Θεωρείται η άγνοια νόμου (νομική πλάνη / πλάνη περί το δίκαιο) ουσιώδης πλάνη κατά το άρθρο ΑΚ 141, έτσι ώστε να συγχωρείται η ακύρωση της πλασματικής αποδοχής κληρονομίας που επέρχεται εκ του νόμου, άμα τη παρελεύσει άπρακτης της προβλεπόμενης στο άρθρο ΑΚ 1847§1 αποκλειστικής προθεσμίας;
Ενώ ο νόμος καθιερώνει την πλασματική αποδοχή, που επέρχεται με τη παρέλευση άπρακτης της 4μηνης προθεσμίας αποποίησης, με σκοπό να επέλθει ταχεία εκκαθάριση ως προς τα πρόσωπα των κληρονόμων, προς όφελος των δανειστών της κληρονομίας, παρ’ όλα αυτά, όταν ο κληρονόμος αγνοεί χωρίς δική του βαρεία αμέλεια την ύπαρξη αυτής της προθεσμίας, τότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για μια αιφνιδιαστική εκ του νόμου επέλευση εννόμων συνεπειών εις βάρος του, με αποτέλεσμα η εκ των περιστάσεων επιβαλλόμενη στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων να αποβαίνει -λαμβανομένων υπόψη και των ιδιαιτεροτήτων κάθε περίπτωσης- υπέρ του κληρονόμου, ιδίως δε όταν αυτός είναι ανήλικος. Εξάλλου, ο νόμος θέτει αυτή την προθεσμία (‘‘προθεσμία διάσκεψης’’) ακριβώς για να χορηγήσει στον προσωρινό κληρονόμο επαρκή χρονικό ορίζοντα, προκειμένου αφενός μεν να ενημερωθεί για την κατάσταση της κληρονομίας -κυρίως για το ύψος του παθητικού- αφετέρου δε να αποφασίσει αν θα προβεί την αποδοχή της ή όχι (βλ. Νίκη Ψούνη, Κληρονομικό Δίκαιο Ι, 2004, σελ. 154). Όταν, λοιπόν, ουδέποτε δίδεται σε πραγματικό χρόνο αυτή η δυνατότητα διάσκεψης, για λόγους οι οποίοι δεν καταλογίζονται στην υπαιτιότητα του κληρονόμου, επειδή π.χ. ο κληρονόμος απευθύνθηκε σε δικηγόρο, ο οποίος παρέσχε πλημμελείς ή εσφαλμένες ή ασαφείς νομικές πληροφορίες και οδηγίες σχετικά με το πώς θα πρέπει να πράξει στο εξής ο κληρονόμος σχετικά με την αποδοχή ή την αποποίηση της κληρονομίας -αναλόγως της βούλησής του-, τότε η επέλευση των προβλεπομένων εννόμων συνεπειών εις βάρος του σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας, θα ήταν ένα δυσανάλογα βαρύ τίμημα για τον κληρονόμο, μια υποκρυπτόμενη οιονεί τιμωρία για την άνευ (σπουδαίας) υπαιτιότητάς του, άγνοιά του. Σε αυτή την περίπτωση, που κάποιος κληρονόμος λαμβάνει συγκεχυμένες, ασαφείς ή ελλιπείς πληροφορίες για τα νομικώς ισχύοντα από δικηγόρους οι οποίοι κατά τεκμήριο γνωρίζουν με ακρίβεια και αξιοπιστία το νόμο, δεν υπάρχει επαρκής αφορμή προς αμφισβήτηση των πληροφοριών και περαιτέρω διερεύνηση του θέματος, αλλά διαμορφώνεται απεναντίας δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στην υποτιθέμενη εγκυρότητα των πληροφοριών που λαμβάνει, έτσι ώστε ευλόγως σχηματίζει την πεποίθηση ότι η παράλειψή του να αποποιηθεί δεν είναι συγχρόνως και νομικώς σημαντική, ότι δηλαδή δεν επιφέρει έννομες συνέπειες. Οσάκις, λοιπόν, ο κληρονόμος δεν διαθέτει επαρκή αφορμή για να διερωτηθεί σχετικά με το σε ποια ακριβώς αλληλουχία νομικών και διαδικαστικών πράξεων θα πρέπει να προβεί σε περίπτωση που κληθεί κληρονόμος, ή δεν έχει την παραμικρή υποψία για το αν γνωρίζει ορθά τα νομικώς ισχύοντα, έτσι ώστε εύλογα να κρίνει ότι ουδείς λόγος συντρέχει να κινητοποιηθεί περισσότερο για την πλέον αξιόπιστη νομική πληροφόρησή του, στερείται ουσιαστικά του πλεονεκτήματος που του δίδει ο νόμος να σκεφτεί, αν θέλει ή όχι, την κληρονομία και να ενεργήσει κατά την ελεύθερη απόφασή του, βασιζόμενος αποκλειστικά στην πραγματική του βούληση, με αποτέλεσμα να επιβάλλεται κατά τις αρχές της καλής πίστης και για λόγους επιείκειας να γίνει δεκτή η ακύρωση της πλασματικώς γενομένης αποδοχής. Το κριτήριο είναι, σε κάθε περίπτωση, το κατά πόσο επέδειξε την προσήκουσα επιμέλεια που θα επεδείκνυε ο μέσος συνετός κι επιμελής κοινωνός ευρισκόμενος στην δική του παρόμοια θέση.
Επειδή δε ο νόμος εξομοιώνει την παράλειψη με δήλωση βούλησης αρνητικού περιεχομένου, και άρα, με μονομερή, μη απευθυντέα δικαιοπραξία, υπόκειται και αυτή στις γενικές διατάξεις για τις δικαιοπραξίες (ΑΚ 1857§2). Ως εκ τούτου, μια τέτοια πλασματική δήλωση αποδοχής που έγινε υπό καθεστώς νομικής πλάνης εκ μέρους του προσώπου στο οποίο καταλογίζεται η δήλωση, είναι ακούσια επειδή δεν βρισκόταν σε συμφωνία με την αληθινή βούλησή του, και άρα ακυρώσιμη, και ο πλανώμενος έχει δυνητικά το δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την ακύρωση της δικαιοπραξίας αυτής, κατά τα άρθρα ΑΚ 140 επ.
Προκειμένου, όμως, να θεμελιωθεί βάσιμα το διαπλαστικό δικαίωμα ακυρώσεως, η νομική πλάνη που εμφιλοχωρεί θα πρέπει να είναι όντως ουσιώδης, να πληροί δηλαδή αθροιστικά τα κριτήρια που ορίζει το άρθρο ΑΚ 141. Έτσι, η πλάνη κρίνεται ουσιώδης όταν, αφενός μεν αφορά σε σημείο τόσο σημαντικό για την όλη δικαιοπραξία -του ‘‘σημαντικού’’ κρινομένου κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, των συναλλακτικών ηθών και της συναλλακτικής καλής πίστης- (αντικειμενικό κριτήριο), αφετέρου δε, το πρόσωπο δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία, αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση (υποκειμενικό κριτήριο). Πράγματι, η άγνοια ή εσφαλμένη γνώση για την προβλεπόμενη προθεσμία και για το πότε αυτή άρχεται και πότε λήγει, κρίνεται ουσιώδης, καθότι αφορά σε μια από τις αντικειμενικά πλέον κρίσιμες νομικές διατάξεις, που έχουν να κάνουν με τη διαδοχή σωρευτικά αναγκαίων διαδικαστικών πράξεων εκ μέρους του προσωρινού κληρονόμου, προκειμένου αυτός να καταστεί ή όχι -ανάλογα με τη βούλησή του- οριστικός κληρονόμος, πληρούντος έτσι του αντικειμενικού κριτηρίου του άρθρου ΑΚ 141. Εάν δε, μπορεί με βεβαιότητα να πιθανολογηθεί -σύμφωνα με τη δική του διαβεβαίωση- ότι όντως θα προχωρούσε -κατά την ξεκάθαρη πρόθεσή του- σε αποποίηση της κληρονομίας, εάν γνώριζε τα χρονικά πλαίσια του νόμου και τις ισχύουσες ρυθμίσεις, τότε πληρούται και το υποκειμενικό κριτήριο του άρθρου ΑΚ 141.
Βικεντία – Άννα Μπενάκη
Δικηγόρος Αθηνών
Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών
info@efotopoulou.gr