Το ζήτημα της νομιμοποίησης του επικαρπωτή ως διαδίκου στη δίκη του άρθρου 17 παρ. 3 του ΚΠολΔ (σχέσεις μεταξύ οροφοκτητών ή οροφοδιαμερισμάτων και σχέσεις διαχειριστών και οροφοκτητών ή οροφοδιαμερισμάτων)
Αν η οριζόντια ιδιοκτησία ανήκει σε διαφορετικά πρόσωπα κατά ψιλή κυριότητα και επικαρπία, στη δίκη του άρθρου 17 παρ. 3 (πλέον) του ΚΠολΔ νομιμοποιούνταν κατά παλιότερη νομολογιακή άποψη ως διάδικος μόνο ο ψιλός κύριος κι όχι ο επικαρπωτής (ΕφΑθ 2204/1997, ΕΔΠ 1999, 16, ΕφΑθ 2667/1997, ΕλλΔνη 39, 195), ενώ κατά την κρατήσασα πλέον θέση της νομολογίας μας ως διάδικος νομιμοποιείται και ο επικαρπωτής (ΕφΠειρ 986/1998, ΕΔΠ 1999, 36). Έτσι επικράτησε η άποψη ότι ο επικαρπωτής διαμερίσματος, ως εξ ιδίου δικαιώματος φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εκ της οροφοκτησίας, περιλαμβάνεται στην κατ’ άρθρο 17 παρ. 2 (τότε αρίθμηση) του ΚΠολΔ έννοια του συνιδιοκτήτη και συνακόλουθα μπορεί να ενάγει ή να ενάγεται μόνος ή παράλληλα με το ψιλό κύριο, για διαφορές από τη σχέση της οριζόντιας ιδιοκτησίας (ΕφΑθ 2351/2002, ΕΔΠ 2002, 326, ΕφΘεσ 1668/2003, Αρμ 2003, 1597).
Ειδικότερα προς αυτή την κατεύθυνση, συνέβαλε η υπ’ αριθ. 8/2002 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ= ΕΔΠοΛ 2002, 6= ΝοΒ 2003/649= Δ 2002, 629, η οποία έδωσε τέλος στην ως άνω διάσταση της νομολογίας, αφού έκρινε σχετικά ότι: «[…]Στον κύριο ορόφου ή διαμερίσματος ανήκουν όλες οι εξουσίες που απορρέουν από την κυριότητα, μεταξύ των οποίων και εκείνη της μεταβολής ή προσθήκης στον όροφο ή στο διαμέρισμα του, αρκεί κατά την ενάσκηση αυτής να μην παραβλάπτει τη χρήση των άλλων ιδιοκτησιών και να μην μειώνει την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος. Στην έννοια της χρήσης από τους άλλους ιδιοκτήτες των κοινόχρηστων μερών περιλαμβάνεται και το δικαίωμά τους στην αισθητική και την αρχιτεκτονική μορφή των μερών αυτών. Δικαιούνται άρα να αντιταχθούν σε κάθε κατασκευή, προσθήκη ή διαρρύθμιση η οποία προσβάλλει την εμφάνιση της όλης οικοδομής, διότι στην περίπτωση αυτή παραβλάπτεται η χρήση των άλλων οροφοκτητών, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3741/1929. Προσβολή της χρήσης των άλλων ιδιοκτητών υπάρχει και όταν εξαιτίας προσθήκης ή διαρρύθμισης σε όροφο ή διαμέρισμα επιβαρύνεται η χρήση των λοιπών οριζόντιων ιδιοκτησιών. Κάθε ιδιοκτήτης, όταν προσβάλλονται οι εξουσίες του, οι οποίες απορρέουν είτε από τη χωριστή κυριότητά του επί του ορόφου ή διαμερίσματος είτε από τη συγκυριότητά του επί των κοινών μερών της οικοδομής, δικαιούται να αξιώνει την άρση της προσβολής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1173 ΑΚ “σε κάθε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος του επικαρπωτή, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την προστασία της κυριότητας”. Ο επικαρπωτής έχει επομένως, κατά το άρθρο 1173 ΑΚ, τα ίδια δικαιώματα και τις αυτές αγωγές από την οροφοκτησία που έχει ο κύριος ορόφου ή διαμερίσματος, εφόσον προσβάλλεται το δικαίωμά του. Η διάταξη του άρθρου 17 αριθ. 2 ΚΠολΔ και οι διατάξεις του ν.3741/1929, όταν χρησιμοποιούν τους όρους “ιδιοκτήτες” ή “συνιδιοκτήτες”, αναφέρονται στη συνήθη περίπτωση κατά την οποία η ψιλή κυριότητα είναι ενωμένη με την επικαρπία. Στις διατάξεις όμως αυτές περιλαμβάνεται και ο επικαρπωτής, του οποίου το δικαίωμα είναι εμπράγματο, όμοιας δε έκτασης κατά το περιεχόμενο προς εκείνο του ιδιοκτήτη (ΑΚ 1142), αφού η διάταξη του άρθρου 1173 ΑΚ αναγνωρίζει στον επικαρπωτή διαμερίσματος ή ορόφου τα δικαιώματα και τις ενοχικής φύσεως αξιώσεις εκ της οροφοκτησίας. Νομιμοποιείται άρα και αυτός να ενάγει και να ενάγεται στις κατά το άρθρο 17 παρ. 2 ΚΠολΔ διαφορές. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή δεν δημιουργεί προβλήματα ως προς τη νομιμοποίηση του ψιλού κυρίου και τη δικονομική του θέση σε σχέση προς τον επικαρπωτή, διότι κατά την άσκηση των εκ του ν. 3741/1929 αξιώσεων δεν υφίσταται μεταξύ αυτών δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας υπό την έννοια του άρθρου 76 παρ. 1 περίπτ. γ` του ΚΠολΔ, συνεπώς ο ψιλός κύριος και ο επικαρπωτής δεν έχουν υποχρέωση να εναγάγουν από κοινού. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, δηλαδή ότι ο επικαρπωτής διαμερίσματος ή ορόφου δεν περιλαμβάνεται στην κατά το άρθρο 17 αριθμ. 2 ΚΠολΔ ή κατά τις διατάξεις του ν. 3741/1929 έννοια του ιδιοκτήτη ή συνιδιοκτήτη και συνεπώς αυτός δεν μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του παραβλάπτοντος τη χρήση του ορόφου ή διαμερίσματός του ή των κοινόχρηστων μερών θα κατέληγε στο άτοπο: α) να έχει το δικαίωμα αυτό ο ψιλός κύριος αλλά να μην το έχει ο επικαρπωτής, ή να μην το έχει ούτε ο ψιλός κύριος ούτε ο επικαρπωτής, αλλά μόνο ο έχων την πλήρη κυριότητα, β) να προστατεύεται, ο έχων την επικαρπία οριζόντιας ιδιοκτησίας με την εκ του άρθρου 1108 ΑΚ αρνητική αγωγή, όχι όμως και με την αγωγή, με την οποία εισάγεται “διένεξη” από την οριζόντια ιδιοκτησία […]».
Να σημειωθεί, όμως, ότι τέσσερα (4) μέλη του ως άνω Δικαστηρίου, είχαν κατά την έκδοση της απόφασης την ακόλουθη γνώση, ότι: Από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 3741/1929 προκύπτει ότι η κατά τα πιο πάνω προστασία που παρέχεται με βάση αυτές απονέμεται μόνο στον κύριο χωριστής ιδιοκτησίας, του οποίου προσβάλλονται οι εξουσίες που απορρέουν από τις εν λόγω διατάξεις, όχι όμως και στον επικαρπωτή τέτοιας ιδιοκτησίας. Ο τελευταίος, και αν ακόμη προσβάλλεται το δικαίωμά του από ιδιοκτήτη οριζόντιας ιδιοκτησίας, δεν προστατεύεται έναντι τούτου με αγωγή από τη σχέση της οροφοκτησίας ούτε με βάση τη διάταξη του άρθρου 1173 ΑΚ. Και αυτό διότι η αγωγή που παρέχεται στον κύριο από τη σχέση της οροφοκτησίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνεται μεταξύ των αγωγών που μπορούν να ασκηθούν με βάση τη διάταξη αυτήν, αφού και δεν είναι από τις αγωγές με τις οποίες προστατεύεται αυτή η ίδια η κυριότητα (άρθρα 1094-1112), αλλά και η προστασία με μια τέτοια αγωγή δεν προσαρμόζεται προς το περιεχόμενο του δικαιώματος της επικαρπίας.
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος