Το έγκλημα της υφαίρεσης (378 ΠΚ)
Το άρθρο 378 ΠΚ ορίζει ότι «Κλοπή ή υπεξαίρεση που έγινε: α) μεταξύ συγγενών και αγχιστέων σε ευθεία γραμμή, θετών γονέων και θετών τέκνων, συζύγων και μνηστευμένων, αδελφών καθώς και των συζύγων και των μνηστήρων τους∙ β) από σύζυγο στην περιουσία που άφησε ο σύζυγός του∙ γ) εναντίον επιτρόπου ή επιμελητή του υπαιτίου, καθώς επίσης και σε βάρος προσώπου με το οποίο ο υπαίτιος ή συμμέτοχος διατελεί σε σχέση εξάρτησης ή ζει στο ίδιο σπίτι, διώκεται μόνο ύστερα από έγκληση».
Αναφορικά με τη δικαιολογητική βάση της ανωτέρω διάταξης, γίνεται δεκτό[1] ότι το εισαγόμενο δι’ αυτής προνόμιο έχει τεθεί προς το σκοπό προστασίας της οικογένειας και της οικιακής ειρήνης, και ειδικότερα, αποτροπής της αυτεπάγγελτης επέμβασης της πολιτείας στις οικογενειακές σχέσεις, επέμβαση που μπορεί να είναι όχι μόνο βλαπτική αλλά και άσκοπη, στο μέτρο που οι εν λόγω περιπτώσεις αποτελούν ουσιαστικά κατάχρηση της κοινότητας του βίου σχετικά με τη χρήση και την ανάλωση της περιουσίας, οπότε μόνον τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα μπορούν να κρίνουν τόσο το εναρκτήριο σημείο της κατάχρησης όσο και τη δυνατότητα ανοχής αυτής. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μια «κοινωνική σχέση εγγύτητας» στην οποία το ποινικό δίκαιο πρέπει να επεμβαίνει όσο το δυνατόν λιγότερο.
Το άρθρο 378 ΠΚ αποτελεί συμπληρωματικό κυρωτικό ποινικό κανόνα που μετατρέπει τα αντίστοιχα εγκλήματα της κλοπής (372, 374 ΠΚ) και της υπεξαίρεσης (375 ΠΚ) σε μη γνήσια ιδιαίτερα εγκλήματα, εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο του δράστη οι τυποποιημένες στο νόμο ιδιότητες, χωρίς να μεταβάλλει κατά τα λοιπά τους σχετικούς κυρωτικούς ποινικούς κανόνες, όπερ σημαίνει ότι οι τυποποιημένες στο εν λόγω άρθρο ιδιότητες που πρέπει να έχει ο δράστης για να υπαχθεί στην περί ης ο λόγος ρύθμιση αποτελούν μεν στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του αντίστοιχου εγκλήματος της κλοπής ή της υπεξαίρεσης, κατά τα λοιπά όμως θα πρέπει να συντρέχουν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της κλοπής ή της υπεξαίρεσης.
Η σχέση που θεμελιώνει το προνόμιο πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης. Αν κατά το χρόνο αυτό η σχέση ελλείπει, η πράξη διώκεται αυτεπαγγέλτως, έστω και αν είχε υπάρξει στο παρελθόν ή επισυνέβη. Αλλά και αντίστροφα, επιγενόμενη κατάλυση της σχέσης δεν επηρεάζει την κατ’ έγκληση δίωξη. Περαιτέρω, η ύπαρξη συγγένειας προϋποθέτει ότι οι συγγενείς βρίσκονται εν ζωή. Μετά το θάνατο του συγγενούς, η σχέση παύει να υφίσταται. Έτσι, για την ύπαρξη δεσμού αγχιστείας, θα πρέπει το συνδέον πρόσωπο να βρίσκεται στη ζωή κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης. Συνεπώς, θα πρέπει εδώ ο γάμος που δημιουργεί τη συγγένεια να μην έχει λυθεί (έστω και με θάνατο), κατ’ απόκλιση από τον κανόνα του αστικού δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο η αγχιστεία διατηρείται και μετά τη λύση του γάμου. Η μνηστεία πρέπει, ομοίως, να υφίσταται κατά το χρόνο της πράξης. Αν η πράξη τελεστεί μετά τη λύση της μνηστείας, στοιχειοθετείται το βασικό έγκλημα[2]. Ωστόσο, η διάσταση των συζύγων δεν αίρει το προνόμιο, αφού ο γάμος εξακολουθεί να υπάρχει[3]. Επίσης, πρέπει ο γάμος να είναι υποστατός.
Ειδικά όσον αφορά τα προβλεπόμενα στην περ. γ΄, ως «εξάρτηση» νοείται η οικογενειακής ή οικιακής φύσεως (λ.χ. ανάμεσα σε απώτερους συγγενείς που μένουν μαζί ή σε κυρίους και οικόσιτους υπηρέτες). Αντιθέτως, δεν περιλαμβάνεται η οικονομική ή εργασιακή εξάρτηση (λ.χ. ανάμεσα στον εργαζόμενο σ’ ένα εργοστάσιο και τον εργοδότη του)[4]. Περαιτέρω, ως «διαβίωση» ή «ενδιαίτηση» στο ίδιο σπίτι («διαιτάται εν τω αυτώ οίκω» η πρωτότυπη διατύπωση) νοείται εκείνη που αφενός έχει μία διάρκεια, η οποία δεν περιορίζεται στο πλαίσιο της προσωρινής φιλοξενίας, αδιαφόρως του αν υπάρχει κάποιος συγγενικός δεσμός μεταξύ των συνοικούντων, αφετέρου δε είναι οικειοθελής, ήτοι στηριζόμενη στην ελεύθερη και άνευ ελαττωμάτων βούληση των μερών για συμβίωση κάποιας διάρκειας με τις κοινωνικές δεσμεύσεις (δικαιώματα και υποχρεώσεις) που κατά την κοινή πείρα απορρέουν απ’ αυτήν. Έτσι, η διάταξη αυτή καλύπτει περιπτώσεις συμβίωσης που προσομοιάζει με γάμο, κοινής διαβίωσης σε μοναστήρι ή σε οίκο ευγηρίας (εφόσον είναι οικειοθελής), φοίτησης σε εσωτερικό σχολείο κ.λπ.. Αντιθέτως, δεν καταλαμβάνει περιπτώσεις καταναγκαστικής συμβίωσης βάσει κανόνων δημοσίου δικαίου (λ.χ. φυλακή, στρατώνας, στρατόπεδο προσφύγων), περιπτώσεις μη οικειοθελούς συμβίωσης εξ άλλης ανάγκης (εισαγωγή σε νοσοκομείο, ταξίδι σε κοινή καμπίνα πλοίου με πλείονες κουκέτες, ξενοδοχείο, φοιτητική εστία), περιπτώσεις όπου ο παθών αδυνατεί να σχηματίσει βούληση συγκατοίκησης (π.χ. επί νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών του[5]) ή περιπτώσεις απλής περιοδικής συμβίωσης χωρίς ανάπτυξη στενού ηθικού συνδέσμου. Επίσης, έχει κριθεί ότι η απλή ερωτική σχέση χωρίς συμβίωση δε θεμελιώνει τη σχέση που προϋποθέτει η υφαίρεση και, έτσι, δε χωρεί εφαρμογή του προνομίου της κατ’ έγκληση δίωξης[6].
Το κατοχυρούμενο στην ως άνω διάταξη προνόμιο συνίσταται μόνο στην κατ’ έγκληση δίωξη. Αν αυτή υποβληθεί, επιβάλλεται η προβλεπόμενη από το οικείο έγκλημα ποινή. Του νόμου μη διακρίνοντος, έγκληση απαιτείται σε κάθε περίπτωση κλοπής ή υπεξαίρεσης, όταν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 378 ΠΚ, και μάλιστα όχι μόνο όταν το αντικείμενό τους είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αλλά ακόμη και επί κακουργηματικής κλοπής ή υπεξαίρεσης[7]. Πάντως, υφαίρεση δε δύναται να συνιστά η ληστεία ή η ληστρική κλοπή, καθότι στα εν λόγω εγκλήματα το στοιχείο της παράνομης βίας δεν επιτρέπει να εξαρτηθεί η δίωξη της πράξης από την προαίρεση των μελών της οικογενείας.
Σημειωτέον ότι το ερειδόμενο στο άρθρο 378 ΠΚ προνόμιο υφίσταται μόνο υπέρ του αυτουργού και όχι υπέρ του συμμετόχου, εξαιρουμένης της περίπτωσης γ΄, όπου ο συμμέτοχος αναφέρεται ρητά. Η παραίτηση από την έγκληση (ρητή ή σιωπηρή που τεκμαίρεται από την πάροδο άπρακτης της τρίμηνης προθεσμίας) ή η ανάκληση της έγκλησης, σύμφωνα με τα άρθρα 117 και 120 ΠΚ, είναι λόγοι που εξαλείφουν το αξιόποινο της πράξης. Επομένως, ωφελούν μόνο εκείνον το συμμέτοχο στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ. 2 ΠΚ[8].
Σε περίπτωση που ο κύριος διαφέρει από τον κάτοχο, η πράξη διώκεται κατ’ έγκληση, μόνο όταν η προνομιακή σχέση υφίσταται έναντι αμφοτέρων, διότι προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι τόσο η κυριότητα όσο και η κατοχή. Σε περίπτωση όμως συγκατοχής, γίνεται η ακόλουθη διάκριση: Έγκληση απαιτείται μόνο αν το πρόσωπο, με το οποίο υφίσταται η αναφερόμενη στο νόμο σχέση, έχει υπέρτερη συγκατοχή, ενώ αν έχει ισοδύναμη με τον τρίτο ως προς τον οποίο δεν υφίσταται σχέση ή υποδεέστερη, η πράξη διώκεται αυτεπαγγέλτως. Το αυτό ισχύει και σε περίπτωση συγκυριότητας.
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. Α. Χαραλαμπάκη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος Δεύτερος (Άρθρα 235-473), 2η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2014, σελ. 3105 επ. (υπό άρθρο 378), Χ. Μυλωνόπουλο, Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας (άρθρα 372-406 Π.Κ.), Β΄ έκδοση, Δίκαιο & Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 119 επ..
[2] Βλ. ΑΠ 1829/1988, ΠοινΧρ ΛΘ΄, σελ. 617, ΑΠ 1653/1982, ΠοινΧρ ΛΓ΄, σελ. 606.
[3] Βλ. ΑΠ 725/1979, ΠοινΧρ 1979, σελ. 804, ΣυμβΔιαρκΣτρΛαρ 201/1991, Υπερ 1992, σελ. 662.
[4] Βλ. ΑΠ 279/1960, ΠοινΧρ 1961, σελ. 80 με σύμφ. σχόλιο Μαγκάκη, ΑΠ 87/1971, ΠοινΧρ ΚΑ΄, σελ. 320.
[5] Βλ. ΑΠ 1080/1995, ΠοινΧρ ΜΣΤ΄, σελ. 203.
[6] Βλ. ΑΠ 1012/1982, ΠοινΧρ ΛΔ΄, σελ. 492.
[7] Βλ. ΑΠ 1217/2004, ΠοινΛογ 2004, σελ. 1519, ΑΠ 1080/1995, ΠοινΧρ ΜΣΤ΄, σελ. 203, ΑΠ 1732/1990, ΠοινΧρ ΜΑ΄, σελ. 730.
[8] Βλ. ΑΠ 507/1973, ΠοινΧρ ΚΓ΄, σελ. 632, ΕφΝαυπλ 4/1995, ΠοινΧρ ΜΣΤ΄ με σύμφ. πρότ. Αντεισ. Φ. Μακρή.