Το «παράνομο» της προσβολής της προσωπικότητας: πότε η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου θεωρείται παράνομη; Ο δικαιολογητικός λόγος θέσπισης της κατ’ άρθρο ΑΚ 932 χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου ΑΚ 57, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 59 του ίδιου Κώδικα, στις περιπτώσεις των δυο προηγούμενων άρθρων (άρα και του ΑΚ 57), το Δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο στην ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του τελευταίου. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Εξάλλου, προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επέμβασης στη σωματική, ψυχική, πνευματική ή κοινωνική σφαίρα αυτής από τρίτο, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα έννομα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου και συνιστούν συντελεστές και προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας και της ατομικότητάς του, ως αυθύπαρκτου προσώπου (τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι -μεταξύ άλλων- η τιμή, δηλαδή η κοινωνικοηθική αξία και υπόληψη κάθε ανθρώπου, όπως αυτές αντικατοπτρίζονται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου, βλ. ΑΠ 97/2018 και ΠΠΡΑΘ 217/2017, ΤΝΠ Νόμος), ενώ η ηθική βλάβη συνίσταται στον αντίκτυπο στην ηθική, ψυχική ή σωματική συγκρότηση του προσώπου -συνεπεία προσβολής οποιουδήποτε δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος ή μη περιουσιακού αγαθού απ’ αυτά που απαριθμούνται ενδεικτικά στη διάταξη του άρθρου ΑΚ 932 εδ. β’- νοούμενη (ενν. η ηθική, ψυχική ή σωματική συγκρότηση του προσώπου) ως συνισταμένη του πλέγματος των σύγχρονων κοινωνικών και ηθικών αξιών, για την οποία ο νόμος θεσπίζει υπέρ του δικαιούχου το δικαίωμα προς παροχή -υπολογιζόμενη κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστή- χωρίς να δίνει καμία νύξη αντικειμενικής αντιστοιχίας μεταξύ είδους προσβολής και ψυχικού αντίκτυπου. Κατά τη νομολογία, πρόκειται για τη μη περιουσιακή βλάβη που επέρχεται στην ηθική, πνευματική ή σωματική συγκρότηση του παθόντος (βλ. ΟλΑΠ 444/1964 ΝοΒ 12, 1075, ΑΠ 335/1965 ΝοΒ 14, 228).
Προσέτι, γίνεται νομολογιακά δεκτό ότι δικαιολογητικός λόγος θέσπισης της κατ’ άρθρο ΑΚ 932 χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι είναι η ηθική παρηγοριά και η ψυχική ανακούφιση του προσβληθέντος από τη λύπη, τη στεναχώρια ή τον πόνο που του προκάλεσε η προσβολή ενός αγαθού μη αποτιμητού σε χρήμα -όπως είναι και το αγαθό της προσωπικότητας- αλλά και οποιουδήποτε άλλου αγαθού, το οποίο, εκτός από την περιουσιακή του αξία, έχει για το δικαιούχο και ιδιαίτερη ψυχολογική αξία (ΟλΑΠ 519/1977 ΝοΒ 26, 182, ΑΠ 800/1978 ΝοΒ 27, 724, ΑΠ 555/1974 ΝοΒ 23/144, ΑΠ 37/1967 ΝοΒ 15, 655, ΕΦΑΘ 853/1975 ΝοΒ 23, 357), και, συνεπώς, η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αποσκοπεί προεχόντως στην αποκατάσταση του τρωθέντος αισθήματος δικαίου, μέσω της παροχής προς τον προσβληθέντα των απαραίτητων εκείνων οικονομικών μέσων, που είναι σε κάποιο βαθμό ικανά να συντελέσουν στην άρση των ηθικών συνεπειών της προσβολής.
Προκειμένου να επιδικαστεί στον προσβαλλόμενο -εις το έννομο αγαθό της προσωπικότητάς του- χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά τα ως άνω άρθρα, δεν αρκεί η απλή προσβολή κάποιου από τα αγαθά που συναποτελούν το περιεχόμενο του δικαιώματος επί της προσωπικότητας, αλλά πρέπει αυτή να είναι -επιπλέον- παράνομη (ΑΠ 849/1985 ΝοΒ 34, 836, ΑΠ 2058/1986 ΕΕΝ 1987, 755, ΑΠ 1308/1988 ΕΕΝ 1989, 663, ΑΠ 1696/1988 Ελλ Δ/νη 1990, σελ. 1415, ΑΠ 1508/1988 ΝοΒ 38, 63, ΕΦΑΘ 3352/1987 Ελλ Δ/νη 29 (1988), 163, ΜΠΡΑΘ 17115/1988 ΕλλΔ/νη 30, 1375).
Το παράνομο της προσβολής -κατά την κρατούσα στη νομική φιλολογία άποψη- δεν στοιχειοθετείται μόνο στην περίπτωση που υπάρχει διάταξη, η οποία απαγορεύει συγκεκριμένη -προσβλητική κάποιας έκφανσης της προσωπικότητας- πράξη, αλλά και όταν δεν υπάρχει τέτοια διάταξη, εφόσον η προσβολή αφορά σε εκδήλωση της προσωπικότητας άλλου ατόμου. Κατά την άποψη αυτή (βλ. Γαζή, Γεν. Αρχ. σελ. 33 επ., Παπαντωνίου, Γεν. Αρχ. σελ. 134, Σπυριδάκη, Γεν. Αρχ. σελ. 333, Σημαντήρα, Γεν. Αρχ. σελ. 382, Ιωάννη Καράκωστα, Περιβάλλον και αστικό δίκαιο, 1986, σελ. 47), από τη στιγμή που το δίκαιο αναγνωρίζει και προστατεύει το δικαίωμα του προσώπου επί της προσωπικότητάς του, οσάκις το ad hoc προσβληθέν έννομο αγαθό εμπίπτει στο ευρύτερο δικαίωμα επί της προσωπικότητας, αποτελεί δηλαδή στοιχείο αυτής, τότε είναι δεδομένος και ο παράνομος χαρακτήρας της επεμβάσεως, εκτός φυσικά αν υπάρχουν ad hoc γενικοί ή ειδικοί λόγοι που αίρουν τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής. Με άλλα λόγια, δεν είναι παράνομη μόνο η προσβολή εκείνη που αντίκειται σε συγκεκριμένες επιταγές ή απαγορεύσεις της έννομης τάξης, αλλά και εκείνη που θίγει αυτό καθαυτό το δικαίωμα επί της προσωπικότητας -που όπως προαναφέρθηκε αποτελεί αυτοτελές και αυθύπαρκτο προστατευτέο αγαθό- ή τις επιμέρους εκφάνσεις της. Επομένως, προσβολή παράνομη αγαθού αποτελούντος στοιχείο της προσωπικότητας υπάρχει οσάκις διαπιστώνεται από το δικαστή επέμβαση στην προσωπικότητα άλλου και η επέμβαση αυτή δεν επιτρέπεται ρητώς από καμία διάταξη νόμου, δεν συντρέχει δηλαδή κάποιος λόγος άρσης του παράνομου χαρακτήρα της επέμβασης / προσβολής αυτής. Κατά την άποψη αυτή -ότι παράνομη είναι κάθε επέμβαση στην προσωπικότητα άλλου, εφόσον δεν την επιτρέπει ο νόμος- δεν είναι ο προσβαλλόμενος / ενάγων εκείνος που βαρύνεται με την απόδειξη του παρανόμου της προσβολής, αλλά ο προσβολέας / εναγόμενος εκείνος που φέρει το βάρος απόδειξης της ad hoc συνδρομής τυχόν λόγου άρσης του παρανόμου (βλ. Στυλιανό Πατεράκη, Η Χρηματική Ικανοποίηση Λόγω Ηθικής Βλάβης, 2001, σελ. 124 επ., Παπαντωνίου, Γεν. Αρχ. σελ. 134, Τούση, Γεν. Αρχ. 1963, σελ. 236, ΕΦΑΘ 6805/1987 Ελλ. Δ/νη 1990, 1458).
Κατά μια άλλη, ωστόσο, αντίθετη άποψη, η προσβολή τότε μόνο είναι παράνομη, όταν αντίκειται σε απαγορεύσεις ή επιταγές της έννομης τάξης (βλ. ΑΠ 1508/1988 ΝοΒ 38, 63, ΕΑ 2149/1978 Αρμ. 1978, 786, ΕΦΑΘ 6338/1981 ΝοΒ 29, 1412). Κατά την άποψη αυτή, η προσβολή κάποιας έκφανσης της προσωπικότητας δεν είναι αφ’ εαυτής παράνομη, αλλά πρέπει να υπάρχει κάποια ad hoc διάταξη, η οποία να απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη αυτή, οπότε ο ενάγων είναι αυτός που πρέπει να αποδείξει το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης, ήτοι την ύπαρξη διάταξης νόμου που την απαγορεύει.
Τέλος, υπάρχει και η ενδιάμεση -πάγια στη νομολογία- άποψη που υποστηρίζει ότι η προσβολή είναι άνευ ετέρου παράνομη στην περίπτωση που η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο-συντελείται δηλαδή χωρίς δικαίωμα- και υπό προϋποθέσεις παράνομη, στις περιπτώσεις που η επέμβαση γίνεται μεν κατ’ ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο, όμως, είτε είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, η διακρίβωση της ύπαρξης (ή μη) προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και του παρανόμου χαρακτήρα αυτής εξαρτάται από τη συγκεκριμένη εκάστοτε αξιολογική στάθμιση μεταξύ των συγκρινόμενων – συγκρουόμενων και εξίσου προστατευτέων και προστατευόμενων εννόμων αγαθών και συμφερόντων, στην οποία προβαίνει το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και το εν γένει συμφέρον της ολότητας (βλ. ΑΠ 1897/2006, ΧρΙΔ 2007, 410, ΠΠΡΑΘ 6148/2013 ΤΝΠ Νόμος).
Μπενάκη Βικεντία – Άννα
Δικηγόρος Αθηνών
Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών
info@efotopoloulou.gr