Τιτλοποίηση απαιτήσεων – Η καταχώριση της σύμβασης μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων στο ενεχυροφυλακείο επέχει θέση αναγγελίας – Ανάθεση της διαχείρισης αυτών σε διαφορετικό πρόσωπο σε σύγκριση με τον εκδοχέα – Εξουσίες Διαχειριστή
Σύμφωνα με το άρθ. 455 ΑΚ εκχώρηση είναι η μεταβίβαση της απαίτησης του δανειστή σε νέο δικαιούχο μέσω συμβάσεως μεταξύ τους χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτό, μεταβιβάζεται η απαίτηση και μεταβάλλεται το πρόσωπο του δανειστή και όχι η φύση και τα χαρακτηριστικά της απαίτησης. Ο νέος δανειστής (εκδοχέας) ως ειδικός διάδοχος εισέρχεται στα δικαιώματα και στη θέση γενικότερα του παλαιού δανειστή, όπως αν η απαίτηση θεμελιωνόταν ευθύς εξαρχής με δανειστή αυτόν. Συνεπώς, ο εκχωρητής δεν νομιμοποιείται παθητικά στη διαδικασία, αλλά διάδικος θα γίνει με επίδοση της αίτησης ο εκδοχέας.
Η εκχώρηση σε νέο δανειστή μπορεί να γίνει και με διατήρηση του δικαιώματος είσπραξης από τον εκχωρητή ή με συμφωνία εξουσίας διαχείρισης και είσπραξης της απαίτησης από διαφορετικό πρόσωπο σε σύγκριση με τον εκδοχέα, οπότε ο δανειστής είναι διαφορετικό πρόσωπο από το πρόσωπο που έχει εξουσιοδοτηθεί να διαχειρίζεται το χρέος και να εισπράττει τις εξοφλήσεις. Τέτοιο είδος εκχώρησης είναι και η τιτλοποίηση απαιτήσεων κατά το άρθρο 10 Ν. 3156/2003. Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρείας προς μια άλλη εταιρεία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου που η λήπτρια εταιρεία εκδίδει για το σκοπό αυτό. Οι απαιτήσεις που μεταβιβάζονται με σκοπό την τιτλοποίηση μπορεί να είναι απαιτήσεις κατά οποιουδήποτε τρίτου ακόμη και των καταναλωτών υφιστάμενες ή μελλοντικές, εφόσον αυτές προσδιορίζονται ή είναι δυνατόν να προσδιοριστούν με οποιονδήποτε τρόπο (βλ. παρ. 6 του άρθρου 10 του ως άνω νόμου). Έτι περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 10 παρ. 8 του Ν. 3156/2003, η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το αρ. 3 του Ν. 2844/2000, οπότε και επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων. Η ανωτέρω καταχώρηση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161337/2003 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως ενεχυροφυλακεία, δε, έως την ίδρυσή τους με π.δ. ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Η καταχώρηση της μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000, επέχει κατά νόμο θέση αναγγελίας. Πρόκειται δηλαδή για πλασματική αναγγελία, ανεξαρτήτως αν ο οφειλέτης λαμβάνει ή όχι πραγματική γνώση της μεταβολής του προσώπου του πιστωτή, μη έχουσας εν προκειμένω πεδίο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 460 Α.Κ., διότι ο Ν. 3156/2003 περιέχει τις προμνησθείσες ειδικότερες διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 10, που αποκλείουν ως γενικότερες τις διατάξεις του Α.Κ., όπως και αυτή του άρθρου 460 Α.Κ., όταν αυτές αντίκεινται στις διατάξεις του Ν. 3156/2003, κατά τη ρητή διατύπωση της παρ. 6 του άρθρου 10 του νόμου αυτού (ΜΠρΡοδ 4/2016, ΜΠρΑθ 2391/2011, ΕιρΚορινθ 106/2016, ΕιρΠατρ 171/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΚρωπ 512/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Έτι περαιτέρω, με βάση το άρθρο 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003 προβλέπεται ότι: «Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων, είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με τον διαχειριστή». Επιπλέον, στην παρ. 16 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι: «Στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 της έδρας του μεταβιβάζοντος σημειώνεται η σύμφωνα με την παράγρ. 14 ανάθεση της διαχείρισης και κάθε σχετική μεταβολή».
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στην περίπτωση που ο εκδοχέας, είναι εταιρεία εδρεύουσα εκτός Ελλάδας, και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τότε, εφόσον η διαχείριση των απαιτήσεων ανατεθεί σε τρίτα (φυσικά ή νομικά) πρόσωπα, τα τελευταία πρέπει υποχρεωτικά να έχουν κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα. Μάλιστα τόσο η ανάθεση της διαχείρισης όσο και κάθε μεταβολή σχετική μ’ αυτήν, είναι τυπικές, ώστε να χρειάζεται σημείωσή τους στο οικείο δημόσιο βιβλίο του ενεχυροφυλακείου (βλ. ΜΠρΑθ 6310/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔυτΜακ 63/2013 Αρμ 2014.489).
Προσέτι, δέον όπως επισημανθεί ότι ο διαχειριστής δεν αποκτά ο ίδιος την απαίτηση, αλλά απλώς δικαιούται να την ασκήσει, όπως φερ’ ειπείν, μόνο να την εισπράξει. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, γίνεται δεκτό ότι ο οφειλέτης έχει δικαίωμα και μετά την κατά τα ως άνω εξουσιοδότηση να καταβάλει όχι στον διαχειριστή (εξουσιοδοτούμενο), αλλά στο δανειστή (εξουσιοδοτήσαντα). Ο διαχειριστής (εκχωρητής ή τρίτος) ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος του εκδοχέα και επ’ ονόματι και για λογαριασμό του τελευταίου αυτού, όχι δε στο δικό του όνομα, ούτε και για δικό του λογαριασμό (άρθρο 211 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 417 ΑΚ). Υποκείμενο των διά των ενεργειών του αντιπροσώπου-διαχειριστή δημιουργούμενων σχέσεων είναι ο αντιπροσωπευόμενος-εκδοχέας, ο οποίος και μόνο νομιμοποιείται να ενάγει και να ενάγεται (βλ. σχετ. ΕιρΧαν 767/2017 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ως άνω λύση εναρμονίζεται πλήρως και προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 15 του Ν. 3156/2003, η οποία καθιερώνει την υποχρέωση του διαχειριστή να καταθέτει, αμέσως με την είσπραξή τους, το προϊόν των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, σε χωριστή έντοκη κατάθεση που τηρείται στον ίδιο, εφόσον είναι πιστωτικό ίδρυμα, διαφορετικά σε πιστωτικό ίδρυμα που δραστηριοποιείται στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό χώρο, με την μνεία στην κατάθεση ότι αυτή αποτελεί χωριστή περιουσία διακριτή από την περιούσια του διαχειριστή και του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο κατατίθεται (ΕφΑθ 9544/1998 ΕΕμπΔ 1999. 773, ΜΠρΑθ 6310/2015 ό.π., ΕιρΠειρ 163/2012 ΕφΑΔ 2012. 975).
Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος
email: info@efotopoulou.gr