Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Συνιστούν οι παράλληλες εισαγωγές αθέμιτο ανταγωνισμό; Η -παρά τη ρήτρα της αποκλειστικότητας- παράλληλη εισαγωγή σε κράτη μέλη της Ε.Ε. ξένων προϊόντων που τέθηκαν σε κυκλοφορία από το δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του δεν συνιστά eo ipso αθέμιτο ανταγωνισμό, αλλά τότε μόνο μπορεί κατά περίπτωση να αποτελέσει πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού έναντι του αποκλειστικού διανομέα, όταν συντρέχουν ad hoc πρόσθετα επιβαρυντικά στοιχεία, τα οποία προσδίδουν σε αυτή το χαρακτήρα της αντίθεσης στα χρηστά ήθη

Oσάκις γίνεται λόγος για παράλληλες εισαγωγές, η διακινδύνευση του θεσμού του ανταγωνισμού δεν αποτελεί κριτήριο (πολλώ δε μάλλον επαρκές) για να θεμελιώσει -αφ’ εαυτού ή από κοινού με άλλα κριτήρια- το αθέμιτο. Με άλλα λόγια, δεν επιτρέπεται το δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού να περιορίσει υπέρμετρα την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων στην Ε.Ε. και τον απομιμητικό ανταγωνισμό, ο οποίος πρέπει να παραμείνει ελεύθερος (Μιχ. – Θεοδ. Δ. Μαρίνος, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, 2002, σελ. 157, §333). Δεδομένου δε ότι γενικά η αντίθεση μιας ανταγωνιστικής συμπεριφοράς στα χρηστά ήθη θεμελιώνεται ήδη εκ του αποτελέσματος μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν δηλαδή εικάζεται ότι η ικανότητα λειτουργίας του ανταγωνισμού στη σχετική αγορά αίρεται εξ ολοκλήρου ή πλήττεται σημαντικά (π.χ. στην περίπτωση της καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης επιχείρησης, ίδετε άρθρο 2 Ν. 3959/2011 ή στην περίπτωση της συστηματικής μαζικής δωρεάν διανομής εμπορευμάτων σε συνδυασμό με συστηματική προσφορά των προϊόντων σε τιμές κάτω του κόστους από μεγάλης δύναμης επιχείρηση), ειδικά στην περίπτωση των παράλληλων εισαγωγών -οι οποίες αποτελούν μία καθ’ όλα νόμιμη (ήτοι δίχως παράβαση νομικών δεσμεύσεων ή αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων), θεμιτή και αποδεκτή κατά τις κρατούσες συναλλακτικές συνήθειες και αντιλήψεις εμπορική πρακτική, εξαιρετικά διαδεδομένη στην αγορά και σύμφυτη με τους κανόνες της υγιούς ανταγωνιστικής διαδικασίας- η κρίση περί της αντίθεσης της πρακτικής αυτής στα χρηστά ήθη δεν επιτρέπεται να θεμελιώνεται στο ίδιο επιχείρημα, το οποίο θεμελιώνει -άλλωστε- το νόμιμο και θεμιτό αυτής, ήτοι στη δήθεν διακινδύνευση της αγοράς ή του οικείου οικονομικού κλάδου ή του θεσμού του ανταγωνισμού, αφού οι παράλληλες εισαγωγές βασίζονται ακριβώς στον αρχικό κανόνα της ελευθερίας διακίνησης των αγαθών και των εμπορευμάτων στην ενωσιακή αγορά και της οικονομικής και επιχειρηματικής ελευθερίας. Η σχετική κρίση περί του αθεμίτου θα πρέπει εδώ να βασισθεί όχι μόνο στη στάθμιση όλων των εμπλεκόμενων συμφερόντων (π.χ. συμφέρον των καταναλωτών, συμφέρον των ανταγωνιστών κλπ), αλλά πρωτίστως στην εξισορρόπηση των σκοπών του Ν. 146/1914 -στους οποίους, βεβαίως, συγκαταλέγεται τόσο η προστασία του ποιοτικού και υγιούς ανταγωνισμού ως θεσμού, όσο και η κατοχύρωση του πυρήνα της ελευθερίας του- διά της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας, η οποία θέτει εύλογα και δίκαια όρια στους τιθέμενους ποικίλους -και ενίοτε υπέρμετρους και δυσανάλογους σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό- περιορισμούς των συνταγματικώς, αλλά και σε ενωσιακό επίπεδο κατοχυρωμένων ελευθεριών, όπως είναι και εν προκειμένω η οικονομική ελευθερία, η ελευθερία κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στην ενωσιακή αγορά και η ελευθερία του ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που θεωρείται βάση της οικονομικής προόδου.

Η εξειδίκευση των χρηστών ηθών του άρθρου 1 του Ν. 146/1914 κινείται μεταξύ των πόλων της συναλλακτικής ηθικής στο συγκεκριμένο τομέα δραστηριότητας στην αγορά και της εξασφάλισης ενός λειτουργούντος και αποδοτικού, ελεύθερου και συνάμα υγιούς ανταγωνισμού. Το αν μια συμπεριφορά είναι αθέμιτη είναι αποτέλεσμα ανοικτής νομικής εξειδίκευσης μιας αόριστης νομικής έννοιας μέσα από μια διαδικασία εντοπισμού, αξιολόγησης και στάθμισης συμφερόντων ανταγωνισμού, ολότητας (δομή ανταγωνισμού) και καταναλωτών (ΜΠΡΚΑΒ 4120/1994 ΕΕμπΔ 1995, 511, ΠΠΡΑΘ 97/1986 ΕΕμπΔ 1986, 708). Έτσι, θα πρέπει να αποφευχθεί η τακτική της λεκτικής καταδίκης ήδη με τον a priori χαρακτηρισμό μιας ανταγωνιστικής συμπεριφοράς ως «παρασιτικού ή παρεμποδιστικού ανταγωνισμού» και με την αξιωματική χρησιμοποίηση του λογικού φαύλου κύκλου «η πράξη είναι αθέμιτη επειδή προσκρούει στα χρηστά ήθη» (λογικό σφάλμα της λήψης του ζητουμένου) (ίδετε Μιχ. – Θεοδ. Δ. Μαρίνο, ό.π. σελ. 94, υποσημ. υπ’ αριθμ. 25). Από την άλλη, μόνη η διαδικασία της στάθμισης συμφερόντων, απαραίτητο μεθοδολογικό εργαλείο στην εξειδίκευση κάθε γενικής ρήτρας δεν είναι αρκετή για να θεμελιώσει το αθέμιτο. Η στάθμιση των συμφερόντων, καίτοι απαραίτητη, δεν πρέπει να οδηγήσει στην αντικατάσταση των κριτηρίων εξειδίκευσης της έννοιας των χρηστών ηθών, αλλά στη συμπλήρωσή της. Σημασία σε κάθε περίπτωση έχει η διαφάνεια της θεμελίωσης ως προς τις νομικές παραμέτρους και τα κριτήρια εξειδίκευσης της εν λόγω έννοιας που χρησιμοποιεί ο εφαρμοστής του δικαίου. Η απαραίτητη διαδικασία εξειδίκευσης της περί ου ο λόγος γενικής ρήτρας στηρίζεται σε περισσότερα του ενός κριτήρια που λειτουργούν στο πλαίσιο ενός κινητού συστήματος. Τούτο έχει την έννοια ότι τα κριτήρια αυτά είναι όχι μόνο δεκτικά διαφορετικού κάθε φορά βαθμού πληρώσεως, αλλά και στοιχεία που μπορούν να δρουν από κοινού, συνήθως αλληλοσυμπληρούμενα και συνδυαζόμενα (…) (ίδετε Μιχ. – Θεοδ. Δ. Μαρίνο, ό.π. σελ. 95, §191, όπου παραπομπή σε Παπανικολάου, Μεθοδολογία του ιδιωτικού δικαίου και ερμηνεία των δικαιοπραξιών αρ. 138 επ).

Αυτό που πρέπει να προσεχθεί ιδιαιτέρως είναι η ερμηνεία του Ν. 146/1914, η οποία πρέπει να γίνεται υπό το φως και σε συνδυασμό με τη νομοθεσία για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού και των λειτουργιών του (Ν. 3959/2011), και συνεπώς συσταλτικά, έτσι ώστε οι απαγορεύσεις να μην οδηγούν σε παρεμπόδιση ή δυσκαμψία των λειτουργιών του ελεύθερου (και υγιούς) ανταγωνισμού ή σε υπέρμετρο περιορισμό της αποδοτικότητάς του. Διότι, ναι μεν είναι αναγκαία η ύπαρξη ενός αποτελεσματικού συστήματος εξυγίανσης του αθέμιτου ανταγωνισμού, πλην όμως όχι να αφικνείται μέχρι του σημείου να θίγει τον πυρήνα της οικονομικής ελευθερίας, προκαλώντας δυσπραγία στην οικονομία ή στην ελεύθερη λειτουργία της αγοράς, η οποία εκ των πραγμάτων λειτουργεί με όρους ελεύθερου ανταγωνισμού. Ακολούθως, καίτοι η εφαρμογή ορισμένων ανταγωνιστικών μεθόδων είναι a priori και άνευ ετέρου αθέμιτη (π.χ. χρήση ψυχολογικής βίας εις βάρος των καταναλωτών, χρήση παραπλανητικής / ψευδούς διαφήμισης, συκοφαντική δυσφήμηση του ανταγωνιστή κλπ), στις περισσότερες περιπτώσεις το αθέμιτο θεμελιώνεται σε ειδικές περιστάσεις που αφορούν κυρίως στον τρόπο και τις μεθόδους, ενώ υπάρχει και μια πληθώρα ανταγωνιστικών μεθόδων, οι οποίες είναι αδιάφορες κατά την έννοια των χρηστών ηθών του νόμου Ν. 146/1914 (π.χ. πρόσθετες παροχές, κληρώσεις, υποτίμηση, μαζική διανομή δώρων). Έτσι, η κρίση για το αθέμιτο στηρίζεται εν τέλει στη στάθμιση συμφερόντων μέσα στο πλαίσιο των σκοπών του νόμου, οι οποίοι είναι οι εξής: α. η προστασία των ανταγωνιζομένων στον οικονομικό τομέα, β. η προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού από αθέμιτες πρακτικές και από τον κίνδυνο εκφυλισμού του, γ. η προστασία του συμφέροντος της ολότητας στην ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία του ανταγωνισμού, δ. η προστασία της οικονομικής ελευθερίας των μετεχόντων στην αγορά, ε. η προστασία των καταναλωτών, στ. η προστασία των δικαιωμάτων βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας.

Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα της αναγκαιότητας για συσταλτική ερμηνεία των διατάξεων του Ν. 146/1914, ενόψει και των ως άνω σκοπών του, είναι οι λεγόμενες «παράλληλες εισαγωγές». Ως παράλληλη εισαγωγή ορίζεται η επιτρεπόμενη δυνατότητα εισαγωγής και διάθεσης στην εγχώρια αγορά γνήσιων εμπορευμάτων από τρίτους, μη μέλη του δικτύου αποκλειστικής διανομής του παραγωγού.

Το πρόβλημα που θέτουν οι παράλληλες εισαγωγές γνήσιων προϊόντων από τη σκοπιά του δικαίου της βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας τίθεται ως ακολούθως: σε ποια έκταση δύναται ο φορέας δικαιωμάτων βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας μέσα σε ορισμένες εθνικές ή άλλες υπερεθνικές περιοχές (λ.χ. Ε.Ε.) να περιορίσει την εισαγωγή αγαθών στις περιοχές αυτές, στηριζόμενος στα χωρικά περιορισμένα δικαιώματα βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας που διαθέτει, εφόσον τα αγαθά αυτά έχουν τεθεί σε κυκλοφορία στην εθνική ή άλλη περιοχή με τη συναίνεσή του; Σύμφωνα με τη Συμφωνία TRIPS και την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, η εξουσία του φορέα δικαιώματος βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας να θέσει σε κυκλοφορία το προϊόν που προστατεύεται με το δικαίωμα αυτό, εξαντλείται.  Ο φορέας του δεν μπορεί να ελέγξει την επακόλουθη κυκλοφορία και διάθεση των αγαθών στην ευρωπαϊκή αγορά (αρχή της κοινοτικής ανάλωσης της εξουσίας του φορέα του δικαιώματος να θέσει το προστατευόμενο αγαθό σε πρώτη κυκλοφορία, ίδετε άρθρο 128 του Ν. 4072/2012). Εφόσον, λοιπόν, η με τη συναίνεση του δικαιούχου θέση σε κυκλοφορία ενός αγαθού που προστατεύεται με δικαίωμα πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας οδηγεί στην ελεύθερη κυκλοφορία του μέσα στο όρια μια χώρας ή της Ε.Ε., θα πρέπει να δεχθεί κανείς ότι η πράξη αυτή είναι θεμιτή και από την άποψη του δικαίου του αθέμιτου ανταγωνισμού. Ο Ν. 146/1914 δεν μπορεί να απαγορεύσει αυτό που σύμφωνα με το δίκαιο των σημάτων ή το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας θεωρείται νόμιμο (ίδετε Μιχ. – Θεοδ. Δ. Μαρίνο, ό.π. σελ. 143, §307).

Επομένως, ισχύει ο κανόνας ότι η απλή παράλληλη εισαγωγή από χώρες της Ε.Ε. ξένων προϊόντων που τέθηκαν σε κυκλοφορία εντός της Ε.Ε. από το δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του, δεν συνιστά eo ipso αθέμιτο ανταγωνισμό (ΔΕΚ απόφ. 58/80, Συλλ. 1981, 194 Dansk Supermarket/Imerco, υπόθ. 22/71, Συλλ. 1971, 949, 960 Beguelin, ΜΠΡΑΘ 24071/1994 ΕΕμπΔ 1995, 706, ΕΦΠΕΙΡ 172/1996 ΔΕΕ 1996, 798 επ. με παρατ. Χρυσάνθη και νομολογιακές παραπομπές, ΜΠΡΠΕΙΡ 2400/1993 ΕΕμπΔ 1993, 650 επ., Μαρίνος, παρατ. στην ΜΠΡΚΟΡ 376/1990 ΕλλΔνη 1992, 425 επ., Παμπούκης, Παράλληλη εισαγωγή εμπορευμάτων για τα οποία υπάρχει αποκλειστικός αντιπρόσωπος εισαγωγής, ΕπισκΕΔ 1995, 412, Λιακόπουλος, Παράλληλες εισαγωγές και προστασία σήματος (γνωμδ.) ΔΕΕ 1996, 1124, Περάκης, Γενικό μέρος 420 αρ. 55, Μηνούδης (γνωμδ.) ΔΕΕ 1997, 699 επ. Ίδετε και ΜΠΡΑΘ 9047/1984 (από παραπομπή του Βασιλείου Μπρακατσούλα, Ασφαλιστικά Μέτρα, 2005, σελ. 952) κατά την οποία η εισαγωγή από έμπορο προϊόντων, των οποίων στην Ελλάδα την αποκλειστική εισαγωγή έχει άλλος, δεν συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό, ούτε και προσβολή της πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας). Αυτή μπορεί να απαγορευθεί μόνο με την επιβαρυντική συνδρομή ειδικών -και ανεξάρτητων από το ίδιο το γεγονός της εισαγωγής- περιστάσεων, όπως αυτές αναλύθηκαν ανωτέρω (ΕΦΠΕΙΡ 172/1996 ΔΕΕ 1996, 798 επ. με παρατ. Χρυσάνθη, ΕΦΘΕΣ 1766/1998 ΔΕΕ 1998, 699, ΜΠΡΑΘ 24071/1994 ΕΕμπΔ 1995, 706 επ., με παραπομπές, ΜΠΡΑΘ 13973/1996 ΔΕΕ 1996, 1156, Μαρίνος, παρατ. στην ΜΠΡΚΟΡ 376/1990 ΕλλΔνη 1992, 426, ΜΠΡΑΘ 4213/1994 ΔΕΕ 1996, 601 επ. με παρατ. Κουτσούκη, ΜΠΡΠΕΙΡ 2400/1993 ΕΕμπΔ 1993, 650 επ., Τζουγανάτος, Οι συμφωνίες αποκλειστικής και επιλεκτικής διανομής στο δίκαιο του ανταγωνισμού, σελ. 208 επ., Σουφλερός, Αθέμιτος ανταγωνισμός, σελ. 195 επ., Λιακόπουλος (γνωμδ) ΔΕΕ 1996, 1124, Ρόκας (γνωμδ) ΕΕμπΔ 1993, 481 επ.). Το αθέμιτο δεν μπορεί, εξάλλου, να θεμελιωθεί στο γεγονός ότι ο παράλληλος εισαγωγέας τελεί εν γνώσει της ύπαρξης αποκλειστικού εμπορικού αντιπροσώπου / διανομέα ή εν γνώσει του γεγονότος ότι ο «επίσημος» διανομέας έχει επενδύσει στη δημιουργία του δικτύου (ίδετε ενδεικτικά ΜΠΡΑΘ 13973/1996 ΔΕΕ 1996, 1156 με παρατ. Παπαγεωργίου). Η γνώση αυτή δεν συνιστά dolus malus και δεν θεμελιώνει το αθέμιτο! Το συμπέρασμα αυτό σχετίζεται άμεσα με την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών στην Ε.Ε. Ο χαρακτηρισμός των παράλληλων εισαγωγών γνήσιων προϊόντων ως αθέμιτων ανταγωνιστικών πράξεων θα οδηγούσε στη στεγανοποίηση των εθνικών αγορών μέσα στην ενιαία κοινοτική / ενωσιακή αγορά διά της οδού της «εμπραγματοποίησης» των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής (έτσι ο Μιχ. – Θεοδ. Δ. Μαρίνος, ό.π. σελ. 144, §308), ενώ, όπως αναλύθηκε εκτενώς ανωτέρω, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, βάσει της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός (ή: χονδρέμπορος), υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή, τα οποία στη συνέχεια ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, ενεργώντας, δηλαδή, εμπορικές διαμεσολαβητικές πράξεις, ως ανεξάρτητος επαγγελματίας. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι η έννοια της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων έγκειται στο ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση, να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (έτσι η ΑΠ 751/2019 ΤΝΠ Νόμος. Ίδετε επίσης ενδεικτικά: ΑΠ 778/2019, ΑΠ 814/2019, ΑΠ 101/2018, ΑΠ 1057/2018, ΑΠ 1118/2018, ΕΦΑΘ 2576/2018, ΠΠΡΑΘ 4347/2011, ΠΠΡΑΘ 1446/2010, ΠΠΡΑΘ 2848/2010, ΕΦΠΕΙΡ 142/2008, ΕΦΑΘ 2527/2003, όλες ΤΝΠ Νόμος).

Εξάλλου, το δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού τελεί σε άμεση συνάρτηση με το δίκαιο κατά των περιορισμών του ανταγωνισμού, ήτοι το δίκαιο της ελευθερίας του ανταγωνισμού και του εμπορίου, ο δε Ν. 146/1914 δεν αποσκοπεί στην απόκρουση κάθε οικονομικής βλάβης, αλλά μόνον εκείνης που προέρχεται από αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη. Ως εκ τούτου, το δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για να περιορισθεί ο ανταγωνισμός και η ελευθερία του εμπορίου εκ μόνου του γεγονότος ότι η παράλληλη εισαγωγή προκαλεί βλάβη στους αντισυμβαλλομένους σε σύμβαση εμπορικής διανομής. Οι παράλληλες εισαγωγές δεν επιτρέπεται να παρεμποδιστούν ούτε με επίκληση του δικαιώματος επί του σήματος (Μαρίνος, Δίκαιο σημάτων, άρθρο 18, αρ. 12 επ., άρθρο 20, αρ. 32 επ. με παραπομπές στην πλούσια νομολογία του ΔΕΚ, ο ίδιος, Πνευματική ιδιοκτησία αρ. 318 επ., Ψάρρας, ΔΕΕ 1996, 233 επ., Σουφλερός, Παράλληλο εμπόριο και δικαίωμα στο σήμα κατά την Οδηγία 89/104/ΕΟΚ ΕΕμπΔ 1999, 431, Λιακόπουλος, ΔΕΕ 1996, 124 επ.). Η ανάλωση ή εξάντληση της εξουσίας του παραγωγού να θέσει το εμπόρευμά του σε κυκλοφορία αποσκοπεί στη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μέσα στην Ε.Ε. Ο παράλληλος εισαγωγέας δικαιούται να χρησιμοποιεί το ξένο σήμα του παραγωγού στο μέτρο που τούτο είναι απολύτως αναγκαίο για να αναγγείλει τη διάθεση των γνήσιων προϊόντων του παραγωγού στην ελληνική αγορά (ΔΕΚ υπόθ. C-63/97 από 23.02.1999, ΕλλΔνη 1999, 1213, ΔΕΚ υποθ. C-337/1995 από 4.11.1997, ΕλλΔνη 1998, 170, Μαρίνος, Δίκαιο σημάτων, άρθρο 20 αρ. 53) και εφόσον δεν δημιουργεί την παραπλανητική εντύπωση ότι ανήκει στο δίκτυο διανομής του παραγωγού ή δεν χρησιμοποιεί το ξένο σήμα με τρόπο ώστε να παραβλάπτει σοβαρά τη φήμη του (ΔΕΚ υποθ. C-337/1995 από 4.11.1997, ΕλλΔνη 1998, 1701, υπόθ. C-63/97 από 23.02.1999, ΕλλΔνη 1999, 1213, ΕΦΑΘ 6414/1996 ΔΕΕ 1996, 1151, Τζουγανάτος, ΕΕμπΔ 1992, 310). Το -κατά τα ως άνω- θεμιτό της παράλληλης εισαγωγής αποκλείει, συνεπώς, και την έγερση αξίωσης αποζημίωσης σύμφωνα με τα άρθρα ΑΚ 914 και 919. Τέλος, το γεγονός της εισαγωγής σε χαμηλότερες τιμές από τον επίσημο διανομέα δεν καθιστά την εισαγωγή εξ αυτού και μόνο του λόγου αθέμιτη (ίδετε Μιχ. – Θεοδ. Δ. Μαρίνος, ό.π. σελ. 144, §309).  

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 146/1914 σαφώς προκύπτει ότι ουσιώδες στοιχείο για τη θεμελίωση της αξίωσης προς παράλειψη της πράξης, η οποία φέρεται ότι συνιστά τον αθέμιτο ανταγωνισμό και είναι για το λόγο αυτό απαγορευμένη, αποτελεί και το να εκτελείται η εν λόγω πράξη με σκοπό ανταγωνισμού προς το εμπόριο ή τη βιομηχανία, που ασκείται από άλλον και να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του χρηστώς και εμφρόνως, κατά γενική αντίληψη σκεπτόμενου κάθε φορά κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 75/1972 ΝοΒ 20, 500, ΑΠ 1/1972 ΝοΒ 20, 490, ΕΦΘΕΣΣ 1766/1998 ΔΕΕ/1998, 699, ΕΦΘΕΣΣ 1383/2014 ΤΝΠ Νόμος).

Σε τέτοια, όμως, αντίθεση με τα χρηστά ήθη δεν βρίσκεται η από κάποιον έμπορο προμήθεια από άλλον έμπορο της αλλοδαπής και η εισαγωγή στην Ελλάδα και η διάθεση προς κατανάλωση εμπορευμάτων, των οποίων το δικαίωμα αποκλειστικής εισαγωγής και αντιπροσώπευσης στην Ελλάδα έχει τρίτος έμπορος, ακόμα και αν ο πρώτος τελεί σε γνώση του γεγονότος αυτού, παραμερίζοντας τον τρίτο έμπορο και αποκλειστικό αντιπρόσωπο / διανομέα / εισαγωγέα, έστω κι αν ο τελευταίος με έντονες, συνεχείς και δαπανηρές διαφημίσεις και με οργάνωση της επιχείρησής του αγωνίστηκε και πέτυχε να επιβάλει στο καταναλωτικό κοινό τα προϊόντα, των οποίων το δικαίωμα της αποκλειστικής εισαγωγής και αντιπροσώπευσης έχει στην Ελλάδα (ΕΦΑΘ 6414/1996 ΕΕμπΔ 1997, 109, ΕΦΘΕΣΣ 1766/1998 Αρμ. 1998, 956, ΕΦΘΕΣΣ 1648/1991 ΕΕμπΔ 1992, 154, ΠΠΡΘΕΣΣ 699/2011 ΤΝΠ Νόμος). Στην αγορά δεν μπορεί κανένας να αποκλείει τους άλλους, οι δε συμφωνίες περί αποκλειστικότητας μεταξύ παραγωγού και εισαγωγέα εμπόρου είναι χωρίς σημασία για τους τρίτους, αφού αυτές δημιουργούν ενοχικής φύσεως δέσμευση των συμβληθέντων μερών (ΕΦΑΘ 5607/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΕΦΘΕΣΣ 1766/1998 ΔΕΕ 1998, 699, ΕΦΘΕΣΣ 1383/2014 ΤΝΠ Νόμος).

Το γεγονός δε κατά το οποίο η υπό τις ως άνω συνθήκες εισαγωγή στην Ελλάδα δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη προκύπτει και από το ότι, ενόψει των άρθρων 85 και 86 της ιδρυτικής της ΕΟΚ Συνθήκης της Ρώμης, οι διατάξεις της οποίας, μετά την κύρωση διά του Ν. 945/1979 της σχετικής συνθήκης προσχώρησης σ’ αυτή και της Ελλάδας, αποτελούν -κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος- αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου, κρίθηκε από την αρμόδια Επιτροπή αυτής ότι οι ρήτρες περί αποκλειστικής εισαγωγής εμπορευμάτων -και μάλιστα όσες απ’ αυτές ασφαλίζονται με σύστημα απόλυτης τοπικής προστασίας- είναι άκυρες, διότι εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85 § 1 της ανωτέρω Συνθήκης, ως περιορίζουσες τον ανταγωνισμό, τόσο σε κοινοτικό όσο και σε εθνικό επίπεδο (ΕΦΑΘ 5607/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΕΦΑΘ 5136/2005 ΤΝΠ Νόμος, ΕΦΘΕΣΣ 1766/1998 ΔΕΕ/1998, 699, ΕΦΘΕΣΣ 1383/2014 ΤΝΠ Νόμος). Πάντως, κι όταν ακόμη οι ως άνω συμβάσεις περί αποκλειστικότητας μεταξύ παραγωγού και εισαγωγέα εμπόρου είναι έγκυρες, οι παράλληλες εισαγωγές -εκείνες δηλαδή που γίνονται από πρόσωπα που δεν συνδέονται συμβατικώς με τον παραγωγό- και πάλι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της γενικής ρήτρας του αθέμιτου ανταγωνισμού (ΠΠΡΘΕΣΣΑΛ 699/2011 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, κατά το άρθρο 34 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ε.Ε. (ΣΛΕΕ) (πρώην άρθρο 28 της ΣΕΚ) «οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών», κατά το δε άρθρο 36 της ως άνω ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 30 της ΣΕΚ) «Οι διατάξεις των άρθρων 34 και 35 δεν αντιτίθενται στις απαγορεύσεις ή στους περιορισμούς εισαγωγών, εξαγωγών ή διαμετακομίσεων που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφυλάξεως των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία, ή προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας. Οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν δύνανται πάντως να αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών».

Κατόπιν, λοιπόν, των ανωτέρω, αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός ότι έμπορος εισάγει παράλληλα προϊόντα, ως προς τα οποία υφίσταται συμφωνία αποκλειστικής εισαγωγής και διάθεσης άλλου εμπόρου (αποκλειστικού αντιπροσώπου / διανομέα) με τον παραγωγό, δεν συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, με την έννοια της προμνησθείσης διάταξης του άρθρου 1 του Ν. 146/1914. Πολύ δε περισσότερο δεν συνιστά τέτοια πράξη η παράλληλη εισαγωγή προϊόντων, όταν δεν υφίσταται συμφωνία αποκλειστικής εισαγωγής και διάθεσης. Η -παρά τη ρήτρα της αποκλειστικότητας- παράλληλη εισαγωγή προϊόντων από πρόσωπα που δεν ανήκουν στο σύστημα αποκλειστικής διανομής, τότε μόνο μπορεί -ενδεχομένως και κατά περίπτωση- να αποτελέσει πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού έναντι του αποκλειστικού διανομέα, όταν συντρέχουν ad hoc ειδικά πρόσθετα επιβαρυντικά στοιχεία (αντικειμενικά και υποκειμενικά), τα οποία προσδίδουν σε αυτή το χαρακτήρα της αντίθεσης στα χρηστά ήθη (ΕΦΑΘ 5607/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΕΦΘΕΣΣ 1766/1998 ΔΕΕ 1998, 699, ΕΦΘΕΣΣ 1383/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΠΠΡΘΕΣΣ 699/2011 ΤΝΠ Νόμος). Τέτοιο στοιχείο είναι κατά πρώτο λόγο ο τρόπος κτήσης των προϊόντων από τον παράλληλο εισαγωγέα, ο δε τρόπος αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη, όταν ο παράλληλος εισαγωγέας συντελεί με τη συμπεριφορά του στην παράβαση από τον παραγωγό της συμφωνίας αποκλειστικής διάθεσης, είτε εξωθώντας τον ευθέως σ’ αυτή, είτε πείθοντάς τον διά της εμφάνισης ψευδών γεγονότων ως αληθών, ότι λ.χ. τα αγοραζόμενα προϊόντα τα προορίζει για χώρα, στην οποία δεν υπάρχει αποκλειστικός αντιπρόσωπος (ΕΦΑΘ 5136/2005 ΔΕΕ 2005, 939 / ΤΝΠ Νόμος, ΕΦΘΕΣΣ 1766/1998 ΔΕΕ 1998, 699, ΕΦΘΕΣΣ 1383/2014 ΤΝΠ Νόμος). Άλλες επιβαρυντικές συνθήκες που όταν συντρέχουν προσδίδουν -κατά περίπτωση- στην παράλληλη εισαγωγή το χαρακτήρα του αθέμιτου είναι η πρόκληση σύγχυσης στη σχετική αγορά με παραπλανητικές πρακτικές, η οποία ακριβώς είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη (ΑΚ 919), διότι αντιστρατεύεται την αρχή της αληθείας και διαφάνειας στη σχετική αγορά (ίδετε και αρ. 3 και 12 § 7 του Ν. 146/1914), η προσβολή και εκμετάλλευση ξένης επιχειρηματικής φήμης και οργάνωσης και η αθέμιτη απόσπαση πελατείας (ίδετε ΕΦΑΘ 632/1982 Αρμ. 1983, 973, ΕΦΠΑΤΡ 1058/1998 ΔΕΕ 1999, 860, ΠΠΡΘΕΣΣ 699/2011 ΤΝΠ Νόμος, Γεωργακόπουλος Εγχ.Εμπ.Δ. Γεν. μέρος εκδ. 1995, σελ. 143, Ν. Ρόκα, ό.π. σελ. 88).

Επίσης, η παράλληλη εισαγωγή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί με βάση το στοιχείο της διαφήμισης ως αντιτιθεμένη στα χρηστά ήθη, καθόσον εκείνος που διαφημίζει στην αγορά ορισμένο προϊόν κατά το μέτρο της ιδίας αυτού επιχειρηματικής και οικονομικής ικανότητας πράττει τούτο με βάση τους δικούς του κερδοσκοπικούς υπολογισμούς και με δικό του εμπορικό κίνδυνο και διότι, προκειμένου περί προϊόντος παγκοσμίως κυκλοφορούντος, η συμβολή της γενομένης από έναν έκαστο των αποκλειστικών εισαγωγέων διαφήμισης, προστιθεμένη στη σωρεία των παραλλήλων ανά τον κόσμο διαφημίσεων, στερείται κάθε αυτοτέλειας, μάλιστα δε σε κάθε περίπτωση και κατά το μέτρο κατά το οποίο ήθελε εμφανίσει κάποιος το γεγονός αυτό ως οφειλόμενο στη διαφημιστική δραστηριότητα του αποκλειστικού αντιπροσώπου / διανομέα, ο τελευταίος δεν μπορεί να απαιτεί να περιορίζονται τα αποτελέσματα της διαφήμισης μόνο σ’ αυτόν, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον έμπορο εκείνο, ο οποίος εισάγει για πρώτη φορά στην αγορά νέο προϊόν και δεν μπορεί να απαιτήσει να μην το πωλούν άλλοι έμποροι (ΕΦΘΕΣΣ 1766/1998 ΔΕΕ 1998, 699).

Συμπερασματικά, η εισαγωγή και διάθεση γνησίων εμπορευμάτων από τρίτο πρόσωπο, μη μέλος του δικτύου της επιλεκτικής διανομής είναι πλήρως θεμιτή ανταγωνιστική συμπεριφορά, εφόσον δεν συντρέχουν άλλες πρόσθετες ειδικές περιπτώσεις (απόκτηση των εμπορευμάτων με απάτη ή απατηλή εξώθηση του επιλεκτικού διανομέα να αθετήσει τη σύμβαση επιλεκτικής διανομής και να παραδώσει το εμπόρευμα εκτός δικτύου ή με την εκμετάλλευση της αθέτησης της σύμβασης αυτής, με την απειλή σε επιλεκτικό διανομέα να δώσει το προϊόν στο διανομέα εκτός δικτύου κ.λπ.) που θα μπορούσαν να καταστήσουν τη διάθεση αυτή κατ’ εξαίρεση αντίθετη προς τα χρηστά ήθη (ΑΠ 991/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΕΦΑΘ 5136/2005 ΤΝΠ Νόμος, ΕΦΘΕΣΣ 1766/1998 ΔΕΕ 1999, 52 και Αρμ 52, 926, ΕΦΑΘ 5136/2005 ΔΕΕ 2005, 939, ΕΦΘΕΣ 1766/1998 Αρμ 1998, 956 και εκεί περαιτέρω παραπομπές, ΕΦΘΕΣΣ 1383/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΕΦΘΕΣ 1648/1991 ΕΕμπΔ 1992, 154, ΕΦΑΘ 3805/1978 ΝοΒ 27, 581, ΕΑ 5808/1976 ΝοΒ 25, 398, ΕΑ 2676/1974 ΝοΒ 22, 1416, ίδετε Γνωμοδότηση Σινανιώτη – Δεληκωστόπουλου ΝοΒ 16, 223 και επομ. Γνωμοδότηση με ημερομηνία 10.1.1996 Λιακόπουλου, Μαρίνου ενημ. σημ. ΕλΔικ 33, 424 και επόμ.).

Σημειωτέον δε ότι μόνη η γνώση της ύπαρξης υπέρ άλλου εισαγωγέα ρήτρας αποκλειστικότητας δεν μπορεί να θεωρηθεί στοιχείο, το οποίο καθιστά την παράλληλη εισαγωγή του προϊόντος αντίθετη στα χρηστά ήθη και εντεύθεν αντιτιθέμενη στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 146/1914, καθόσον η αντίθεση αυτή προς τα χρηστά ήθη με την έννοια της εν λόγω διάταξης κρίνεται κατά περίπτωση, από το συνδυασμό αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων· εξάλλου, ο νόμος δεν απαιτεί πταίσμα και συνεπώς, ούτε ο δόλος, ούτε η αμέλεια, ούτε, έστω, η απλή γνώση των περιστατικών έχουν στην προκειμένη περίπτωση σημασία για το ανήθικο της πράξης (ΕΦΘΕΣΣ 1766/1998 ΔΕΕ 1998, 699).

 

Μπενάκη Βικεντία – Άννα

Δικηγόρος Αθηνών

Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί