Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Συνέπειες αναίρεσης εφετειακής απόφασης – Με την αναίρεση απόφασης, το Δικαστήριο της παραπομπής επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση και δεσμεύεται μόνον ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση, όχι όμως και από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα, ερευνώντας, δε, τις διαταχθείσες αποδείξεις δύναται, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, να τις εκτιμήσει και διαφορετικά από ότι η αναιρεθείσα απόφαση και δεν δεσμεύεται ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ: «αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση». Κατά, δε, τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα: «στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται με κλήση. Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237». Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι με την αναίρεση της αποφάσεως οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή). Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αιτήσεως αναιρέσεως, ήτοι κατά τα πληγέντα κεφάλαιά της (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο λόγος αναιρέσεως που έγινε δεκτός και όχι ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνδέονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα, οπότε και αυτά συναναιρούνται[1].

Έτσι, αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι του δευτέρου βαθμού και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, ήτοι για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση των σχετικών με την αρμοδιότητα διατάξεων, τότε αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ’ αυτής έφεση που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο[2], το οποίο, εφόσον η αναιρετική απόφαση δεν ασχολήθηκε με το διαδικαστικό ζήτημα του εμπροθέσμου της εφέσεως ως προϋποθέσεως του παραδεκτού της, ερευνά και πάλι, ως Δικαστήριο της παραπομπής, τη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης και το παραδεκτό της εφέσεως[3]. Στο Δικαστήριο της παραπομπής, η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, τα όρια, δε, αυτά δεν προσδιορίζονται μόνον από το διατακτικό της αναιρετικής αποφάσεως, αλλά, κυρίως, από το αιτιολογικό της[4].

Με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. Η επάνοδος των διαδίκων στην κατάσταση πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, περιορίζεται, κατ’ αρχήν, μεταξύ εκείνων των διαδίκων που μετείχαν στην αναιρετική δίκη, ως προς τους οποίους αναιρέθηκε η απόφαση, και μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου, και, συνεπώς, δεν θίγεται η ισχύς της αποφάσεως για εκείνους του διαδίκους που δεν μετείχαν στην αναιρετική δίκη, ως προς τους οποίους δεν αναιρέθηκε, εκτός αν πρόκειται για αδιαίρετα δίκαια.

Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους[5], ή, ακόμη, όταν ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως πλήττει -κατά νομική ακολουθία- το κύρος της όλης αποφάσεως, κατά το διατακτικό της αναιρετικής, σε συνδυασμό όμως και με το αιτιολογικό της[6]. Αν, αντιθέτως, η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνον ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του Δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο[7].

Έτσι, αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι του δευτέρου βαθμού και αναιρέθηκε εν μέρει, κατά το αυτό αναιρεθέν κεφάλαιο χωρεί η επανεξέταση της εφέσεως από το Δικαστήριο της παραπομπής. Κατά την επανεκδίκαση, δηλαδή, της εφέσεως οι μη αναιρεθείσες διατάξεις διατηρούν την ισχύ τους και δεσμεύουν το Δικαστήριο της παραπομπής, λόγω του υπάρχοντος και μη ανατραπέντος με την αναίρεση δεδικασμένου από τη μερικώς οριστική και αμετάκλητη ήδη απόφαση του δευτέρου βαθμού και συνεπώς δεν ερευνώνται εκ νέου ούτε θίγονται τα κεφάλαια της διαφοράς, τα οποία αντιστοιχούν στις μη αναιρεθείσες διατάξεις, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη[8].

Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία «οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν», προκύπτει ότι το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση και δεσμεύεται μόνον ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση[9], όχι όμως και από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Ερευνώντας, όμως, τις διαταχθείσες αποδείξεις δύναται, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, να τις εκτιμήσει και διαφορετικά από ότι η αναιρεθείσα απόφαση και δεν δεσμεύεται ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη[10], αφού η υποχρέωση του Δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος με τον λόγο της αναιρέσεως που έκανε δεκτό, ενώ, αντιθέτως, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε είναι αναιρετικά ανέλεγκτη[11]. Αν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (Εφετείου) δεν ακυρώνεται και η απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ακόμη και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα, και τούτο διότι με την αναίρεση της αποφάσεως του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της εφέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου[12], ως προς την οποία θα αποφανθεί το Δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα την απορρίψει επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση[13].

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

[1] βλ. ΑΠ 808/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 479/2009 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 707/2008 ΝοΒ 56.2190, ΑΠ 1717/2002 ΕλλΔνη 44.1563

[2] βλ. ΑΠ 129/2004 Δ 2004.804, ΑΠ 88/1996 ΕλλΔνη 1996. 1554, ΕφΑθ 6795/2006 ΕλλΔνη 2006.1686

[3] βλ. ΟλΑΠ 4/1996 ΕλλΔνη 1996.1041, ΑΠ 1276/1992 ΕλλΔνη 1994.1554, ΕφΝαυπλ 66/2008 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, Κεραμέας/Κονδύλης/Νίκας: Ερμηνεία ΚΠολΔ άρθρο 581 αριθμ. 6, σελ. 1082, Νίκας: ΠολΔ, Τόμος III, έκδοση 2007 παρ.121, αριθμ. 34 σελ. 564

[4] βλ. ΑΠ 570/2005, ΑΠ 129/2004 ΤΝΠ-ΔΣΑ

[5] βλ. ΟλΑΠ 27/2007 ΕλλΔνη 48.1012, ΑΠ 1145/2005 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 43/2005 ΕλλΔνη 2005.1402, ΑΠ1308/2004 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 380/1999 ΝοΒ 2000.949

[6] βλ. ΑΠ 129/2004 Δ 35. 804

[7] βλ. ΑΠ 524/2010, ΑΠ 721/2009, ΑΠ 404/ 2007, ΑΠ 443/2006, ΑΠ 1145/2005, ΑΠ 975/2000 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 659/1988 ΕλλΔνη 30.310

[8] βλ. ΑΠ 629/2010, ΑΠ 1145/2005, ΑΠ 1447/2002, ΑΠ 975/2000 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ

[9] βλ. ΑΠ 137/2004 Δ 35.1171

[10] βλ. ΑΠ 1614/2008 ΤΝΠ-ΔΣΑ, ΑΠ 129/2004 Δ 35.804, ΑΠ 79/1988 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ

[11] βλ. ΑΠ 906/ 2009, ΑΠ 137/2004 ΤΝΠ- ΝΟΜΟΣ

[12] βλ. ΑΠ 963/1999 ΕλλΔνη 41.51

[13] βλ. ΕφΑθ 745/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1421/2002 ΧρΙΔ Γ.145

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί