Σύσταση ενεχύρου χωρίς κυριότητα του ενεχυραστή επί του κινητού πράγματος
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1209 επ., 1211, 1214 και 1215 ΑΚ προκύπτει ότι η σύσταση ενεχύρου ως εκποιητική δικαιοπραξία προϋποθέτει κατ` αρχήν την ύπαρξη κυριότητας του ενεχυραστή. Εντούτοις, όπως στη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού η αρχή αυτή διασπάται από την εξαίρεση της διατάξεως του άρθρου 1036 Α.Κ., έτσι και για τη σύσταση ενεχύρου ο νομοθέτης έκρινε ότι η ασφάλεια των συναλλαγών επιβάλλει ο δανειστής να μην εκτεθεί στον κίνδυνο ματαιώσεως του δικαιώματός του εξ αιτίας του ότι τα ενεχύρασμα δεν ανήκει κατά κυριότητα στον ενεχυραστή. Έτσι το άρθρο 1215 Α.Κ. ορίζει ότι “αν το πράγμα δεν ανήκει κατά κυριότητα στον ενεχυραστή, ενέχυρο αποκτάται κατά τους όρους που αποκτάται η κυριότητα κινητού από μη κύριο. Οι σχετικές διατάξεις εφαρμόζονται ακολούθως“. Συνεπώς στην περίπτωση αυτή για την έγκυρη σύσταση ενεχύρου απαιτείται, εκτός των άλλων, ο δανειστής, που συμπράττει κατά το άρθρο 1211 Α.Κ. στη σύσταση του ενεχύρου να είναι καλόπιστος κατά την παράδοση σ’ αυτόν του πράγματος.
Ωστόσο, η κατ` αρχήν άκυρη σύσταση ενεχύρου επί πράγματος στο οποίο ο ενεχυράζων δεν είναι κύριος και λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων της Α.Κ. 1036, ισχυροποιείται, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 239 παρ. 2 ΑΚ, με την επίκτηση και από το χρόνο της επικτήσεως της κυριότητας του ενεχυρασθέντος πράγματος από τον ενεχυραστή.
Επιπροσθέτως, όπως η κυριότητα κινητού έτσι και η προσδοκία κυριότητας π.χ. επί παρακρατήσεως υπέρ του πωλητή της κυριότητας κινητού πράγματος (Α.Κ. 532), είναι δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο ενεχύρου, τόσον συμβατικού (ΑΚ 1211), όσον και νομίμου (ΑΚ 1246), γιατί στην περίπτωση αυτή με την πλήρωση της αιρέσεως (αποπληρωμής του τιμήματος κ.λπ.) ενδυναμώνεται η προσδοκία αυτοδικαίως σε κυριότητα και το ενέχυρο πάνω στην προσδοκία κυριότητας ενδυναμώνεται και μετατρέπεται σε ενέχυρο πάνω στο πράγμα δηλαδή πάνω στην κυριότητα, με βάση την αρχή της έμπρακτης υποκατάστασης (πρβλ. ΑΚ 1252 αρ. 2). Δηλαδή στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο ενεχυράζων με την πλήρωση της αιρέσεως γίνεται κύριος του ενεχυρασθέντος πράγματος όχι με επίκτηση κατά το άρθρο 239 παρ. 2 AK, αλλά γιατί το δικαίωμα προσδοκίας, του οποίου ήταν φορέας, ενδυναμώθηκε αυτοδικαίως σε πλήρη κυριότητα, αδιαφόρως του θέματος από ποιον προκλήθηκε η πλήρωση της αιρέσεως. Συνεπώς και στην περίπτωση αυτή με την πλήρωση της αιρέσεως αποπληρωμής του τιμήματος και από το χρόνο αυτής ισχυροποιείται η σύσταση του ενεχύρου.
Κατά την ορθότερη δε άποψη τα ανωτέρω ισχύουν και επί πλασματικού ενεχύρου (ΑΚ 1214). Συνεπώς πλασματικό ενέχυρο μπορεί να συσταθεί και σε πράγμα που ο ενεχυραστής έχει προσδοκία κυριότητας, εφόσον πληρωθεί η αίρεση αποπληρωμής του τιμήματος και ενδυναμωθεί αυτοδικαίως η προσδοκία κυριότητας σε κυριότητα, ή σε πράγμα στο οποίο ο ενεχυραστής δεν είναι κύριος, εφόσον εμφιλοχωρήσει επίκτηση αυτού (ΑΚ 239 παρ. 2) από τον ίδιο ή εφόσον ο ενεχυρικός δανειστής κατά τη σύσταση του ενεχύρου είναι καλόπιστος (157/2016 ΕΦ ΘΡΑΚ, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Αγγελική Λιγοψυχάκη, ασκ. δικηγόρος
Email: info@efotopoulou.gr