Αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς. Άμυνα εναγομένου και, ειδικότερα, η ένσταση παραίτησης του ενάγοντος από το δικαίωμα να ασκήσει την αγωγή (βλ. ΠΠρωτΧαλκ 4/2016, δημ. Αρμ 2016, 1891=ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Με τη διάταξη του άρθρου 1835 παρ. 1 του ΑΚ ορίζεται, ότι κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία κατά το άρθρο 1831 υπολογίζεται στην κληρονομιά, μπορεί να ανατραπεί, εφόσον η κληρονομιά που υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1509 εδ. α’ του πιο πάνω κώδικα ορίζεται, ότι η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά μόνο ως προς το ποσόν που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις.
Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι σε μέμψη υπόκεινται μόνο οι δωρεές, οι οποίες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1831 παρ. 2 ΑΚ, προστίθενται στην κληρονομιά, όπως αυτό ορίζεται ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 1835 του ίδιου Κώδικα, η οποία δεν τροποποιήθηκε με το ν. 1329/1983. Το γεγονός ότι η παροχή του γονέα προς το τέκνο, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 1509 εδ. α΄ ΑΚ, δεν αποτελεί δωρεά, όταν είναι μέσα στα όρια που επιβάλλουν οι περιστάσεις, έχει ως συνέπεια, ότι η τελευταία δεν προσβάλλεται ως άστοργη, έστω και αν θίγει τη νόμιμη μοίρα, αφού, κατά τη διάταξη του άρθρου 1835 ΑΚ, σε μέμψη υπόκεινται μόνο οι δωρεές.
Με τα δεδομένα αυτά, όταν με αγωγή μέμψης προσβάλλεται γονική παροχή που έγινε προς μεριδιούχο είτε για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειάς του, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, κατά την έννοια του άρθρου 1509 ΑΚ, πρέπει, για να είναι ορισμένη η αγωγή αυτή, να εκτίθενται σαφώς τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει, ότι η γονική παροχή είναι δωρεά στο σύνολο της ή μερικώς, δηλαδή ότι υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις, το οποίο κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με βάση την περιουσιακή κατάσταση των γονέων, τον αριθμό των τέκνων, τις ανάγκες των τέκνων, την οικονομική κατάσταση των άλλων τέκνων κλπ. (ΑΠ 23/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831 και 1833 ΑΚ, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση, η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή όλα τα δεκτικά κληρονομικής διαδοχής περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν κατά το χρόνο αυτό στην κληρονομιά (πραγματική κληρονομική ομάδα), στα οποία προστίθενται και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομιά (πλασματική κληρονομική ομάδα), με την αξία που έχουν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα, σε μεριδούχο, είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκαμε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατο του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρεπείας ή ηθικό καθήκον (ΟλΑΠ 1404/1984).
Μετά τον καθορισμό της αυξημένης (πλασματικής) αυτής κληρονομικής ομάδας θα εξευρεθεί, με βάση αυτή, η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου. Ειδικότερα για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου: α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, β) αφαιρούνται από την αξία αυτή της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς τα χρέη της και οι δαπάνες της κηδείας του κληρονομουμένου και απογραφής της κληρονομιάς, γ) στο ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των παραπάνω χρεών, προστίθενται, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν, οι πιο πάνω παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, δ) με βάση αυτή την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα που προσδιορίσθηκε θα εξευρεθεί η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, ε) από το ποσό αυτής (νόμιμης μοίρας) θα αφαιρεθεί η αξία των πραγμάτων, στα οποία τυχόν έχει εγκατασταθεί ο μεριδούχος, καθώς και η αξία της παροχής που τυχόν έχει λάβει και υπόκειται σε συνεισφορά, στ) αν προκύπτει ότι έχει καταλειφθεί σε αυτόν λιγότερο από τη νόμιμη μοίρα του θα σχηματισθεί ένα κλάσμα με αριθμητή το υπόλοιπο από την παραπάνω αφαίρεση και παρονομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία (χωρίς αφαίρεση των παραπάνω χρεών και δαπανών) θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του (ΟλΑΠ 935/1975). Το κλάσμα αυτό ή ο δεκαδικός αριθμός που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρονομαστή, αποτελεί το ποσοστό το οποίο πρέπει να λάβει ο μεριδούχος, πέραν εκείνων που τυχόν είχαν καταλειφθεί σε αυτόν, αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, για να συμπληρωθεί ή ληφθεί η νόμιμη μοίρα του (ΑΠ 1231/2009, ΠολΠρΑΘ 2410/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην εν θέματι υπόθεση που απασχόλησε το δικάσαν Δικαστήριο οι εναγόμενες με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα είχε ρητά αναγνωρίσει το περιεχόμενο των προσβαλλόμενων γονικών παροχών ήδη από την γνωριμία της με τον θανόντα που έλαβε χώρα το έτος 2005, κατά τον χρόνο του γάμου τους και σε κάθε περίπτωση κατά το έτος 2012 και επομένως είχε παραιτηθεί από το δικαίωμα της να ασκήσει την ένδικη αγωγή. Ο ισχυρισμός αυτός έκρινε το Δικαστήριο ότι συνιστούσε νόμιμη ένσταση και έπρεπε να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία.
Ειδικότερα, κρίθηκε ότι: «[…] κατά το έτος 2012 οπότε η γνωριμία της ενάγουσας με τον θανόντα μετρούσε πλέον επτά έτη και είχαν τελέσει γάμο την 6.5.2011, δυνάμει συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Μ., ο θανών τροποποίησε το προαναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής προς τις εναγόμενες και όρισε ρητά ότι η επικαρπία που παρακράτησε αυτός ως παρέχων ορίζεται πλέον αμεταβίβαστη εκτός εάν συναινέσουν σε αυτό οι εναγόμενες ως ψιλές κυρίες. Με τη συμβολαιογραφική αυτή πράξη, την οποία η ενάγουσα παραλείπει σκοπίμως να αναφέρει στην αγωγή της, ο θανών εξέφρασε ρητά και κατηγορηματικά την βούληση του να παραμείνει η πλήρης κυριότητα των δωρηθέντων ακινήτων προς τις εναγόμενες, γεγονός το οποίο γνώριζε σαφώς η ενάγουσα και αποδέχθηκε ρητά με αποτέλεσμα να έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα της αυτό να προσβάλει τις επίδικες γονικές παροχές, κατ’ αποδοχή και της σχετικής ένστασης που προέβαλαν οι εναγόμενες. Το γεγονός της ρητής αναγνώρισης των γονικών παροχών από την ενάγουσα ενισχύεται και από το γεγονός της λεπτομερέστατης γνώσης των περιουσιακών υποθέσεων του θανόντος σε συνδυασμό με την κατάθεση της μάρτυρος των εναγομένων, σύμφωνα με την οποία ο θανών είχε προβεί σε παροχές σε χρήμα προς την ενάγουσα ώστε να την εξασφαλίσει και εκείνη οικονομικά. Μάλιστα, πρέπει να σημειωθεί ότι από το έτος 2012 οπότε έλαβε χώρα το ως άνω τροποποιητικό συμβόλαιο έως και τον Μάιο του έτους 2014 οπότε επιδεινώθηκε σημαντικά η υγεία του θανόντος ουδέποτε η ενάγουσα ή ο θανών αμφισβήτησαν το περιεχόμενο των επίδικων γονικών παροχών, οπότε την 22.7.2014 και ενώ αυθημερόν εισήλθε στην κλινική – για νοσηλεία, ο θανών συνέταξε ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως της κατοικίας του, η οποία περιλαμβάνεται στις προσβαλλόμενες γονικές παροχές, προς την ενάγουσα για χρονικό διάστημα οκτώ ετών και έναντι μηνιαίου μισθώματος 100 ευρώ, το οποίο λαμβανομένης υπόψιν της κατά πολύ μεγαλύτερης μισθωτικής αξίας αυτού και της διάρκειας αυτής, καταδεικνύει σαφώς την πρόθεση της ενάγουσας να καταστρατηγήσει το πρώτον τα δικαιώματα των εναγομένων. Μάλιστα, οι εναγόμενες προσέφυγαν με αίτηση τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νέων Μουδανιών το οποίο με απόφαση του έκρινε τη μίσθωση ως εικονική, αναγνώρισε τις αιτούσες αποκλειστικές συννομείς του ακινήτου και υποχρέωσε την ενάγουσα να αποδώσει τη νομή αυτού. Η δε σύνταξη της ιδιόγραφης διαθήκης του θανόντος δεν ασκεί έννομη επιρροή στη ρητή παραίτηση, κατά το έτος 2012, του δικαιώματος της ενάγουσας να προσβάλει τις επίδικες γονικές παροχές και επικουρικώς αξιολογείται σε συνάρτηση με την ήδη κατά τον χρόνο σύνταξης της, την 22.7.2014, ιδιαίτερα επιβαρυμένη υγεία του, όπως σαφώς συνάγεται και από το ενημερωτικό σημείωμα της κλινικής σε συνδυασμό με την ιατρική γνωμάτευση του ιατρού-ειδικού νευρολόγου Κ. Π., σύμφωνα με τις οποίες η νοητική ακεραιότητα και η ικανότητα δικαιοπραξίας αυτού τίθενται υπό αμφισβήτηση κατά το χρόνο σύνταξης αυτής καθώς παρουσίαζε διακυμάνσεις του επιπέδου συνειδήσεως του και κατ’ επέκταση η αληθής επιθυμία αυτού να μεταβάλει την ήδη εκπεφρασμένη ρητή βούληση του για τη συντέλεση των επίδικων γονικών παροχών. […]».
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος