Ζητήματα τελεσιδικίας της παραπεμπτικής απόφασης πριν την εισαγωγή της στο δικαστήριο της παραπομπής
Κατά προϊσχύσαν δίκαιο, συναγόταν από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46 εδ. β’ και 513 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ ότι η απόφαση που αποφαίνεται για την υλική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και καθόριζε το αρμόδιο δικαστήριο στο οποίο παρέπεμπε την υπόθεση, υπόκειτο σε έφεση, όταν δε η απόφαση του παραπέμποντος Δικαστηρίου καταστεί τελεσίδικη, ήταν υποχρεωτική τόσο για την αναρμοδιότητα του παραπέμψαντος, όσο και για την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή. Η διάταξη του άρθρου 46 εδ. β’ ΚΠολΔ, η οποία αποσκοπεί στην αποφυγή αρνητικής συγκρούσεως της αρμοδιότητας και εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, στην περίπτωση που παράλληλα με τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής ασκούσε κάποιος από τους διαδίκους έφεση κατά της αποφάσεως του παραπέμψαντος Δικαστηρίου, συνάγεται ότι το Δικαστήριο κωλυόταν να δικάσει την υπόθεση πριν καταστεί τελεσίδικη η παραπεμπτική απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 321 Κ. Πολ. Δ. (Γ. Ράμμου: Εγχ. Πολ. Δικ. Παρ. ΙΙΙ σελ. 232, ΕφΠατρ 719/2003, ΑΧΑΝΟΜ 2004/267, ΕφΑθ. 6104/1982 Ελ.Δ. 1983 σελ. 55 με σημ. ΕφΑθ. 6781/1978 ΝοΒ 27, σελ 1116, ΜονΠρΡοδ 18/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Η εκ μέρους όμως του ενάγοντος εισαγωγή με κλήση της υποθέσεως (αγωγής), στο δικαστήριο της παραπομπής, αυτή καθ’ εαυτή δε σήμαινε σιωπηρή αποδοχή αποφάσεως που συνεπάγεται κατ’ άρθρο 298 και 299 ΚΠολΔ το απαράδεκτο των ενδίκων μέσων και επομένως την τελεσιδικία της παραπεμπτικής αποφάσεως, αφού επιπλέον ο εναγόμενος, ο οποίος δεν δήλωσε και αυτός νομότυπα τη βούλησή του γι’ αποδοχή της αποφάσεως, είχε δικαίωμα εφέσεως, είτε έλαβε χώρα επίδοση αυτής είτε όχι, κατ’ άρθρο 518 παρ. 1 και 2ΚΠολΔ (ΕφΑθ 6781/78 ΝοΒ 27.1116).
Εξάλλου, η προθεσμία και η άσκηση έφεσης δεν κώλυαν την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο όμως δεν δεσμευόταν ως προς την αρμοδιότητά του, αν η απόφαση δεν γινόταν τελεσίδικη (ΕφΚρ 502/91, Αρμ. 1992.743, βλ. Μιχ. Μαργαρίτη Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Θεωρία-Νομολογία, Τόμος Ι, σ. 871). Από τις υποστηριζόμενες απόψεις ως προς το τι έπρεπε να ενεργήσει το δικαστήριο, στο οποίο διά κλήσεως είχε εισαχθεί η υπόθεση προς συζήτηση, πριν τελεσιδικήσει η παραπεμπτική απόφαση, δηλ. εάν θα διέτασσε το απαράδεκτο της συζήτησης ενόψει των άρθρων 221, 222, 519 παρ. 1 Κ. ΠολΔ (ΠΠρΘεσ 1269/1981 Ελ. Δ. 25 σελ. 232), την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 232 παρ. 1γ και 236 του ιδίου κώδικα (ΕφΑθ 1057/1977 Ελ.Δ. 1977 σελ. 252), ή τέλος την κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ αναβολή της υπόθεσης μέχρι τελεσιδικίας της παραπεμπτικής αποφάσεως (ΕφΑθ 6781/1978 ο.π.), το Δικαστήριο είχε διακριτική ευχέρεια να επιλέξει (198/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Να σημειωθεί όμως ότι το άρθρο 47 του ΚΠολΔ αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 και ήδη από 01-01-2016 δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο η απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο κι επομένως δεν τίθεται ζήτημα πλέον της τελεσιδικίας ή μη της απόφασης του κατώτερου δικαστηρίου και συνακόλουθα το ζήτημα με την πορεία της συζήτησης από το δικαστήριο της παραπομπής.
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος