Τα ισχύοντα σήμερα για την εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας (ΕΓΣΣΕ)
Η εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας (ΕΓΣΣΕ) θεσπίστηκε μαζί με τις λοιπές κατηγορίες συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ) με το Ν. 1876/1990 και αφορά στους εργαζομένους όλης της χώρας ανεξαρτήτως οποιουδήποτε άλλου ειδικότερου προσδιορισμού, ήτοι αφορά εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, τόσο στον ιδιωτικό τομέα όσο και στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και στους ΟΤΑ[1]. Σκοπός της ΕΓΣΣΕ ήταν η θέσπιση νόμιμων γενικών ελάχιστων (κατώτατων) όρων αμοιβής και εργασίας για τους εργαζόμενους που απασχολούνται σε όλη την ελληνική Επικράτεια, σε οποιοδήποτε εργοδότη, και οι οποίοι δεν υπάγονται σε οποιαδήποτε άλλη κατηγορία ΣΣΕ.
Εντούτοις, με πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις επήλθαν θεμελιώδεις αλλαγές στα μέχρι πρότινος ισχύοντα για την ΕΓΣΣΕ. Πλέον, η ΕΓΣΣΕ δεν αποτελεί το μόνο ρυθμιστικό μέσο για τη θέσπιση γενικών κατώτατων νόμιμων όρων εργασίας, καθότι δυνάμει του άρθρου Πρώτου, παρ. ΙΑ.11 §1 Ν. 4093/2012 θεσπίστηκε νέο σύστημα καθορισμού νόμιμου γενικού κατώτατου μισθού υπαλλήλων και ημερομισθίου εργατοτεχνιτών, τεθέν σε ισχύ από 01η.04.2013[2]. Βάσει της ανωτέρω διάταξης, μετά τη χρονολογία αυτή ο νόμιμος κατώτατος μισθός και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργαζομένων όλης της χώρας ορίζεται αποκλειστικά με κρατικό κανόνα, και όχι πλέον με ΕΓΣΣΕ. Έτσι, από την εισαγωγή του νέου αυτού συστήματος, κάθε αναφορά της νομοθεσίας στον ελάχιστο μισθό ή στο ελάχιστο ημερομίσθιο της ΕΓΣΣΕ, παραπέμπει στο νομοθετημένο γενικό κατώτατο μισθό και στο κατώτατο ημερομίσθιο (άρθρο Πρώτο, παρ. ΙΑ.11 §4 Ν. 4093/2012).
Στο πλαίσιο αυτό, με ειδική προσωρινής ισχύος διάταξη (άρθρο Πρώτο, παρ. ΙΑ.11 §3 Ν. 4093/2012), προβλέφθηκαν τα εξής: «Μέχρι τη λήξη της περιόδου οικονομικής προσαρμογής που προβλέπουν τα Μνημόνια που προσαρτώνται στο ν. 4046/2012 και οι επακολουθούσες τροποποιήσεις αυτών καθορίζεται ο νόμιμος κατώτατος μισθός υπαλλήλων και το ημερομίσθιο εργατοτεχνιτών ως εξής:
(α) Για τους υπάλληλους άνω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίζεται 586,08 ευρώ και για τους εργατοτεχνίτες άνω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε 26,18 ευρώ.
(β) Για τους υπάλληλους κάτω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίζεται 510,95 ευρώ και για τους εργατοτεχνίτες κάτω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε 22,83 ευρώ.
(γ) ί) Ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός των υπαλλήλων άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως τρεις τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 9 ετών και άνω και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 5% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως έξι τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 18 ετών και άνω. ii) Ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός των υπαλλήλων κάτω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για μία τριετία προϋπηρεσίας και για προϋπηρεσία 3 ετών και άνω και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών κάτω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 5% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως δύο τριετίες και συνολικά 10% για προϋπηρεσία 6 και άνω ετών. iii) Για τους εγγεγραμμένους ανέργους στα οικεία μητρώα ανέργων, άνω των 25 ετών με διάρκεια συνεχόμενης ανεργίας μεγαλύτερη των 12 μηνών (μακροχρόνια ανεργία) που προσλαμβάνονται ως υπάλληλοι, ο κατώτατος μισθός της περίπτωσης α` της παρούσης παραγράφου προσαυξάνεται με ποσοστό 5% για κάθε τριετία και συνολικά με 15% για προϋπηρεσία 9 ετών και άνω.
(δ) Οι ως άνω προσαυξήσεις προϋπηρεσίας καταβάλλονται σε εργαζόμενο με προϋπηρεσία σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε ειδικότητα, για μεν τους εργατοτεχνίτες μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους, για δε τους υπαλλήλους μετά τη συμπλήρωση του 19ου έτους της ηλικίας τους και ισχύουν για την συμπληρωθείσα υπηρεσία την 14.2.2012.
(ε) Πέραν της μηνιαίας τακτικής προσαύξησης λόγω προϋπηρεσίας καμία άλλη προσαύξηση δεν περιλαμβάνεται στο νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο.
(στ) Έως ότου η ανεργία διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10% αναστέλλεται η προσαύξηση του νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου για προϋπηρεσία, που συμπληρώνεται μετά την 14.2.2012.
(ζ) Ατομικές συμβάσεις εργασίας και συλλογικές συμβάσεις εργασίας κάθε είδους δεν επιτρέπεται να ορίζουν μηνιαίες τακτικές αποδοχές ή ημερομίσθιο πλήρους απασχόλησης κατώτερο από το νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο».
Όπως συνάγεται από την ανωτέρω διάταξη, μεταξύ των μισθολογικών παροχών που περιλαμβάνονται στο νέο νομοθετημένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο, δεν καταλέγεται το επίδομα γάμου που είχε συνομολογηθεί παλαιότερα με ΕΓΣΣΕ. Επίσης, ο υπολογισμός του επιδόματος τριετίας της ΕΓΣΣΕ γίνεται πλέον με διαφοροποιημένο τρόπο, βάσει διακρίσεως των εργαζομένων σε άνω των 25 ετών και κάτω των 25 ετών, ενώ κατέστη ενιαίο το είδος της λαμβανομένης υπόψη για τον υπολογισμό του επιδόματος αυτού προϋπηρεσίας, έτσι ώστε να λαμβάνεται υπόψη και για τους υπαλλήλους πλέον (και όχι μόνο για τους εργατοτεχνίτες όπως ίσχυε βάσει του άρθρου 5 της Εθνικής ΔΔΔΔ 1/1982 που είχε κηρυχθεί εκτελεστή με την ΥΑ 12425/1982) η κάθε είδους προϋπηρεσία σε οποιαδήποτε ειδικότητα, και όχι μόνο αυτή που έχει διανυθεί σε θέση και ειδικότητα παρεμφερή και ανάλογη αυτής που κατέχουν στον τελευταίο εργοδότη. Πέραν αυτού, ο Ν. 4093/2012 επανέλαβε κατ’ ουσίαν τη ρύθμιση του άρθρου 4 της 6/28.2.2012 ΠΥΣ, ορίζοντας ότι δε λαμβάνεται υπόψη προϋπηρεσία που έχει διανυθεί μετά την 14η.02.2012 (έναρξη ισχύος Ν. 4046/2012).
Εντούτοις, και μετά το νέο αυτό σύστημα νομοθέτησης γενικού κατώτατου μισθού και ημερομισθίου, εξακολουθεί να υφίσταται η δυνατότητα σύναψης ΕΓΣΣΕ από τους κεντρικούς συλλογικώς διαπραγματευόμενους, η οποία ωστόσο παρουσιάζει τις εξής ιδιομορφίες: Ενώ, όπως και υπό την παλαιά πρόβλεψη, επιτρέπεται να θεσμοθετούνται με ΕΓΣΣΕ τόσο μισθολογικοί[3] όσο και μη μισθολογικοί (θεσμικοί και λοιποί)[4] όροι, οι μισθολογικοί όροι δεν έχουν πλέον σκοπό να εξασφαλίζουν κατώτατες αμοιβές για όλους τους εργαζόμενους της χώρας (οι οποίες εξασφαλίζονται στο εξής με τον νομοθετημένο κατά τα ως άνω γενικό ελάχιστο μισθό και ημερομίσθιο), αλλά να θεσπίζουν αποδοχές υπέρτερες αυτών, που θα αφορούν όμως μόνο όσους εργαζόμενους απασχολούνται σε εργοδότες που είναι μέλη των κεντρικών εργοδοτικών οργανώσεων που συμβάλλονται σ’ αυτές. Τούτο ορίστηκε με το άρθρο Πρώτο, παρ. ΙΑ.11 §2α Ν. 4093/2012, το οποίο αντικατέστησε το εδ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν. 1876/19990 ως εξής: «Οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας. Βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του νόμιμου νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου».
Αντιθέτως, οι μη μισθολογικοί (θεσμικοί) όροι των ΕΓΣΣΕ θα εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται σε όλους τους απασχολούμενους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην ελληνική επικράτεια, ανεξαρτήτως συνδικαλιστικής υπαγωγής των εργοδοτών τους, όπως συνέβαινε και υπό το προϊσχύσαν του Ν. 4093/2012 καθεστώς. Εξ αυτού συνάγεται ότι η νέου τύπου ΕΓΣΣΕ μπορεί να περιέχει μόνο μη μισθολογικούς όρους, στο μέτρο που οι κεντρικώς συλλογικώς διαπραγματευόμενοι δε συμφωνούν στην αύξηση των νομοθετημένων κατώτατων γενικών μισθών.
Συμπερασματικά λοιπόν, ένας εργαζόμενος που δεν υπάγεται ή δεν θα υπάγεται στο μέλλον σε άλλης κατηγορίας ΣΣΕ και του οποίου ο εργοδότης δεν είναι μέλος εργοδοτικής οργάνωσης που συμβλήθηκε στην ΕΓΣΣΕ, ως προς μεν τους μισθολογικούς όρους θα καλύπτεται από το νομοθετημένο γενικό κατώτατο μισθό ή ημερομίσθιο, ως προς τους λοιπούς δε εργασιακούς, μη μισθολογικούς, όρους θα καλύπτεται από την εκάστοτε ισχύουσα ΕΓΣΣΕ. Επομένως, πλέον, οι ΕΓΣΣΕ καλύπτουν το σύνολο μεν των εργαζομένων ως προς τους μη μισθολογικούς όρους τους, μέρος δε των εργαζομένων ως προς τους τυχόν περιλαμβανόμενους μισθολογικούς όρους τους, οι οποίοι ωστόσο θα έχουν λόγο να συνομολογηθούν μόνο εάν είναι ευνοϊκότεροι των νόμιμων νομοθετημένων κατώτατων αποδοχών.
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. Ι. Ληξουριώτη, Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, 2η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2015, σελ. 214-218 καθώς και Κ. Δ. Λαναρά, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, Εφαρμογή – Νομολογία – Ερμηνεία, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2014, σελ. 689 επ., Ι. Δ. Κουκιάδη, Εργατικό Δίκαιο, Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, Juris Prudentia, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2013, σελ. 563-564 και 684 επ..
[2] Βλ. άρθρο 103 Ν. 4172/2013, δυνάμει του οποίου ορίστηκε νέα διαδικασία θέσπισης των κατώτατων αποδοχών με την έκδοση απόφασης του Υπουργού Εργασίας, μετά από διαβούλευση της κυβέρνησης με τη ΓΣΕΕ, τις οργανώσεις εργοδοτών ευρείας αντιπροσώπευσης (ΣΕΒ. ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΕΤΕ) και όσες άλλες εργατικές και εργοδοτικές οργανώσεις προτείνονται από αυτές. Η διαδικασία αυτή θα ισχύσει μετά τα Προγράμματα Δημοσιονομικής Προσαρμογής, δηλαδή όχι πριν από την 01η.01.2017.
[3] Στους «μισθολογικούς όρους» υπάγονται όλες οι προβλέψεις που αφορούν την αμοιβή της εργασίας, δηλαδή το βασικό μισθό, τα επιδόματα, τις διάφορες προσαυξήσεις και κάθε άλλη παροχή οικονομικού περιεχομένου. Βλ. Ι. Ληξουριώτη, όπ.π. (υποσημ. 1), σελ. 261.
[4] Στους «μη μισθολογικούς ή θεσμικούς όρους» περιλαμβάνονται όλες οι προβλέψεις, οι οποίες δεν οδηγούν άμεσα ή έμμεσα στην προσαύξηση ή στον επηρεασμό των αποδοχών των εργαζομένων, όπως για παράδειγμα όροι που αφορούν στη χορήγηση κάθε είδους πρόσθετων αδειών ή στην παροχή διευκολύνσεων απουσίας, ημερών ανάπαυσης, στη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, στη διαδικασία προαγωγών ή στην κινητικότητα των εργαζομένων κ.ο.κ.. Βλ. Ι. Ληξουριώτη, όπ.π. (υποσημ. 1), σελ. 261.