Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ζητήματα ορισμένου της αγωγής επί εργατικών διαφορών

Για το ορισμένο της αγωγής, η οποία έχει ως αίτημα την καταβολή δεδουλευμένων μισθών ή άλλων παροχών που οφείλονται από την έγκυρη σύμβαση εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 648 ΑΚ (και τις ισχύουσες εκάστοτε κανονιστικές διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων), όπως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, αμοιβή για παρασχεθείσα υπερεργασία και νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή εργασία, απαραίτητα στοιχεία είναι η σύμβαση ή η σχέση εργασίας, ο χρόνος της καταρτίσεως της συμβάσεως, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, το είδος της παρασχεθείσης εργασίας, οι όροι της παροχής, ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες, για τις παραπάνω αιτίες, οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα[1]. Δεν είναι, ωστόσο, αναγκαίο να αναφέρεται αν ο αξιούμενος μισθός είναι συμβατικός, νόμιμος ή ειθισμένος. Αρκεί η αναφορά του ποσού του μισθού ή ημερομισθίου που οφείλεται κατά την αιτούμενη χρονική περίοδο και του συνολικού ποσού, του οποίου ζητείται η επιδίκαση[2]. Τα χρηματικά ποσά που έχουν καταβληθεί στον ενάγοντα-μισθωτό μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, πρέπει να αναφέρονται για καθένα από τα επίδικα κεφάλαια, χωριστά και όχι συγκεντρωτικά, στο σύνολό τους, ώστε όχι μόνο ο εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της τυχόν αξίωσης μη δεδουλευμένων, μη δικαιουμένων ή υπέρογκων για κάθε είδος εργασίας ποσών, αλλά και από την απόφαση του Δικαστηρίου που θα αποτελέσει δεδικασμένο, να μπορεί ευχερώς να συναχθεί ποια ακριβώς, κατ’ είδος και ποσό, διαφορά κατήχθη ενώπιόν του και σε ποια έκταση αυτή έγινε αποδεκτή, ώστε, εξαιτίας του δεδικασμένου, να μην μπορεί αυτή να αποτελέσει αντικείμενο νέας δίκης[3]. Τα ανωτέρω στοιχεία δεν είναι ανάγκη να διατυπώνονται στο δικόγραφο της αγωγής με πανηγυρικό τρόπο και τυποποιημένες εκφράσεις, αλλά αρκεί λογικώς να συνάγονται από το όλο κείμενο της αγωγής, το οποίο ο ενάγων μπορεί, έως τη συζήτησή της να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει, εφόσον δε μεταβάλλεται η βάση της (άρθρο 224 ΚΠολΔ) με τις προτάσεις της συζητήσεως[4].

Αντιθέτως, για το ορισμένο της ανωτέρω αγωγής δεν απαιτείται να αναφέρονται σε αυτή οι νόμιμες κρατήσεις που έγιναν ή πρέπει να γίνουν επί των αξιούμενων οικείων χρηματικών ποσών[5], διότι ο εργοδότης υποχρεούται από τον νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό για την καταβολή τους στους οργανισμούς κυρίας ή επικουρικής ασφαλίσεως, όπως το Ι.Κ.Α. και το Τ.Ε.Α.Μ. (άρθρα 26 παρ. 5 του αναγκαστικού νόμου 1846/1951, 22 και 32 του νόμου 2084/1997 και εκτελεστικές υπουργικές αποφάσεις), καθώς και για τον φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού, πλην όμως τα ποσά αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες στο σύνολο τους ή κατά ένα μέρος τους δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους, καθώς επίσης και τα καταβληθέντα έναντι των αγωγικών αξιώσεων χρηματικά ποσά, εφόσον το γεγονός τούτο πρέπει να επικαλεστεί κατ’ ένσταση (άρθρο 416 του Α.Κ.) ο εναγόμενος, κατά του οποίου προβάλλεται με την αγωγή η σχετική αξίωση.

Περαιτέρω, για τη νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, που έχει ως αίτημα την καταβολή διαφοράς αποδοχών για εργασία, που παρασχέθηκε νομίμως κατά Κυριακές, μη εργάσιμες εορτές (ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 και 25825/1951), νυκτερινή εργασία και υπερωριακή απασχόληση συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος[6], αρκεί να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, η παροχή εργασίας κατά Κυριακές και μη εργάσιμες εορτές, ο αριθμός αυτών καθώς και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός τους με ακριβείς χρονολογίες, αφού οι μεν Κυριακές προκύπτουν από το ημερολόγιο οι δε μη εργάσιμες εορτές καθορίζονται από το νόμο.

Ακόμη, όταν ζητούνται διαφορές αποδοχών με βάση ΣΣΕ ή ΔΑ, για το ορισμένο της αγωγής[7] δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται σ’ αυτήν οι εφαρμοστέες ΣΣΕ ούτε ο χρόνος από τον οποίο αυτές κηρύχθηκαν εκτελεστές, διότι οι ΣΣΕ, ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ νόμου και το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τις ΣΣΕ που αρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τα πραγματικά γεγονότα, που επισύρουν την εφαρμογή τους. Στην περίπτωση αυτή αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχείρησης, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και η παρεχόμενη από αυτόν εργασία, ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι η ισχύς των πιο πάνω ΣΣΕ ή ΔΑ μπορεί να επεκταθεί στον εργοδότη και στους εργαζόμενους στην επιχείρησή του. Οπότε δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ο νόμιμος μισθός ή οι όροι παροχής της εργασίας (ωράριο, ημέρες εργασίας ανά εβδομάδα κ.λπ.), αφού αυτά προβλέπονται από τις οικείες ΣΣΕ, ενώ δεν είναι, επίσης, απαραίτητο να αναφέρονται άλλα περιστατικά που αυξάνουν τις προβλεπόμενες από τις ΣΣΕ αποδοχές (οικογενειακή κατάσταση, προϋπηρεσία κ.λπ.), δεδομένου ότι, σε περίπτωση που τέτοια περιστατικά δεν αναφέρονται, δεν επιδικάζονται τα αντίστοιχα κονδύλια (επιδόματος γάμου, προϋπηρεσίας κ.λπ.), έστω και αν η καταβολή τους αξιώνεται με την αγωγή.

Στοιχεία δε της αγωγής, η οποία έχει ως αίτημα την, κατά τη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, καταβολή μισθών υπερημερίας, ώστε να είναι ορισμένη κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι η ύπαρξη έγκυρης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η μη αποδοχή από μέρους του εργοδότη της εργασίας, την οποία πραγματικώς και με τον προσήκοντα τρόπο τού προσέφερε ο εργαζόμενος. Όταν, όμως, η υπερημερία του εργοδότη οφείλεται σε ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, τότε δεν είναι απαραίτητη η αναφορά στην αγωγή του στοιχείου της πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς της εργασίας από τον εργαζόμενο, διότι η καταγγελία της συμβάσεως περιέχει και δήλωση της βουλήσεως του εργοδότη για τη μη αποδοχή στο μέλλον των υπηρεσιών του απολυθέντος. Ούτε οφείλει να αναφέρει ο τελευταίος στην αγωγή του την ακυρότητα της καταγγελίας, διότι ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αντένσταση προς απόκρουση της ενστάσεως του εργοδότη περί λύσεως της συμβάσεως εργασίας με καταγγελία[8]. Έτσι, εάν ο εργοδότης κατά τη συζήτηση της αγωγής επικαλεσθεί κατ’ ένσταση την καταγγελία της συμβάσεως, ο ισχυρισμός του εργαζομένου περί ακυρότητας αυτής αποτελεί αντένσταση, η οποία μπορεί να προταθεί με τις προτάσεις της συζητήσεως στον πρώτο βαθμό, χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα του μισθωτού να επικαλεσθεί την ακυρότητα και τους λόγους που τη θεμελιώνουν με το δικόγραφο της αγωγής (καθ’ υποφοράν), οπότε πρόκειται για εκ προοιμίου αντένσταση κατά της τυχόν ενστάσεως του εργοδότη περί καταγγελίας της συμβάσεως[9]. Εάν, όμως, στην αγωγή περιλαμβάνεται και αυτοτελές αίτημα περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας ή ασκηθεί μόνον αναγνωριστική της ακυρότητας αγωγή, πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την ακυρότητα[10]Στην περίπτωση μάλιστα αυτή (δηλαδή του αυτοτελούς αιτήματος περί αναγνώρισης ακυρότητας της καταγγελίας) εναπόκειται στον εναγόμενο εργοδότη να επικαλεσθεί τους λόγους της άρσης της υποχρέωσής του για καταβολή του μισθού, ισχυρισμός που κατά του αιτήματος της αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, αποτελεί άρνηση[11] και κατά του αιτήματος για την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, αποτελεί ένσταση[12]. Ο ενάγων στην περίπτωση υποβολής εκ μέρους του εργοδότη τέτοιου ισχυρισμού, δικαιούται να προτείνει, είτε καθ’ υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής του είτε με τις νομότυπες προτάσεις του, αντένσταση ότι η καταγγελία είναι άκυρη.

Επίσης, ο ενάγων μισθωτός που απολύθηκε, ισχυριζόμενος ότι η απόλυσή του είναι άκυρη, ως καταχρηστική, οφείλει, ζητώντας, κατά τα ως άνω την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας με την αγωγή (ή προτείνοντας αυτή κατ’ αντένσταση), να επικαλεστεί, με σαφήνεια και πληρότητα και να αποδείξει[13] τα πραγματικά περιστατικά (τους λόγους εκδικήσεως κ.λπ.) που τη θεμελιώνουν, αλλιώς ο ισχυρισμός του απορρίπτεται κατ’ ουσίαν, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθούν τα πραγματικά αίτια ή κίνητρα της απόλυσης, ως εκ του αναιτιώδους της καταγγελίας[14].

Τέλος, στην περίπτωση επικουρικού αιτήματος επιδίκασης δεδουλευμένων αποδοχών βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, δίνεται το δικαίωμα στον εργαζόμενο να ζητήσει επικουρικά από τον εργοδότη του την απόδοση της ωφέλειας που ο δεύτερος προσπορίστηκε από την εργασία του πρώτου, για την, κατ’ άρθρο 216 παρ. 1 εδάφιο α` ΚΠολΔ όμως πληρότητα της επικουρικής βάσης της αγωγής πρέπει[15], πέρα από την παροχή της εργασίας και τον εξαιτίας αυτής πλουτισμό του εργοδότη, να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο και επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως της εργασίας.

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. ΜΠΑ 403/2009, ΑΠ 2016/2007, ΑΠ 184/2007, ΑΠ 66/2007, ΑΠ 199/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[2] Βλ. ΜονΠρΠειρ 1633/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5258/2001, ΔΕΕ 2002, σελ. 322, ΑΠ 1338/1991, ΕΕργΔ 52, σελ. 726, ΑΠ 1287/84, ΕΕργΔ 44, σελ. 780.

[3] Βλ. ΕφΠειρ 691/2014, ΜΠΑ 3863/2014, ΜΠΑ 2024/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 731/2004, ΑχαΝομ 2005, σελ. 304, ΕφΑθ 3136/2002, ΔΕΕ 2003, σελ. 88, ΕφΑθ 7640/1986, ΕλλΔνη 28, σελ. 1262.

[4] Βλ. ΕφΘεσσ 584/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΕφΠειρ 300/2001, ΕΕργΔ 2001, σελ. 659, ΑΠ 548/2000, ΕΕργΔ 2001, σελ. 803.

[5] Βλ. ΜΠΑ 403/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[6] Βλ. ΕφΠειρ 691/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 842/2003, ΕΕργΔ 2004, σελ. 1367, EφΠειρ 572/1999, ΠειρΝομ 2010, σελ. 141,EφΠατρ 863/2008, ΑχαΝομ 2009, σελ. 536.

[7] Βλ. ΕφΘεσσ 1877/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[8] Βλ. ΜονΠρΘεσσ 5127/2014, ΕφΛαμ 14/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 431/2006, ΧρΙΔ 2006, σελ. 658, ΑΠ 548/2000, ΕΕργΔ 2001, σελ. 803.

[9] Βλ. Κ. Θ. Μακρίδου, Η Αόριστη Αγωγή και οι Δυνατότητες Θεραπείας της, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Δ΄ Έκδοση, 2006, σελ. 40 επ., ΟλΑΠ 171/1961, ΕΕργΔ 1961, σελ. 535, ΑΠ 216/2002, Δ 2002, σελ. 1126 με παρατ. Μπέη = ΕλλΔνη 2003, σελ. 120, ΕφΑθ 9002/2002, ΕλλΔνη 2004, σελ. 229, ΕφΑθ 8219/2000, ΕΕργΔ 2001, σελ. 902, ΑΠ 1332/1997, ΕλλΔνη 1998, σελ. 536, ΕφΑθ 2451/1990, ΕλλΔνη 1991, σελ. 611.

[10] Βλ. ΑΠ 1385/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 216/2002, ΕλλΔνη 2003, σελ. 120, ΕφΑθ 9002/2002, ΕλλΔνη 2004, σελ. 229, ΑΠ 364/1995, ΔΕΝ 1995, σελ. 925.

[11] Βλ. ΑΠ 1368/1999, ΕΕργΔ 2000, σελ. 1012.

[12] Βλ. ΑΠ 216/2002, ΔΕΝ 2002, σελ. 1312, ΑΠ 471/2000, ΕΕργΔ 2001, σελ. 263, ΑΠ 284/1996, ΕλλΔνη 1997, σελ. 1099, ΑΠ 348/1995, ΔΕΝ 1995, σελ. 924.

[13] Βλ. ΑΠ 247/2012, ΕφΛαμ 22/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 84/2011, ΕλλΔνη 2011, σελ. 1621, ΑΠ 704/2006, ΔΕΕ 2007, σελ. 1102.

[14] Βλ. ΑΠ 247/2012, ΑΠ 704/2006, ΑΠ 1689/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1901/2005, ΕλλΔνη 2006, σελ. 1036.

[15] Βλ. ΕιρΧαν 102/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 914/1998, ΕλλΔνη 1999, σελ. 314, ΑΠ 1322/1996, ΕλλΔνη 1997, σελ. 1049, ΕφΘεσσ 102/2001, Αρμ 2001, σελ. 523, ΕφΑθ 6089/2000, ΕΕργΔ 2001, σελ. 807.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί