Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Το ζήτημα επικουρικής σώρευσης περισσοτέρων βάσεων που θεμελιώνουν τον  κατ’ α. 1439 Α.Κ. ισχυρό κλονισμό των συζυγικών σχέσεων

Στα πλαίσια της πρώτης παραγράφου του άρθρου 1439 Α.Κ. ο ισχυρός κλονισμός του έγγαμου βίου και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε η εξακολούθηση της συμβίωσης να καθίσταται βάσιμα πλέον αφόρητη, ανάγεται σε θεμελιωτική του διαζυγίου βάση. Επειδή, όμως ο «ισχυρός κλονισμός» συνιστά αόριστη αξιολογική νομική έννοια, η οποία χρίζει διευκρινίσεως και εξειδικεύσεως για να οριοθετηθεί το πεδίο εφαρμογής και τα πραγματικά περιστατικά/ πραγματικές καταστάσεις που εμπίπτουν στο εννοιολογικό της περιεχόμενο, ενόψει των δεύτερης και τρίτης παραγράφων της ίδιας διάταξης θεσπίζονται ένα μαχητό και ένα αμάχητο αντιστοίχως τεκμήρια θεμελίωσής του (ισχυρού κλονισμού). Έτι ειδικότερα, δυνάμει της δεύτερης παραγράφου της ίδιας ως άνω διάταξης, η διγαμία ή μοιχεία, η εγκατάλειψη ή επιβουλή της ζωής, καθώς και η άσκηση ενδοοικογενειακής βίας από τον ένα σύζυγο εις  βάρους του άλλου, καθιερώνονται ως μαχητά τεκμήρια ισχυρού κλονισμού των συζυγικών σχέσεων, επί τη βάσει των οποίων ο τελευταίος (καθ ου η ενδοοικογενειακή βία κλπ) μπορεί να θεμελιώσει την αγωγή του με αίτημα τη λύση του γάμου. Στην τρίτη δε παράγραφο του ίδιου άρθρου, καθιερώνεται ως αμάχητο τεκμήριο ισχυρού κλονισμού η συνεχής επί δύο έτη διάσταση των συζύγων, για τη συμπλήρωση της οποίας ως κρίσιμο χρονικό σημείο καθορίζεται εκείνο του χρόνου συζήτησης της αγωγής διαζυγίου.

Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται ευκρινές ότι αρκετές φορές είναι εξαιρετικά πιθανό και λογικό, να συντρέχουν πλείονες της μιας θεμελιωτικές του ισχυρισμού κλονισμού των συζυγικών σχέσεων καταστάσεις, οι οποίες σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο του/της ενάγοντος/ουσας επικουρικά. Επί επικουρικής σώρευσης, λοιπόν, αναφύεται το ερώτημα εάν ο/η Δικαστής, ενώπιον του/της οποίου/ας άγεται προς κρίση και εκτίμηση η αγωγή διαζυγίου, δεσμεύεται ή όχι από την επιλογή του/της ενάγοντος/ουσας εν σχέσει με την κύρια και την επικουρική βάση, επί των οποίων θεμελιώνεται ο κατ’ α. 1439 Α.Κ. ισχυρός κλονισμός του έγγαμου βίου.

Για το ενδιαφέρον αυτό ζήτημα έχει υποστηριχθεί η άποψη, ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την ως άνω επικουρική σώρευση και με γνώμονα την αρχή της οικονομίας της δίκης δύναται να εξετάσει πρώτα τη θεμελίωση του ισχυρού κλονισμού του γάμου επί τη βάσει της προβλεπόμενης στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου συνεχούς διετούς διάστασης, ανεξάρτητα μάλιστα από το εάν αυτή προβάλλεται ως επικουρική βάση, και μόνο στην περίπτωση που δεν μπορεί να αποδειχθεί προχωράει στην εξέταση των υπολοίπων βάσεων. Η αιτιολογία αυτής της παραδοχής εντοπίζεται όπως προαναφέρθηκε στην οικονομία της δίκης, καθώς με τη διαπίστωση και αποδοχή της συνεχούς διετούς διάστασης επέρχεται άμεσα και ευχερώς η δια της αγωγής διαζυγίου σκοπούμενη διάπλαση, συνιστάμενη στη λύση του ισχυρώς κλονισθέντος γάμου, με την εξέταση και διερεύνηση των υπολοίπων σωρευθεισών βάσεων να καθίσταται αλυσιτελής. Συμπερασματικά, υπό το πρίσμα της προεκτεθείσας επιλογής, όχι μόνο εξασφαλίζεται η ταχύτερη διεξαγωγή και ολοκλήρωση της ανοιγείσας δίκης, αλλά πολύ περισσότερο αποφεύγεται η σφοδρότητα της αντιπαράθεσης μεταξύ των συζύγων.

Ωστόσο, για το ίδιο νομικό ζήτημα, έχει υποστηριχθεί και η αντίθετη άποψη, υπό την έποψη της οποίας οι πλείονες θεμελιωτικές του ισχυρισμού κλονισμού βάσεις υπόκεινται στην κατ’ α. 106 ΚΠολΔ αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, με αποτέλεσμα το εκάστοτε αρμόδιο Δικαστήριο να δεσμεύεται από την επιλογή του/της ενάγοντος/ουσας και να μην έχει τη δυνατότητα να εξετάσει πρώτα τη βάση της διετούς διάστασης, ακόμα δηλαδή και εάν η τελευταία σωρεύεται επικουρικά επί παραδείγματι με την άσκηση ενδοοικογενειακής βίας σε βάρος του/ης τελευταίου/ας. Ισχυρά ερείσματα της άποψης αυτής, η οποία κατά την γνώμη του γράφοντος τυγχάνει ορθότερη σε αντιπαραβολή με την προαναλυθείσα, αποτελούν αφενός το δεδομένο ότι δεν προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 4, παρ. 1  και 2, και 21, παρ. 1 του Συντάγματος η προτεραιότητα εξέτασης και παραδοχής της κατ’ α. 1439, παρ. 3 Α.Κ. διετούς διάστασης ως θεμελιωτικού του ισχυρού κλονισμού γεγονότος έναντι των υπολοίπων θεμελιωτικών βάσεων του ίδιου άρθρου, αφετέρου η απουσία ρητής σχετικής νομοθετικής πρόβλεψης, καθώς σε διαφορετική περίπτωση, ήτοι εάν πράγματι η μη δέσμευση του Δικαστηρίου από την ως άνω επικουρική σώρευση αποτελούσε επιλογή του έλληνα Νομοθέτη, αυτή θα είχε εκφραστεί και αποτυπωθεί ρητά, όπως αυτό συνέβη παραδείγματος χάριν με τον γάλλο Νομοθέτη στα πλαίσια του άρθρου 246 γαλλ Α.Κ..

Η δεύτερη επιλογή, έχοντας αποκτήσει σαφές έρεισμα στην πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου, όπως αυτό αναδεικνύεται δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1563/2002 ΑΠ (ΤΝΠ NOMOS) αποφάσεως: « […] Από τις διατάξεις αυτές, και σε συσχετισμό προς τις διατάξεις των΄αρθρων 4 παρ.1-2 και 21 παρ.1 του Συντάγματος, δεν συνάγεται ότι επί συρροής των ως άνω λόγων διαζυγίου ισχύει προτεραιότητα διερευνήσεως και παραδοχής του για τετραετή διάσταση λόγου διαζυγίου, δοθέντος μάλιστα και του ότι δεν αποκλείεται η παραδοχή του από την παρ.1 του άρθρου 1439 του ΑΚ λόγου να εξυπηρετεί ηθικό συμφέρον του ενάγοντος. […]», προκρίνεται ως ορθότερη και επί τη βάσει ακριβώς του ηθικού συμφέροντος του/ης ενάγοντος/ουσας.

Η ανωτέρω εκτεθείσα διχογνωμία ενδεχομένως καθίσταται άνευ αντικειμένου και πρακτικής σημασίας, από την στιγμή που στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, ο/η ενάγων/ουσα επικαλείται ως κύριο θεμελιωτικό του ισχυρισμού κλονισμού γεγονός το προβλεπόμενο στην τρίτη παράγραφο του άρθρου 1439 Α.Κ. αμάχητο τεκμήριο της διετούς διάστασης. Θα πρέπει όμως να υπογραμμισθεί και να αναλογιστεί κανείς σε αυτό το σημείο ότι η άσκηση ενδοοικογενειακής βίας για παράδειγμα, όχι μόνο αναφέρεται ρητά ως τεκμήριο ισχυρισμού κλονισμού του έγγαμου βίου, αλλά πολύ περισσότερο προηγείται της αναφοράς της διετούς διάστασης, γεγονός απολύτως λογικό και σύμφωνο τόσο προς τις ειδικές νομοθετικές προβλέψεις που άπτονται της ασκήσεως ενδοοικογενειακής βίας, όσο και προς τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη προστασία των συναφών εννόμων αγαθών. Πράγματι, η σπουδαιότητα και η σημασία που έχει η υιοθέτηση της μιας ή της άλλης άποψης διαφαίνεται ανάγλυφα στην περίπτωση, κατά την οποία ο ισχυρός κλονισμός της συμβίωσης θεμελιώνεται κυρίως στην άσκηση ενδοοικογενειακής βίας και επικουρικώς στη διετή διάσταση. Εάν, δηλαδή ακολουθηθεί η πρώτη άποψη το Δικαστήριο επί τη βάσει της αρχής της οικονομίας της δίκης θα εξετάσει πρώτα τη συνδρομή της διετούς διάστασης και με την παραδοχή της θα λύσει το γάμο για τον «τυπικό» αυτό λόγο, μολονότι στα πλαίσια αυτού έχουν σημειωθεί σοβαρά και αποδεδειγμένα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται ο σκοπός του/ης ενάγοντος/ουσας αναφορικά με τη λύση του γάμου, εξασφαλίζεται ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και επίλυση των διαφορών, η αιτιολογία όμως αυτή της δικαστικής αποφάσεως δεν παύει να συνιστά ουσιώδη προσβολή του ηθικού συμφέροντος, της τιμής και της υπόληψης του/ης αποδέκτη της ενδοοικογενειακής βίας, καθώς ο/η τελευταίος/α θα υφίστατο δευτερογενή «θυματοποίηση», αφ’ ης στιγμής στερείται το δικαίωμα ουσιαστικής δικαστικής ακροάσεως και επιπλέον λύεται ο γάμος του/ης, με το πρόσωπο που την/ον κακοποιούσε για τον τυπικό λόγο της διετούς διάστασης.

 

Ιωάννης Μπάλλιας, δικηγόρος Αθηνών

e-mail: info@efotopoulou.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί