επιτρέπεται πάντοτε για λόγους ουσιαστικής δικαιοσύνης, χωρίς να προσκρούει στην τιθέμενη ενόψει του άρθρου 664 Α.Κ. απαγόρευση (ΑΠ 1067/2017 ΤΝΠ NOMOS).
Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται ευκρινές ότι στην περίπτωση, κατά την οποία ο εργοδότης κατέβαλε εκ παραδρομής στον εργαζόμενο μεγαλύτερο χρηματικό ποσό από το πράγματι οφειλόμενο και συμφωνηθέν ως αμοιβή για την παροχή των υπηρεσιών του τελευταίου επί τη βάσει σύμβασης εργασίας και στη συνέχεια επικαλείται το γεγονός αυτό στα πλαίσια αίτησης του εργαζομένου για παροχή δικαστικής προστασίας εν σχέσει με τυχόν οφειλόμενους μισθούς, δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί συμψηφισμού κατά την έννοια των άρθρων 440 και 664 του Α.Κ. υποκείμενου στους περιορισμούς των διατάξεων αυτών, αλλά περί καταλογισμού των εκ παραδρομής καταβληθέντων πλέον του συμφωνηθέντος μισθού ποσών, δηλαδή αφαίρεσης/έκπτωσής τους από τις οφειλόμενες και διεκδικούμενες αποδοχές.
Υπό αυτήν την έποψη ο Άρειος Πάγος στα πλαίσια της υπ’ αριθμ. 358/2020 απόφασής Του (ΤΝΠ NOMOS) επεσήμανε τα εξής: «[…] Η αναιρεσείουσα εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, η οποία είχε δικασθεί ερήμην στον πρώτο βαθμό, με την από 15.12.2014 έφεση αυτής και με τους από 5.1.2015 ασκηθέντες με ίδιο δικόγραφο πρόσθετους λόγους έφεσης ισχυρίσθηκε παραδεκτώς (ενόψει της ερημοδικίας της στον πρώτο βαθμό) ότι εκ παραδρομής του λογιστηρίου της είχε καταβάλει στους ενάγοντες τα εκεί αναφερόμενα μεγαλύτερα ποσά μισθοδοσίας κατά την περίοδο από 1.1.2009 έως και 31.12.2011 αναφορικά με τους τρεις πρώτους τους εναγόντων – εφεσίβλητων και είχε υπολογίσει μεγαλύτερα ποσά μισθοδοσίας κατά την περίοδο από 1.1.2012 έως και τον Ιανουάριο του 2013 αναφορικά με τους τρεις πρώτους τους εναγόντων – εφεσίβλητων και για την περίοδο από 14.2.2012 έως 31.12.2012 αναφορικά με τον τέταρτο των εναγόντων – εφεσίβλητων σε σχέση με εκείνα που πραγματικά όφειλε στον πρώτο των εναγόντων, δυνάμει της συλλογικής σύμβασης εργασίας των φυλάκων – νυχτοφυλάκων και θυρωρών βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων όλης της χώρας και στους λοιπούς ενάγοντες, δυνάμει της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, ποσά για τα οποία υπέβαλε ένσταση “παρακράτησης – συμψηφισμού” με τις ένδικες απαιτήσεις των εναγόντων καταβολής διαφορών μεταξύ οφειλόμενων και καταβληθεισών δεδουλευμένων αποδοχών. Ο ανωτέρω ισχυρισμός, κατά το μέρος που αφορά καταβολή μεγαλυτέρων αποδοχών των πράγματι οφειλομένων για την χρονική περίοδο των ετών 2009 έως και 2011 φέρει το χαρακτήρα καταλογισμού (έκπτωσης) του μεγαλύτερου ποσού που οι αναιρεσίβλητοι έλαβαν από παραδρομή του λογιστηρίου της αναιρεσείουσας έναντι των πράγματι οφειλομένων σε αυτούς αποδοχών, ενώ κατά το μέρος που αφορά εσφαλμένο υπολογισμό των αποδοχών τους για την περίοδο του έτους 2012 και για τον Ιανουάριο του 2013 φέρει τον χαρακτήρα μερικής άρνησης της ιστορικής βάσης της αγωγής. Τον ισχυρισμό αυτό απέρριψε στο σύνολό του ως μη νόμιμο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αιτιολογία ότι αφενός μεν κατά τα άρθρα 451 του ΑΚ και 982 παρ. 2 εδ, δ του ΚΠολΔ δεν είναι επιτρεπτός ο συμψηφισμός κατά ακατάσχετων απαιτήσεων, όπως είναι οι απαιτήσεις μισθών, αφετέρου δε η πιο πάνω προτεινόμενη προς συμψηφισμό ανταπαίτηση της αναιρεσείουσας υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 664 του ΑΚ, καθότι οι διεκδικούμενες από τους ενάγοντες μισθολογικές διαφορές είναι απολύτως αναγκαίες για τη διατροφή αυτών και της οικογένειάς τους, εφόσον αυτοί δεν έχουν περιουσία ή εισοδήματα από άλλες πηγές, και δεν αφορά ανταπαίτηση της αναιρεσείουσας για ζημία που από δόλο της προκάλεσαν οι ενάγοντες, ούτε άλλωστε η εναγομένη επικαλείται κάτι τέτοιο. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 440, 451 και 664 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 982 παρ.2 εδ. δ του ΚΠολΔ, στην οποία παραπέμπει η δεύτερη εξ αυτών, τις οποίες εφάρμοσε αν και δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο διότι η εκ μέρους της εναγομένης – εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας επίκληση της καταβολής στους ενάγοντες αποδοχών μεγαλυτέρων των πράγματι οφειλομένων από παραδρομή κατά τον υπολογισμό αυτών από το λογιστήριο της αναιρεσείουσας δεν αποτελεί συμψηφισμό κατά την έννοια των άρθρων 440 και 664 του ΑΚ υποκείμενο στους περιορισμούς των διατάξεων αυτών, αλλά έχει τον χαρακτήρα του καταλογισμού των ποσών αυτών, δηλαδή της αφαίρεσης (έκπτωσης) από τις οφειλόμενες και διεκδικούμενες αποδοχές ορισμένου μέρους που έχουν ήδη εισπράξει οι αναιρεσίβλητοι για συναφή αιτία. […]».
Ιωάννης Μπάλλιας, δικηγόρος Αθηνών
e-mail: info@efotopoulou.gr