Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Σπουδαίος λόγος για καταβολή, κατ’ εξαίρεση, εφάπαξ κεφαλαίου αντί χρηματικών δόσεων ανά μήνα, αποζημιώσεως που αναφέρεται στο μέλλον κατ’ άρθρο 930 παρ. 1 ΑΚ θεωρείται ότι υπάρχει όταν συγκεντρωμένη η αποζημίωση μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του δικαιούχου της αποζημιώσεως ή όταν υπάρχουν δυσμενείς προσωπικοί ή οικονομικοί λόγοι στην πλευρά του υπόχρεου της αποζημιώσεως (βλ. ΕφΠειρ 246/2020, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. «η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του». Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Στον επαγγελματικό – οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στο πλαίσιο του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες, είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη αυτή προβλέπει επιδίκαση από το Δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης, που θα υπήρχε χωρίς αυτό.

Η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική – οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό, οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από την διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα με αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί. Το ποσό του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεώς του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά την διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. αξίωσης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (Α.Π. 1207/2017, Α.Π. 509/2012, Εφ.Δωδ. 90/2018, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής της διατάξεως του άρθρου 931 του Α.Κ. δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα επί της αξιώσεως αποζημιώσεως του άρθρου 929 του ίδιου Κώδικα, όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται κατ’ αρχήν το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας του παθόντος βλάβη του σώματος ή της υγείας του και το ποσοστό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του τελευταίου, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η χρηματική παροχή της πρώτης διατάξεως δεν αποτελεί αποζημίωση, δεν συνδέεται δηλ. με συγκεκριμένη μελλοντική περιουσιακή ζημία, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμορφώσεως και προσδιορίζεται κατά την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου με βάση τους προεκτεθέντες λόγους. Εξυπακούεται ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις μπορούν να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη μιας των λοιπών (Ολ.Α.Π. 18/2008, Α.Π. 1428/2018, Α.Π. 361/2016, Α.Π.  525/2011, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 928 και 929 του Α.Κ., συνάγεται, ότι, σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας – προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από την θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος). Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρο εφαρμογής του άρθρου 298 Α.Κ, παρέχει η διάταξη αυτή κατά την οποία ως «(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί». Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ’ ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει την βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με την θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση. Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β’ Α.Κ. έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, και δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στο Δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (Α.Π. 736/2019, Α.Π. 1410/2018, Α.Π. 325/2016, Α.Π. 601/2010, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

Επιπλέον, η μελλοντική περιουσιακή ζημία, την οποία υφίσταται ο παθών, δεν είναι μόνο αποθετική ή διαφυγόν κέρδος για το λόγο ότι συνεπεία της ανικανότητάς του για εργασία δεν έχει πλέον ή έχει μόνο περιορισμένα εισοδήματα. Μπορεί να είναι και μελλοντική θετική ζημία. Η μελλοντική ζημία αποκαθίσταται, εφόσον η επέλευσή της είναι βέβαιη και η έκτασή της μπορεί από τώρα να προσδιορισθεί, όχι όμως όταν είναι ενδεχόμενη και υποθετική (Α.Π. 736/2019, Α.Π. 601/2010, Εφ.Πατρ. 284/2019, Εφ.Αθ. 501/2018, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Την επιδίκαση της σχετικής δαπάνης ο παθών μπορεί να ζητήσει και πριν από την πραγματοποίησή της, ήδη αμέσως μετά την προσβολή του σώματος ή της υγείας του (Εφ.Πειρ. 746/2015, Εφ.Πειρ. 155/2014, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ) και επιδικάζεται εντόκως από την επίδοση της αγωγής (Εφ.Πειρ. 746/2015, Εφ.Πειρ. 155/2014, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), ενώ η αξίωση του (παθόντος) για την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αποκατάσταση της μέλλουσας ζημίας είναι απεριόριστη για όσο χρόνο διαρκεί η ανικανότητά του (Α.Π. 1526/1998, Ε.Ε.Ν. 2000, 199, Α.Π. 833/1992, ΕλλΔνη 1994, 112, Εφ.Αθ. 501/2018, Εφ.Δωδ. 184/2017, Εφ.Πειρ. 746/2015, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 930 παρ. 1 Α.Κ, η αποζημίωση των δύο προηγούμενων άρθρων, που αναφέρεται στο μέλλον, καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος η αποζημίωση μπορεί να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφάπαξ. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, σπουδαίος λόγος για την επιδίκαση της αποζημιώσεως, κατ’ εξαίρεση, σε κεφάλαιο εφάπαξ θεωρείται ότι υπάρχει, όταν συγκεντρωμένη η αποζημίωση μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του δικαιούχου της αποζημιώσεως ή όταν υπάρχουν δυσμενείς προσωπικοί ή οικονομικοί λόγοι στην πλευρά του υπόχρεου της αποζημιώσεως (Α.Π. 736/2019, Α.Π. 80/2018, Α.Π. 853/2017, Α.Π. 481/2016, Α.Π. 1907/2009, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

Ως κεφάλαιο εφάπαξ, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, νοείται το σύνολο των μελλοντικών δόσεων που δεν υπόκειται σε μείωση για οποιοδήποτε λόγο. Η μελλοντική δε, ως ανωτέρω, ζημία, αποκαθίσταται εφ’ όσον η επέλευσή της είναι βέβαιη και η έκτασή της μπορεί από τώρα να προσδιορισθεί, όχι όμως όταν είναι ενδεχόμενη και υποθετική (Α.Π. 736/2019, Α.Π. 853/2017, Α.Π. 601/2010, Εφ.Πατρ. 284/2019, Εφ.Αθ. 501/2018, Τ.ΝΠ. ΝΟΜΟΣ).

Είναι πρόδηλο ότι η κατά την Α.Κ. 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την Α.Κ. 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ’ ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία, και β) από την κατ’ άρθρο 932 Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Είναι ακόμη αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (Ολ.Α.Π. 18/2008, Δ.Ε.Ν. 2008, 1329, Α.Π. 1051/2011, Α.Π. 1710/2010, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

Για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέχουν, πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεως από τις Α.Κ 929 και 932, και εκείνα που συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης και η δυσμενής επίδραση αυτών στο μέλλον του παθόντος. Δηλαδή, να συντρέξουν περιστατικά από τα οποία να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του (Α.Π. 553/2019, Α.Π. 80/2018, Α.Π. 91/2017, Τ.Ν.Π ΝΟΜΟΣ). Τέλος, όταν στη ζημία από αδικοπραξία, προκύπτει και κάποια ωφέλεια που τελεί σε αιτιώδη προς αυτήν σύνδεσμο, πραγματική ζημία είναι ότι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφελείας.

Από την γενική αυτή αρχή του συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας εισάγει εξαίρεση η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 Α.Κ, κατά την οποία η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται από τον λόγο, ότι κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε, υπό την έννοια ότι αυτός δικαιούται ν’ απαιτήσει αθροιστικώς και τις δύο παροχές, δηλαδή την αποζημίωση και την οφειλόμενη από τον τρίτο παροχή (ωφέλεια), ακόμη και όταν αυτές έχουν ως αιτία το αυτό επιζήμιο γεγονός. Άλλος, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, δύναται να είναι οποιοσδήποτε τρίτος, ως λ.χ. το Δημόσιο, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί (εκτός του Ι.Κ.Α.), οι Ασφαλιστικές Εταιρίες, οι συγγενείς, ο εργοδότης, ακόμη και ο ίδιος ο ζημιώσας (Α.Π. 1635/2018, Α.Π. 152/2017, Α.Π. 1488/2014, Α.Π. 116/2010, Α.Π. 1213/2001, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί