Τινά χρήσιμα περί του ορισμένου της αγωγής δικηγόρου κατά εντολέα του με την οποία ο πρώτος αξιώνει την καταβολή οφειλόμενης αμοιβής του και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του εκ της συμπεριφοράς του εντολέα του
Σε περίπτωση που ένας δικηγόρος ασκήσει αγωγή κατά εντολέα του αξιώνοντας την καταβολή οφειλόμενης αμοιβής του και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του εκ της συμπεριφοράς του εντολέα του, χρήσιμα, αναφορικά με το ορισμένο της αγωγής αυτής, τυγχάνουν τα ακόλουθα:
Ως γίνεται δεκτό – κατά πάγια νομολογία – από τα ελληνικά δικαστήρια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 του ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 118 του ιδίου Κώδικα, πρέπει να περιέχει, επί ποινή απαραδέκτου, : α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα και συγκεκριμένως λεπτομερή αναφορά των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων ο ενάγων στηρίζει την αξίωση του και το δικαίωμα του να προτείνει αυτή κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου περί του οποίου ερίζουν οι διάδικοι και το οποίο πρέπει να αναγράφεται κατά τρόπο πιστό και επαρκή, ώστε να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του και γ) ορισμένο αίτημα, εκείνο δηλαδή το οποίο ο ενάγων επιθυμεί να εκφρασθεί στο διατακτικό της δικαστικής απόφασης, ως αποτέλεσμα της δικαστικής κρίσης. Από τις παραπάνω διατάξεις (ΚΠολΔ 216 § 1 και 118 § 4) σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 111 § 2 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι καθιερώνεται, μεταξύ άλλων, ως ουσιώδες και απαραίτητο στοιχείο της αγωγής η ιστορική βάση, δηλαδή η ακριβής και ευκρινής εξιστόρηση όλων των πραγματικών γεγονότων, από τα οποία, με βάση τους κανόνες του ουσιαστικού δίκαιου και ειδικότερα την εφαρμοστέα νομική διάταξη, πηγάζει το επιδιωκόμενο δικαίωμα και η επικαλούμενη υπό του ενάγοντος έννομη συνέπεια. Τα αναγραφόμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά πρέπει, δε, αφενός μεν να είναι τα νομικώς κατάλληλα και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος του οποίου ζητείται η προστασία, αφετέρου δε να εκτίθενται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται καμιά αμφιβολία για την αξίωση που απορρέει από αυτά.
Στο σημείο αυτό, πρέπει να διευκρινισθεί ότι, επειδή ο Δικαστής οφείλει να γνωρίζει και να εφαρμόζει αυτεπάγγελτα τον νόμο, δεν χρειάζεται μνεία του νόμιμου λόγου ευθύνης (βλ. ΑΠ 1468/2005 ΕλλΔνη 2006.90, ΑΠ 467/2000 ΕλλΔνη 41.1571, ΕφΠειρ 9/2005 ΕλλΔνη 2005.545). Είναι, όμως, απαραίτητο να τίθενται υπόψη του, με τρόπο σαφή και ορισμένο, τα γεγονότα που θεμελιώνουν, σύμφωνα με τον νόμο, το δικαίωμα για το οποίο ζητείται η έννομη προστασία. Ειδικότερα, ως και ανωτέρω ελέχθη, σύμφωνα με τη θεωρία του ουσιαστικού ή συγκεκριμένου προσδιορισμού που υιοθετεί ο ΚΠολΔ με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής δεν αρκεί μόνο η μνεία των στοιχείων εκείνων που προσδιορίζουν ατομικά τη δικαιολογητική σχέση στην οποία στηρίζεται η αγωγή, αλλά απαιτείται επιπλέον η ειδική μνεία των συγκεκριμένων παραγωγικών γεγονότων της, δηλαδή εκείνων που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την από μέρους του ενάγοντος άσκησή της κατά του εναγομένου, ούτως ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια άμυνας, στο δε Δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του κατά νόμο βασίμου ή μη της αγωγής.
Εξ ετέρου, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να είναι αυτάρκες, να περιλαμβάνει δηλαδή όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο θεμελιώνουν το αξιούμενο δικαίωμα, αφού δεν υφίσταται δυνατότητα να συμπληρωθούν αυτά νομίμως από το περιεχόμενο άλλου εγγράφου, δικαστικού ή εξωδίκου (βλ. ΑΠ 412/1986 ΕλΔ 28.440). Άλλοις λόγοις, η τυχόν αοριστία της αγωγής δεν δύναται να καλυφθεί ή να θεραπευθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε δια της παραπομπής σε αποδεικτικά μέσα (έγγραφα ή μάρτυρες) ή σε τυχόν δικαστική ομολογία του εναγομένου. Τούτο, δε, καθότι οι διάδικοι στερούνται της εξουσίας διαθέσεως των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, στις οποίες συγκαταλέγεται και το ορισμένο της αγωγής (βλ. Μαρκίδου σε ερμηνεία ΚΠολΔ Κεραμέως/Κονδύλη/Νίκα, 2000, τόμος Α΄, υπό άρθρο 216, παρ. 17 και 19, καθώς και εκεί παραπομπές σε νομολογία).
Λεκτέον, εξ άλλου, ότι, εάν δεν περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής όλα τα ανωτέρω γεγονότα ή περιέχονται αυτά με ασάφειες και ελλείψεις, τότε η αγωγή τυγχάνει αόριστη, ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και, συνακόλουθα, απαράδεκτη, το δε Δικαστήριο προβαίνει στην εξέταση και απαγγελία του εν λόγω απαραδέκτου τόσο κατόπιν ενστάσεως του εναγομένου, όσο και αυτεπαγγέλτως (ανεξαρτήτως βλάβης), διότι τούτο ανάγεται στην προδικασία, η τήρηση της οποίας αφορά στη δημόσια τάξη (βλ. άρ. 111 σε συνδ. με άρ. 159 αριθ. 2 και 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, Μπέη Πολ. Δικ. άρ. 216 αριθ. 11 και στη Δ. 366, Ράμμο Αστ. Δικόν. Δίκαιο άρ. 217 σελ. 131 επ., ΑΠ 560/1979 ΝοΒ 27.1599, ΑΠ 915/1980 ΝοΒ 29.296, ΑΠ 417/1982 ΝοΒ 30.1478, ΑΠ 1296/1983 ΝοΒ 32.1028, ΑΠ 679/1985 ΕΕΝ 1986.183, ΕφΑθ 1307/87 ΕλΔ 29.525, ΑΠ 496/90 ΕΕΔ 50.235, ΕφΠειρ 899/90 ΕΕμπΔ 1992.477, ΑΠ 266/1991 ΕΕΝ 1992.154, ΑΠ 688/1991 ΕΔΠολ 1991.96, ΕφΑθ 5788/92 Δ 24.686, ΜΠρΒερ 29/1999 Aρμ 1999.804, ΜΠρΔραμ 100/1997 Aρμ 1997.1458, ΕφΑθ 6731/2009 Δνη 2010.492,531).
Περαιτέρω, προκειμένου να είναι ορισμένη η αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, ειδικότερα, απαιτείται σαφής και ευκρινής περιγραφή των περιστατικών που συνιστούν την αδικοπραξία, του αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, αφενός, και την προκληθείσα ζημία, αφετέρου, και, τέλος, των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της θετικής και αποθετικής ζημίας του ζημιωθέντος (βλ. ΠΠρΣύρου 94/2003 ΑρχΝ 2004.519).
Προσέτι, η αγωγή με την οποία επιδιώκεται να υποχρεωθεί ο εναγόμενος σε καταβολή χρηματικού ποσού ως αντιστάθμισμα του φυσικού ή ψυχικού πόνου που προκλήθηκε στον ενάγοντα από συγκεκριμένη συμπεριφορά του εναγομένου πρέπει να περιέχει, εκτός από τα συνήθη στοιχεία (βλ. άρθρο 216 ΚΠολΔ), και αναφορά της προσβολής και του παρανόμου χαρακτήρα της (βλ. Ι. Σπυριδάκη, Γεν. Αρχ. Αρ. 130 στβ σελ. 432). Σύμφωνα με τη νομολογία του Αρείου Πάγου (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 284/2012, Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ), δε, η προσβολή της προσωπικότητας συντελείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκφάνσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του προσβαλλόμενου, αφού τα έννομα αυτά αγαθά δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επιμέρους εκδηλώσεις του ενιαίου δικαιώματος της προσωπικότητας. Κατά τον προσδιορισμό του ποσού της αιτούμενης χρηματικής ικανοποιήσεως, εξ ετέρου, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που οι διάδικοι έθεσαν υπόψη του, ήτοι τον βαθμό πταίσματος του υποχρέου, το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, την ηλικία του δικαιούχου και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, ενώ συνεκτιμάται και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου (ΑΠ 654/2009). Σύμφωνα δε με τις ΑΠ 1352/1996 (ΕΕργΔ 1997.131) και ΑΠ 29/1999 (Δνη 1999.580), ειδικότερα, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι ο αδικηθείς που επιδιώκει την επιδίκαση εύλογης, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, χρηματικής ικανοποίησης οφείλει, προκειμένου να είναι ορισμένη η αγωγή του ως προς την έννοια της “εύλογης” χρηματικής ικανοποιήσεως, να εκθέτει, μεταξύ άλλων, και την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση αμφοτέρων των μερών (βλ. Στ. Πατεράκη, «Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης», Β΄ Έκδοση, Δίκαιο & Οικονομία, Π.Ν. Σάκκουλας, 2001, καθώς και ΕφΑθ 3898/2010 ΔΕΕ 2011/326, ΕφΘρακ 734/2005 ΕΠΙΔΙΚΙΑ 2006.244, ΕφΙωαν 127/2005 ΑρχΝ 2005/800, ΕφΑθ 32/2004 Δνη 2004.494, ΑΠ 169/2007, ΑΠ 159/2006, ΑΠ 1143/2003, ΑΠ 13/2002 κ.ά.).
Εξ ετέρου, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία ο δικηγόρος ζητεί την επιδίκαση της αμοιβής που συμφωνήθηκε με τον εντολέα του για δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες, συναφείς με το δικηγορικό επάγγελμα, μετά την τέλεση τούτων, πρέπει στο δικόγραφο αυτής να αναφέρονται, ειδικότερα, (α) η συμφωνία περί εντολής και το αντικείμενο αυτής, δηλαδή η συμφωνία διεξαγωγής ορισμένης υπόθεσης του εντολέα με καθορισμό του πλαισίου της εντολής, ήτοι της φύσεως και του αντικειμένου της ανατεθείσας προς διεξαγωγή υπόθεσης, (β) το ύψος της αμοιβής, νόμιμης ή συμφωνημένης, και (γ) η εκτέλεση της εν λόγω εντολής με τη διενέργεια των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας υπόθεσης δικαστικών και εξώδικων πράξεων (βλ. ΕφΠειρ 90/2014).
Για να είναι ορισμένη, δε, η αγωγή του δικηγόρου με την οποία ζητείται η επιδίκαση αμοιβής από εργολαβία δίκης ή εξώδικης εργασίας,[1] απαιτείται, συμφώνως προς το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, να διαλαμβάνεται στο δικόγραφο αυτής και μνεία του γεγονότος ότι συνομολογήθηκε ρητώς μεταξύ του δικηγόρου και του αντισυμβαλλόμενου εντολέα του ότι σε περίπτωση αποτυχίας ο δικηγόρος δεν θα λάβει καμία αμοιβή (βλ. ΑΠ 396/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1778/2013, ΑΠ 1239/2003, ΑΠ 1597/2002 ΝΟΜΟΣ, AΠ 1747/1984 ΝοΒ 33.1133, AΠ 1130/1984 ΕλλΔνη 26,36, ΕφΔωδ 219/2004 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5638/2001 ΑρχΝομ 2002.182, ΠΠρΑθ 3111/2010 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΙωανν 288/2014, καθώς και Βασ. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, τόμος Α΄, 1996, υπό άρθρο 216, παρ. 109 και εκεί παραπομπές στη νομολογία), καθώς επίσης και αναφορά του γεγονότος ότι ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας (βλ. ΑΠ 598/2017, ΑΠ 556/2009, ΑΠ 374/2007, ΑΠ 57/2005), δοθέντος ότι, επί εργολαβίας δίκης ή εξώδικης εργασίας, οι ανωτέρω δύο όροι της σχετικής συμφωνίας αποτελούν γεγονότα θεμελιωτικά του δικαιώματος του δικηγόρου για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής και η επίκλησή τους αποτελεί, κατ’ άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, στοιχείο της βάσης της περί αμοιβής αγωγής του δικηγόρου – ο οποίος φέρει, εξ άλλου, το βάρος απόδειξης αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 338 ΚΠολΔ – υπό την έννοια ότι η παράλειψη παραθέσεως των εν λόγω θεμελιωτικών γεγονότων στο δικόγραφο της αγωγής του δικηγόρου με την οποία αυτός αιτείται την επιδίκαση αμοιβής του από εργολαβία δίκης ή εξώδικης εργασίας του καθιστά την αγωγή αυτή αόριστη και, ως εκ τούτου, απορριπτέα (βλ. ΑΠ 1239/2003 σε ΝΟΜΟΣ, Δ/ΝΗ 2005.890 και ΧρΙΔ 2004.145, ΑΠ 1333/1997 σε ΕλλΔνη 1998.553, ΕφΘεσ 109/2007 σε Αρμ 2009.620, ΕφΠατρ 244/2002 σε ΑχΝομ 2003.675, ΕφΠειρ 1160/2001 σε ΠειρΝομολ 2002.51 και ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσ 13305/2013 σε Αρμ 2013.1499 και ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, λεκτέον ότι μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά άνευ ετέρου και αδικοπραξία, όμως είναι δυνατόν μια υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση να θεμελιώνει, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, και αξίωση από αδικοπραξία όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως ενέχουσα προσβολή δικαιώματος, το οποίο αντιτάσσεται κατά του ζημιώσαντος και όφειλε αυτός να το σεβαστεί ή εφόσον θα ήταν καθεαυτή αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, κατ’ άρθρο 919 ΑΚ [βλ. ΑΠ 292/2015, ΑΠ 1115/2015 σε ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1501/2014 σε ΔΕΕ 2014.1187, ΑΠ 1190/2007 σε ΔΕΕ 2008.88, ΑΠ 484/2006 σε ΝοΒ 2006.1256, ΑΠ 1801/2001 σε ΕλλΔνη 2002.1350, ΕφΙωανν (Μον) 245/2018 σε ΝΟΜΟΣ]. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147, 148, 281, 288 και 919 ΑΚ, συνάγεται ότι παράνομη συμπεριφορά κατά την προαναφερόμενη έννοια αποτελεί και η απάτη που μετέρχεται ο δράστης κατά την κατάρτιση κάποιας δικαιοπραξίας (βλ. ΑΠ 282/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 373/2008 ΕλλΔνη 2009.448), οπότε απαιτείται να αναφέρει ο ενάγων σαφώς και λεπτομερώς τα χρησιμοποιηθέντα προς κατάρτιση της δικαιοπραξίας δόλια μέσα ή τεχνάσματα και γενικά να εξειδικεύει την αποτελούσα την απάτη συμπεριφορά [βλ. ΑΠ 230/1995 σε ΕΕΝ 1996.504, ΕφΙωανν (Μον) 245/2018 σε ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 66/2014 σε ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2134/2001 σε ΕλλΔνη 2002.510, ΕφΔωδ 309/2004 σε ΝΟΜΟΣ]. Ειδικότερα, σε περίπτωση παρότρυνσης ενός εκ των συμβαλλομένων σε δήλωση βουλήσεως με απάτη, πρέπει η απάτη να αποδίδεται σε υπαίτια συμπεριφορά του αντισυμβαλλόμενου του ανωτέρω προσώπου, με την οποία αυτός με πρόθεση επιδιώκει να παραγάγει, να ενισχύσει ή να διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση στο εν λόγω πρόσωπο, ανεξαρτήτως εάν η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων – αναφερόμενων στο παρελθόν, το παρόν ή και το μέλλον – ως αληθών ή σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στο συμβαλλόμενο πρόσωπο που τα αγνοεί ήταν επιβαλλόμενη από την καλή πίστη ή από την υφιστάμενη ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων. Γίνεται εδώ λόγος για τη λεγόμενη «αστική απάτη», η οποία υφίσταται όταν ο ένας των συμβαλλομένων προκαλεί εκ προθέσεως, με κάθε δόλιο μέσο ή τέχνασμα, τη δήλωση της βούλησης του αντισυμβαλλομένου προς κατάρτιση της μεταξύ τους δικαιοπραξίας. Το δόλιο μέσο ή τέχνασμα, δηλαδή, συνιστά το αποφασιστικό αίτιο που οδήγησε το αντισυμβαλλόμενο πρόσωπο στην κατάρτιση της δικαιοπραξίας [βλ. ΑΠ 1804/2014, ΑΠ 41/2010, ΑΠ 342/2009 σε ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1458/2001 σε ΕλλΔνη 2002.1694, ΑΠ 1516/1999 σε ΕλλΔνη 2003.1274, ΕφΙωανν (Μον) 245/2018 σε ΝΟΜΟΣ). Η ποινική απάτη του άρθρου 386 ΠΚ δεν συμπίπτει αναγκαίως με την αστική απάτη του άρθρου 147 ΑΚ, που μπορεί να στοιχειοθετηθεί και με τη δόλια παράσταση περιστατικών που ανάγονται στο μέλλον, από τα οποία προκαλείται η ζημία. Η δόλια παράσταση του απατήσαντος, επομένως, μπορεί να συνίσταται σε υπόσχεση για την παρ’ αυτού τήρηση στο μέλλον ορισμένης στάσης προς τον απατηθέντα [βλ. ΑΠ 72/2013, ΕφΙωανν (Μον) 245/2018 σε ΝΟΜΟΣ, Εφ Λαρ. 137/2006 σε ΝΟΜΟΣ].
Επιπλέον, κατά το άρθρο 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ειδική και συμπληρώνει εκείνη του άρθρου 914 ΑΚ, αφού επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ευθέως δεν προσβλήθηκε ορισμένο δικαίωμα ή προστατευόμενο συμφέρον, σαφώς προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: 1) η ύπαρξη αντικείμενης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του δράστη (πράξης ή παράλειψης), τέτοια δε συμπεριφορά υπάρχει όταν κατ’ αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου επί των οποίων στηρίζεται το θετικό δίκαιο, 2) η εκδήλωση της εν λόγω συμπεριφοράς από πρόθεση πρόκλησης ζημίας, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, που σημαίνει ότι δεν είναι απαραίτητο να προέβη ο δράστης στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημία του άλλου, αλλά αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του ήταν δυνατή η επέλευση ζημίας στον άλλον και, παρά ταύτα, να μην θέλησε να αποστεί από αυτήν, 3) η πραγματική πρόκληση ζημίας στον άλλον και 4) η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας του άλλου (ζημιωθέντος) [βλ. ΟλΑΠ 2/2008 σε ΕΕμπΔ 2009.898, ΑΠ 137/2005 σε ΕλλΔνη 2006.426, ΑΠ 604/2005 σε ΕλλΔνη 2006.997, ΕφΙωανν (Μον) 245/2018 σε ΝΟΜΟΣ].
Σε περίπτωση, πάντως, που ο δικηγόρος ως ενάγων προβάλλει, με την αγωγή του, τον ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος εντολέας του, αν και του είχε υποσχεθεί ότι θα του καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, ώστε κατ’ αυτόν τον τρόπο να τον πείσει να διεκπεραιώσει την υπόθεσή του, εντούτοις στη συνέχεια αρνήθηκε να τηρήσει τα υπεσχημένα, εκδηλώνοντας έτσι απατηλή συμπεριφορά, η οποία προκάλεσε τρώση του κύρους και της επαγγελματικής υπόληψης του ενάγοντος δικηγόρου, η αντικειμενικά σωρευόμενη αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικοπρακτικής ευθύνης, είναι απορριπτέα ως αόριστη εάν στο αγωγικό δικόγραφο δεν προσδιορίζονται, σύμφωνα με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει συμπεριφορά συνιστάμενη είτε στην παράσταση ψευδών περιστατικών ως αληθών είτε στην απόκρυψη ή την αποσιώπηση αληθινών τοιούτων, με την οποία ενσυνειδήτως και εκ προθέσεως να δημιουργήθηκε πεπλανημένη αντίληψη στον ενάγοντα δικηγόρο με σκοπό τον επηρεασμό της απόφασής του [βλ. ΕφΙωανν (Μον) 245/2018 σε ΝΟΜΟΣ]. Ειδικότερα, η υπό του ενάγοντος δικηγόρου επίκληση μόνον της διαβεβαίωσης του εναγομένου εντολέα του ότι θα κατέβαλλε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, της αιτίασης του ίδιου του ενάγοντος δικηγόρου ότι η ρητή αυτή δέσμευση του εντολέα του αποτέλεσε γι’ αυτόν το αποφασιστικό κίνητρο για την κατάρτιση της μεταξύ τους συμφωνίας και, τέλος, της μη εκπλήρωσης των εξ αυτής συμβατικών υποχρεώσεων του εναγομένου εντολέα δεν αρκεί για να προσδώσει στη συμπεριφορά του τελευταίου τον χαρακτηρισμό της αστικής απάτης, υπό την έννοια της παράστασης ψευδών γεγονότων αναγομένων στο μέλλον ως αληθινών, όταν δεν αναφέρεται με σαφήνεια και πληρότητα ο δόλος του εναγομένου, δηλαδή ότι η ως άνω υπόσχεσή του προς τον ενάγοντα δικηγόρο έγινε με σκοπό να υφαρπάξει την αποδοχή του τελευταίου για την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, αφού στην πραγματικότητα εξ αρχής δεν επροτίθετο να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις [βλ. ΕφΙωανν (Μον) 245/2018 σε ΝΟΜΟΣ].
Επιπλέον, το αίτημα του ενάγοντος δικηγόρου περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δεν μπορεί να θεμελιωθεί κατά τρόπο ορισμένο στις διατάξεις περί προσβολής της προσωπικότητας όταν δεν γίνεται από αυτόν, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, επίκληση συγκεκριμένης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου, δεδομένου ότι από μόνη της η αθέτηση της σύμβασης δεν συνιστά γενικά προσβολή της προσωπικότητας [βλ. ΕφΙωανν (Μον) 245/2018 σε ΝΟΜΟΣ, καθώς και Φουντεδάκη σε Απ. Γεωργιάδη, ΣυντΕρμΑστΚωδ, άρ. 57, αριθ. 5, σελ. 138].
Τέλος, η αγωγή του δικηγόρου που επικαλείται ως βάση αυτής αδικοπραξία του άρθρου 919 ΑΚ είναι αόριστη όταν ο ως άνω ενάγων δεν επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά που να στοιχειοθετούν συμπεριφορά του εναγομένου αντίθετη στα χρηστά ήθη, υπό την προαναφερόμενη έννοια, δηλαδή όταν δεν εκτίθεται στην αγωγή ότι ο εναγόμενος εντολέας ενήργησε δολίως προς βλάβη του ενάγοντος δικηγόρου, ήτοι ότι είχε την πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, να προκαλέσει ζημία σε αυτόν [βλ. ΕφΙωανν (Μον) 245/2018 σε ΝΟΜΟΣ].
Εν κατακλείδι, σε σχέση με άπαντα τα ανωτέρω εκτεθέντα στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης, αξίζει να ειπωθεί ότι η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή, σε σύγκριση με αυτά που απαιτούνται από τον νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (βλ. ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006). Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (βλ. ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής (βλ. ΑΠ 963/2006). Αμφότερες, δε, ελέγχονται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (βλ. ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 874/1996, 1452/2007). Για να ιδρύεται, όμως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (βλ. ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (βλ. ΑΠ 979/2014).
Ανδρέας Ματσακάς
LL.M. Ποινικών Επιστημών
Advanced LL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
E-mail: info@efotopoulou.gr
[1] Για τη συμφωνία περί εργολαβίας δίκης, βλ. το άρθρο 60 («Εργολαβικό δίκης») του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), κατά το οποίο «1. Επιτρέπεται η κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας η οποία εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, όπως επίσης και συμφωνία με την οποία εκχωρείται ή μεταβιβάζεται μέρος του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας ως αμοιβή (εργολαβικό δίκης). (…) 2. Η συμφωνία βάσει της οποίας εξαρτάται η αμοιβή του δικηγόρου από την έκβαση της δίκης και η οποία αναφέρεται σε υποθέσεις από ζημίες αυτοκινήτων, απαλλοτριώσεις ή σε μισθούς, ημερομίσθια, πρόσθετες αμοιβές για υπερωρίες, εργασία νυκτερινή ή σε Κυριακές ή εορτές, δώρα, αντίτιμο για άδεια ή επίδομα αδείας, αποζημίωση για καταγγελία της σύμβασης εργασίας και γενικά σε απαιτήσεις που ανάγονται σε εργασιακή σύμβαση υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών ή σε αποδοχές γενικά μονίμων δημοσίων υπαλλήλων ή υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.(…) καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται στο Δικηγορικό Σύλλογο του οποίου είναι μέλος ο δικηγόρος, οποτεδήποτε και σε κάθε περίπτωση πριν από την άσκηση ή ικανοποίηση της οποιασδήποτε αξίωσης του δικηγόρου κατά του εντολέα. Η γνωστοποίηση γίνεται με προσκόμιση δύο πρωτοτύπων, συντάσσεται δε πράξη κάτω από το ένα πρωτότυπο, το οποίο παραλαμβάνει ο δικηγόρος. Το άλλο πρωτότυπο παραμένει στα αρχεία του Συλλόγου και καταχωρείται αμέσως σε εδικό βιβλίο. 3. Η αναγγελία της εκχώρησης του τμήματος της απαίτησης για την κάλυψη της αμοιβής του δικηγόρου γίνεται με κοινοποίηση του σχετικού συμφωνητικού στον οφειλέτη, οποτεδήποτε πριν από την πληρωμή της απαίτησης. (…) Σε κάθε περίπτωση, η γνωστοποίηση του εκχωρητικού εγγράφου γίνεται και στην αρμόδια για τη φορολόγηση του δικηγόρου Δημόσια Υπηρεσία. (…) 4. Η παραπάνω συμφωνία, που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, ισχύει μόνο όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς να λάβει κάποια αμοιβή σε περίπτωση αποτυχίας, ο ίδιος ή ο συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατός του. Τυχόν συμφωνία των μερών για την καταβολή εξόδων δεν ανατρέπει την ισχύ του εργολαβικού δίκης. (…)». Παρατηρητέον, εξ άλλου, ότι ως επιτυχής έκβαση της δίκης ή της εξώδικης εργασίας του δικηγόρου, άρα και ως πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελεί η απαίτηση του δικηγόρου για την αμοιβή του, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς [βλ. ΑΠ 399/2015 σε ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1909/2008 σε ΕλλΔνη 2010.700,718, ΑΠ 589/2007 σε ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1513/2006 σε ΕλλΔνη 2006.1384, ΑΠ 1116/2000 σε ΝοΒ 2001.1462, ΕφΙωανν (Μον) 245/2018 σε ΝΟΜΟΣ]. Κατά το άρθρο 60 παρ. 5 του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), δε, «5. Σε περίπτωση αμφιβολίας, για το αν η υπόθεση έχει θετική έκβαση σύμφωνα με τα παραπάνω, αποφαίνεται, μετά από αίτηση του εντολέα ή του δικηγόρου, το Συμβούλιο του Συλλόγου στον οποίο ανήκει ο δικηγόρος».