Τέλεση πλαστογραφίας με την κατ’ απομίμηση θέση της υπογραφής άλλου προσώπου σε υπάρχον έγγραφο, χωρίς τη ρητή ή σιωπηρή εντολή ή συναίνεσή του
Κατά το άρθρο 216 ΠΚ παρ. 1 όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά την παρ. 2 με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Κατά την παρ. 3 αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1 – 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ.
Από το άρθρο 216 § 1 Π.Κ. που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξαρχής κατάρτιση από το δράστη εγγράφου, που να εμφανίζεται ότι καταρτίστηκε δήθεν από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και επιπροσθέτως σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης (Ολ.ΑΠ 3/2008, ΑΠ 932/2009, ΑΠ 826/2009, ΑΠ 805/2009, ΑΠ 141/2009 ΑΠ 1234/2010 ΑΠ 217/2003 ΑΠ 1224/2001). Η χρήση του εγγράφου από τον υπαίτιο της καταρτίσεως ή της νοθεύσεως, θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Στοιχειοθετείται δε αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ’ αυτόν την δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει γνώση πράγματι ή να παραπλανηθεί ο τρίτος (738/2013 ΑΠ). Η κατάρτιση πλαστού εγγράφου συντελείται με την κατ’ απομίμηση θέση της υπογραφής άλλου σε υπάρχον έγγραφο, χωρίς τη ρητή ή σιωπηρή εντολή ή συναίνεσή του (ΑΠ 1415/2007, ΠοινΧρ 2003, 759, Α. Χαραλαμπάκης, Ποινικός Κώδικας, άρθρο 216, σελ. 1396).
Έχει κριθεί δε από τη νομολογία ότι διαπράττει πλαστογραφία μετά χρήσεως, με τη μορφή της κατάρτισης πλαστού εγγράφου, ο πιστούχος, ήτοι το πρόσωπο που κατάρτισε σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό με τράπεζα, θέτοντας επί της ως άνω σύμβασης, στη θέση «εγγυητής» κατ’ απομίμηση την υπογραφή άλλων προσώπων (εν προκειμένω των αδερφών του) και ακολούθως έκανε χρήση αυτής της σύμβασης με την υποβολή της στους αρμόδιους υπαλλήλους, οι οποίοι με τον τρόπο αυτό παραπλανήθηκαν ως προς την πληρότητα και εγκυρότητα της καταρτισθείσας σύμβασης και χορήγησαν την πίστωση (δάνειο) σε αυτόν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κρίθηκε ότι παρέσχε άμεση συνέργεια – συνδρομή τόσον κατά την διάρκεια όσον και κατά την εκτέλεση της προαναφερόμενης πράξης στον κατηγορούμενο- πιστούχο η αρμόδια υπάλληλος της Τράπεζας στο τμήμα δανειοδοτήσεων, αφού δέχθηκε να θέσει αυτός στην σύμβαση πίστωσης και στη θέση “εγγυητής” κατ` απομίμηση την υπογραφή των προαναφερομένων (αδερφών του πιστούχου), αν και γνώριζε ότι αυτός δεν είχε την συναίνεσή τους. Και τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η υπάλληλος- κατηγορούμενη δέχθηκε να υπογράψει ο πιστούχος- κατηγορούμενος κατ’ απομίμηση των υπογραφών των προαναφερομένων προσώπων στην θέση “εγγυητής”, χωρίς προηγουμένως να ζητήσει, ως όφειλε εκ της θέσεώς της, πληρεξούσιο έγγραφο των προσώπων αυτών, το οποίο να δίνει σε αυτόν εντολή να υπογράψει για λογαριασμό τους στην σύμβαση ως εγγυητές. Κρίθηκε επομένως ένοχη η αρμόδια υπάλληλος κατά τη σύναψη δανείων καθώς με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στον κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια και την εκτέλεση της κυρίας άδικης πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και συγκεκριμένα, με την ιδιότητά της ως αρμόδιας υπαλλήλου κατά τη σύναψη δανείων, δέχτηκε να θέσει αυτός ενώπιόν της στην ανωτέρω σύμβαση και στη θέση των εγγυητών την κατά απομίμηση υπογραφή των ανωτέρω παθόντων, παρόλο που γνώριζε ότι ο συγκατηγορούμενός της δεν είχε την συναίνεση των ανωτέρω παθόντων παρέχοντας έτσι σε αυτόν άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και την εκτέλεση της ανωτέρω κύριας πράξης της πλαστογραφίας (783/2013 ΑΠ, 506/2010 ΑΠ).
Η κατάρτιση πλαστού εγγράφου προϋποθέτει την ύπαρξη προσώπου στο όνομα του οποίου εκδίδεται, αλλά η προϋπόθεση αυτή υφίσταται και όταν με τη χρήση ανύπαρκτου ονόματος υποδηλώνεται ψευδής ύπαρξη του προσώπου στο .όνομα του οποίου εκδίδεται το έγγραφο, γιατί στην περίπτωση αυτή προσβάλλεται η δημόσια πίστη. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί στοιχείο της πλαστογραφίας αλλά επιβαρυντική περίσταση, που λαμβάνεται υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής. Ο τόπος χρήσης του πλαστού εγγράφου από τον ίδιο τον πλαστογράφο αποτελεί τόπο τέλεσης του εγκλήματος της πλαστογραφίας. Για την κατάρτιση πλαστού και νόθευση εγγράφου (216 παρ. 1 ΠΚ) απαιτείται τουλάχιστον ενδεχόμενος δόλος ως προς όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης. Απαιτείται δηλαδή ο δράστης να γνωρίζει, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας ότι καταρτίζει πλαστό ή ότι νοθεύει έγγραφο και να θέλει την κατάρτιση και τη νόθευσή του. Το έγκλημα της χρήσης πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου (216 παρ. 2 ΠΚ) προϋποθέτει ότι ο δράστης που χρησιμοποιεί το πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο έχει πλήρη γνώση (επίγνωση) ότι το χρησιμοποιούμενο από αυτόν έγγραφο είναι πλαστό ή νοθευμένο (ΑΠ 1034/2007 ΠοινΧρον 2007, 694). Εκείνος που καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο αλλά και ο τρίτος που χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο πρέπει να έχει σκοπό με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες (Χαραλαμπάκης, Ποινικός Κώδικας, άρθρο 216, σελ. 1396-1405).
Λένα Πολύζου
Δικηγόρος
Email: info@efotopoulou.gr