Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Το έγκλημα της εκθέσεως – άρθρο 306 νέου ΠΚ

Κατά το άρθρο 306 παρ.1 του Π Κ, όπως ισχύει από 1-7-2019, “όποιος εκθέτει άλλον και έτσι τον καθιστά αβοήθητο, καθώς και όποιος αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο που το έχει στην προστασία του ή που έχει την υποχρέωση να το διατρέφει και να το περιθάλπει ή να το μεταφέρει ή ένα πρόσωπο που ο ίδιος το τραυμάτισε υπαίτια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου “αν η πράξη προκάλεσε στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών”.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία τυγχάνει ευμενέστερη της αντίστοιχης [που προέβλεπε κάθειρξη έως δέκα ετών] διάταξης του προισχύσαντος Π.Κ, εφ`όσον το εν λόγω έγκλημα έχει πλέον τον χαρακτήρα πλημμελήματος, προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκθέσεως, το οποίο είναι έγκλημα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως τελείται με δύο τρόπους και ειδικότερα, είτε με την έκθεση άλλου, έτσι ώστε να καταστεί αβοήθητος [έκθεση εν στενή έννοια], είτε με την άφεση αβοήθητου του προσώπου που βρίσκεται υπό την προστασία κλπ του δράστη. Η έννοια των φράσεων του νόμου “καθιστά αβοήθητο” είναι ότι και στις δύο αυτές περιπτώσεις δημιουργείται κατάσταση “ενδεχόμενου” κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του παθόντος ή επιτάσεως του επισυμβάντος κινδύνου.

Ειδικότερα, ο πρώτος τρόπος τελέσεως του εγκλήματος της εκθέσεως, υπάρχει όταν με μια θετική ενέργεια [ή παράλειψη] του δράστη, το θύμα μεταφέρεται από μία σχετικώς ασφαλή θέση σε μία άλλη ανασφαλή και έτσι εκτίθεται σε κίνδυνο ή ζωή ή η υγεία του. Η αβοήθητη θέση στην οποία περιάγεται το θύμα, πρέπει να είναι τέτοια, που να μην μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του και να αναμένεται με ασφάλεια ή έστω μεγάλη πιθανότητα βοήθεια απ`έξω για την αποτροπή του κινδύνου.

Το έγκλημα της εκθέσεως, ως έγκλημα ενεργείας, μπορεί να τελεσθεί και με παράλειψη [άρθρο 15 ΠΚ] αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε ενέργεια για την αποτροπή του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει από το νόμο, σύμβαση ή από προηγούμενη επικίνδυνη ενέργεια του υπαιτίου [άρθρο 15 ΠΚ].

Ο δεύτερος δε τρόπος πραγματώσεως του εγκλήματος [η άφεση του θύματος αβοήθητου], ως έγκλημα γνήσιο παραλείψεως, διαρκές και ουσιαστικό [αφού το αποτέλεσμα είναι η διακινδύνευση αυτού], συντελείται, όταν ο δράστης αφήνει αβοήθητο πρόσωπο, δηλαδή δεν παύει ή δεν εξουδετερώνει τον κίνδυνο που ήδη απειλεί τη ζωή ή την υγεία του προσώπου που έχει υπό την προστασία του ή έχει την υποχρέωση διατροφής ή περίθαλψης ή μεταφοράς του. Σε αντίθεση με την έκθεση εν στενή έννοια, εδώ το θύμα βρίσκεται ήδη σε κατάσταση κινδύνου, χωρίς και πάλι να είναι πιθανή από αλλού η βοήθειά του. Για την πραγμάτωση του δεύτερου αυτού τρόπου τελέσεως του εγκλήματος της εκθέσεως δεν είναι απαραίτητο να εγκαταλειφθεί, με την έννοια του τοπικού χωρισμού, το θύμα αβοήθητο, αλλ` αρκεί να αφεθεί τούτο αβοήθητο.

Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκθέσεως απαιτείται να έχει ο δράστης δόλο, έστω και ενδεχόμενο, να προβλέπει, δηλαδή, ως ενδεχόμενο και να αποδέχεται τον κίνδυνο ή και την επίταση του ήδη υπάρχοντος κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του θύματος και όχι το θάνατο ή τη σωματική του βλάβη, γιατί, αν συμβαίνει το δεύτερο, τότε δεν υπάρχει το έγκλημα της εκθέσεως αλλά το έγκλημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης [ΑΠ 1503/2002]. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 27 παρ.1 του Π.Κ “με δόλο [με πρόθεση] πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται.

Κατά τον προσδιορισμό της μορφής αυτής υπαιτιότητας, ο Ποινικός Κώδικας ακολούθησε τη θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας, σύμφωνα με την οποία προς ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου πρέπει να διακριβωθεί, το μεν, ότι ο δράστης προέβλεψε, ως δυνατό, το εγκληματικό αποτέλεσμα, εξαιτίας της πράξης του ή της παράλειψής του, το δε, ότι το αποδέχθηκε. Η συνδρομή, όμως, του στοιχείου της αποδοχής είναι ζήτημα απόδειξης και δεν προκαθορίζεται από το βαθμό της πιθανότητας, με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε από τη διαπίστωση ότι ο δράστης, μολονότι προείδε τούτο ως δυνατό, προχώρησε στην πράξη του ή αναδέχθηκε την παράλειψή του, δίχως, να λάβει υπόψη του μία τέτοια προειδοποίηση, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η έννοια του δόλου, είτε άμεσου, είτε ενδεχόμενου συντίθεται από το γνωστικό και το βουλητικό στοιχείο του προβλεφθέντοςεγκληματικού αποτελέσματος και τα εν λόγω δύο στοιχεία είναι ισότιμα και στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους, οπότε και δεν αρκεί μόνο η γνώση του υψηλού κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος από τυχόν πράξεις ή παραλείψεις του δράστη, για να μεταβάλλει σε ενδεχόμενο δόλο μια βαριά ή ελαφρά, αδιάφορο, παραβίαση του οικείου καθήκοντος επιμέλειας, αλλά προσαπαιτείται και η διαπίστωση, ότι ο υπαίτιος, κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή της πράξης ή της παράλειψής του δεν απώθησε από τη συνείδησή του την παράσταση του εκ των ενεργειών αυτών προβλεφθέντος, ως δυνατόν να επέλθει, εγκληματικού αποτελέσματος και εντεύθεν το επιδοκίμασε [ΑΠ 65/2007, ΑΠ 1926/2004].

[ΑΠ 263/2020, 1759/2019]

Αγγελική Λιγοψυχάκη, ασκ. δικηγόρος

Email: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί