Θεμελίωση ευθύνης του Δημοσίου σε αποζημίωση ενόψει της παράλειψης των οργάνων του να συμπεριλάβουν στον κτηματολογικό πίνακα το σύνολο των επί του απαλλοτριούμενου ακινήτου επικειμένων
Στα πλαίσια του άρθρου 26 Ν. 2882/2001ορίζονται μεταξύ άλλων ότι: α) η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης ενόψει της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ιδιοκτησιών τους γίνεται με δικαστική απόφαση κατά την οριζόμενη από την ως άνω διάταξη διαδικασία, β) αρμόδιο δικαστήριο για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ευρίσκεται το απαλλοτριούμενο ακίνητο, γ) το αρμόδιο δικαστήριο αναγνωρίζει τους δικαιούχους της αποζημίωσης λαμβάνοντας υπόψη κάθε στοιχείο, το οποίο είτε προσκομίζεται ενώπιόν του από τους διαδίκους είτε εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, δ) η απόφασή του εν σχέσει με το ζήτημα της δικαστικής αναγνώρισης των δικαιούχων της αποζημίωσης δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, ενώ ε) διάδικοι ή τρίτοι που προβάλλουν δικαιώματα επί του απαλλοτριούεμνου ακινήτου, δύνανται να τα διεκδικήσουν κατά την τακτική διαδικασία, έστω και αν δεν τα έχουν ήδη προβάλει κατά την ως άνω ειδική διαδικασία αναγνώρισης δικαιούχων.
Ενόψει των ανωτέρω συνάγεται ότι η απόφαση εν σχέσει με την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η οποία αποφαίνεται οριστικά και αμετάκλητα με βάση τα τεθέντα στη διάθεση του αρμοδίου δικαστηρίου αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς ωστόσο το τελευταίο να περιορίζεται και να εξαντλείται στον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα της απαλλοτρίωσης, αποτελεί δεδικασμένο έναντι πάντων όσον αφορά αφενός το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημίωσης, αφετέρου το εμβαδόν των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών και την ύπαρξη ή μη, το είδος και τον όγκο των επ’ αυτών ευρισκομένων κτισμάτων, περιφράξεων, δένδρων και κάθε εν γένει συστατικών τους, αφ’ ης στιγμής τα περιστατικά αυτά έχουν ήδη κριθεί αναγκαστικά στα πλαίσια καθορισμού του ύψους της προσδιορισθείσας κατά τιμή μονάδας αποζημίωσης, τα οποία ερευνώνται και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, χωρίς το τελευταίο να περιορίζεται στο εμβαδόν και τον όγκο όπως αυτά καταγράφονται και προσδιορίζονται στον συνταχθέντα κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα απαλλοτρίωσης, ενώ το μονομελές πρωτοδικείο ως καθ’ ύλην αρμόδιο αποφαίνεται επί των θεμάτων αυτών οριστικά και αμετάκλητα (ΑΠ 38/2019, ΑΠ 884/2019, ΑΠ 691/2008 ΤΝΠ NOMOS). Δεν περιβάλλεται όμως η απόφαση που θα εκδοθεί με ισχύ δεδικασμένου που να κωλύει την έρευνα και εκτίμηση αγωγής επί τη βάσει του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ για παραλείψεις των οργάνων της διοίκησης κατά τη σύνταξη του σχετικού κτηματολογικού πίνακα (ΔΠρΑθ 19754/2018 ΤΝΠ NOMOS).
Ειδικότερα, όπως ρητά επισημαίνεται στα πλαίσια της υπ’ αριθμ. 1634/2017 απόφασης του ΣτΕ (TNΠ NOMOS), «[…] για την συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, απαιτείται η προηγούμενη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως, η οποία, πέραν της αξίας του ακινήτου, περιλαμβάνει και την αξία των κατ’ άρθρο 953 του ΑΚ συστατικών του, τα οποία, κατά ρητή πρόβλεψη του άρθρου 3 του ν.δ/τος 797/1971, συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, έστω και αν δεν έχουν περιληφθεί ρητώς στην απόφαση με την οποία κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση (βλ. ΣτΕ 265/2013, ΑΠ 300/2009, 1543/2003, 1112/1995 κ.α.). Ως εκ τούτου, το κτηματολογικό διάγραμμα και ο κτηματολογικός πίνακας που συντάσσονται κατά την διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως πρέπει να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και να απεικονίζουν την αληθή κατάσταση του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Επομένως, σε περίπτωση που τα αρμόδια διοικητικά όργανα που συνέταξαν τον κτηματολογικό πίνακα (ο οποίος κατά το άρθρο 16 του ιδίου ν.δ/τος πρέπει να προσάγεται ενώπιον του αρμοδίου για τον καθορισμό της αποζημίωσης πολιτικού δικαστηρίου) παραλείψουν να περιλάβουν σε αυτόν τα συστατικά ή επικείμενα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, εξαιτίας δε της παραλείψεως αυτής, δεν καθορισθεί από το αστικό δικαστήριο αποζημίωση για τα επίμαχα συστατικά ή επικείμενα, ο δικαιούχος της αποζημιώσεως διατηρεί την ευχέρεια να ασκήσει ενώπιον του κατά τόπον αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου αγωγή του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ζητώντας ως αποζημίωση το ισόποσο της αξίας των συστατικών αυτών [ΣτΕ 265/2013 (γεωτρήσεις), 1867 – 9/2011 (δενδρύλλια φυτωρίου), 1912/2011 (αμπέλι), 2413/2009 (δένδρα, φυτείες), 1936/2009 (επικείμενες ξηρολιθοδομές), 2835/2002 (κύριος εξοπλισμός εργοστασίου), 3139/2002 (μηχανήματα εργοστασίου), ΑΠ 1199/1983 (μάνδρα από τσιμεντόλιθους), 522/2000 (γεωτρήσεις), 5/2002 (λίθινη περίφραξη) κ.α.]. Τα ανωτέρω ισχύουν, εξ άλλου, και για την περίπτωση εσφαλμένης αναγραφής του εμβαδού, του όγκου και των άλλων προσδιοριστικών στοιχείων της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου και των επ’ αυτού ανεγερθέντων κτισμάτων και κατασκευών (πρβλ. ΣτΕ 2216/2014 σκ.5, 237/2011, 2733/2007, 700/2003), καθώς και για την περίπτωση εσφαλμένου χαρακτηρισμού των συστατικών ή των επικειμένων του απαλλοτριωθέντος ακινήτου (π.χ. είδος -ποικιλία φυτείας), εξ αιτίας του οποίου καταβλήθηκε μειωμένη αποζημίωση […]». Σε αυτό το σημείο κρίνεται σκόπιμη η αναφορά στο εξίσου σημαντικό ζήτημα του χρόνου παραγραφής της εδράζουσας επί του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ αξίωσης αποζημίωσης των δικαιούχων. Πιο συγκεκριμένα, εν σχέσει με το χρονικό σημείο έναρξης της πενταετούς παραγραφής της σχετικής αξίωσης αποζημίωσης σε βάρος του Δημοσίου τονίζεται στα πλαίσια της υπ’ αριθμ. 322/2019 απόφασης του ΣτΕ (ΤΝΠ NOMOS) ότι: «[…] Η αξίωση των αναιρεσιβλήτων που θεμελιωνόταν στη συντελεσθείσα στις 29.12.1998 παράνομη παράλειψη του Ελληνικού Δημοσίου να συμπεριλάβει το σύνολο των επικειμένων του ακινήτου τους στον οικείο κτηματολογικό πίνακα δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή κατά τον χρόνο που ασκήθηκε η αγωγή τους, στις 14.1.2004, όπως αβασίμως ισχυριζόταν το αναιρεσείον, διότι, κατά το δικάσαν δικαστήριο, ναι μεν η αξίωση των αναιρεσιβλήτων γεννήθηκε στις 29.12.1998, ήτοι κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η πλημμελής σύνταξη του κτηματολογικού πίνακα, πλην, ενόψει του ότι δεν ήταν δυνατός κατά νόμο ο καθορισμός είτε της προσωρινής είτε της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για συστατικά που δεν αναφέρονταν στον κτηματολογικό πίνακα, δεδομένου ότι δεν είχε τηρηθεί η απαιτούμενη προδικασία, η αξίωση των αναιρεσιβλήτων να ζητήσουν αποζημίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη στις 10.4.2002, οπότε και δημοσιεύθηκε η 267/2002 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, μεταξύ άλλων, και του απαλλοτριούμενου ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να καθορίζεται αποζημίωση και για το σύνολο των επικειμένων σε αυτό. Επομένως, κατά το δικάσαν δικαστήριο, η έναρξη της παραγραφής της ένδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων οριοθετείται στο τέλος του έτους 2002, εντός του οποίου δημοσιεύθηκε η ανωτέρω απόφαση περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης. Εφόσον δε η αγωγή των αναιρεσιβλήτων ασκήθηκε στις 14.1.2004, ήτοι πριν από την παρέλευση 5 ετών, η αξίωσή τους αυτή δεν είχε υποκύψει κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής σε παραγραφή. Έκρινε, επίσης, το δικάσαν δικαστήριο ότι το γεγονός ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν ζήτησαν με αίτηση ή ανταίτησή τους ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων τον καθορισμό προσωρινής ή οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης κατά την ειδική προς τούτο διαδικασία για τα παραλειφθέντα από τον κτηματολογικό πίνακα επικείμενα δεν αναιρεί τη σχετική ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση ούτε αποκλείει το δικαίωμα του ιδιοκτήτη, αντί να υποβάλει τέτοια αίτηση, να ζητήσει με αγωγή του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την παράνομη παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου. […]».
Ιωάννης Μπάλλιας, δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr